Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Οι Ξεχασμένοι: Ο μικρός άγγελος των ξυπόλητων παιδιών


Tello Jean D' Apery (1877-1949)

 Το 1892, ένα 12χρονο παιδί, ο Tello, ιδρύει το κίνημα Barefoot Mission, σ'ένα τριόροφο κτίριο στην της Ν. Υόρκης. Ο στόχος ήταν η στέγαση, ένδυση και διατροφή απόρων, άστεγων παιδιών της πόλης. Τα μέλη της κίνησης μάζευαν πεταμένα ρούχα και παπούτσια, βιβλία και παιχνίδια, τα επισκεύαζαν και τα μοίραζαν στα παιδιά που τα είχαν ανάγκη.
 Στο ίδιο κτίριο βρίσκονταν και τα γραφεία της εφημερίδας Sunny Hour, η οποία, μαζί με τις δωρεές των φιλανθρώπων και τα ενοίκια από τα δωμάτια του τελευταίου ορόφου, εξασφάλιζε τα απαραίτητα κεφάλαια για τη λειτουργία του μικρού οργανισμού.
Δεν φοίτησε σε σχολείο, αλλά διδάχτηκε στο σπίτι από τους γονείς του. Ο πατέρας του ήταν καθηγητής γαλλικών και η μητέρα του, η Helen Burell D' Apery, ήταν ήδη γνωστή μυθιστοριογράφος με το όνομα Olive Harper.

Η αξιόλογη προσπάθειά του, τον έκανε σύντομα διάσημο και αγαπητό, όχι μόνο ανάμεσα στους φτωχούς, αλλά και ανάμεσα στους εύπορους της Αμερικής και τους γαλαζοαίματους της Ευρώπης, οι οποίοι στήριξαν οικονομικά το έργο του. Η βασίλισσα Όλγα της Ελλάδας, η Ελισάβετ της Ρουμανίας και η Βικτωρία της Βρετανίας, είναι ανάμεσα στους συνδρομητές της εφημερίδας του.
 Διάσημοι καλλιτέχνες, οργανώνουν συναυλίες για την υποστήριξη του κινήματος σε όλες τις μεγάλες πόλεις του της Αμερικής και της Ευρώπης.
 Σε ηλικία μόλις 16 ετών, εκδίδει το βιβλίο "Η Ευρώπη με τα μάτια ενός αγοριού" και παραχωρεί τα δικαιώματα στον οργανισμό.
 Σπούδασε ιατρική και εγκαταστάθηκε στη Φιλαδέλφεια. Το 1936 εκδίδει το βιβλίο "Overbrook Farms", με στοιχεία για την ανάπτυξη της περιοχής του. 
Περισσότερα, στα αγγλικά και γαλλικά εδώ.


Οι Ξεχασμένοι: Μια Ελληνίδα στην Ευρώπη


Speranza Calo (Ελπίς Καλογεροπούλου)

 Γεννήθηκε το 1885 στην Κωνσταντινούπολη και πέθανε στο Παρίσι το 1949.
Ο πατέρας ήταν διάσημος ζωγράφος και η ίδια, έδειξε από νωρίς την αγάπη της για τη μουσική.
 Κατά τη διάρκεια του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου υπηρέτησε ως νοσοκόμα και αμέσως μετά αφοσιώθηκε στο φιλανθρωπικό έργο υπέρ των οικογενειών των μουσικών που χάθηκαν ή επλήγησαν κατά τον πόλεμο. Παράλληλα, συνεχίζει τις σπουδές της και τις συναυλίες σε ολη την Ευρώπη, την Αλέξάνδρεια, την Κωνσταντινούπολη, με την υποστήριξη της κ. Βιργινίας Μπενάκη.
 Εκτός από τα κλασικά κομμάτια, η Calo εντυπωσίαζε το κοινό της με βυζαντινούς ύμνους και ελληνικά, δημοτικά τραγούδια, εξοικειώνοντας έτσι τους Γάλλους μουσικούς με την ελληνική μουσική παράδοση.
Το περιοδικό "Le Monde Musical" δημοσιεύει συχνά εγκώμια για τη βελούδινη κοντράλτο φωνή της και το ερμηνευτικό της πάθος, που μοιάζει με την προσήλωση του ιερέα προς τον θεό του.
 Η Calo, υπήρξε εξαιρετικά γενναιόδωρη με τους νεώτερους μουσικούς και άνοιξε τις πόρτες της Ευρώπης για πολλούς ταλαντούχους Έλληνες. Ανάμεσά τους η Μέλπω Λογοθέτη και η πιανίστρια Λίλα Λαλαούνη.
 Το 1934 τιμήθηκε για την προσφορά της στη διάδοση της ελληνικής μουσικής, με τον Σταυρό του Τάγματος του Φοίνικα, ενώ το 1945 τιμήθηκε και από την Ακαδημία Αθηνών.
Το 1939, ο γιος της Jean παντρεύτηκε την Κρινώ Καλομοίρη, κόρη του γνωστού μουσικοσυνθέτη, με τον οποίο την συνέδεε πολύχρονη φιλία.
 Ο Β'Παγκόσμιος πόλεμος, της στέρησε την κόρη της Simone, η οποία είχε αξιόλογη δράση στην Αντίσταση. Το βιβλίο "Εικόνες της Αντίστασης" εκδόθηκε προς τιμήν της, περιγράφει τη δράση των αντιστασιακών στη Γαλλία και προλογίζεται από τον στρατηγό De Gaulle.

Ο σύζυγός της, έγραψε για εκείνη: "Ήταν γεναιόδωρη, ευγενής και όμορφη. Έδωσε πολύ, υπέφερε πολύ. "Κάνε αυτό που κανείς δεν μπορεί να κάνει δυο φορές""
Η Μυρτιώτισσα συνθέτει το παρακάτω ποίημα για εκείνη:



Για τους γαλλομαθείς, περισσότερα για τη ζωή και τη δράση της, εδώ.

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

Λαός και εξουσία ΙΙΙ - Το δικό μας παράδειγμα







Σύμφωνα με τα προηγούμενα, όταν έρθει η ώρα να επιλέξουμε ηγέτη, η φαντασία και το συναίσθημα κατατροπώνουν την ορθολογική σκέψη. Οι εικόνες εξοντώνουν τα επιχειρήματα. Αποφεύγουμε την ανάλυση και αναζητούμε τη διαβεβαίωση. Δεν αναζητούμε τον πιο λογικό ή τον πιο ικανό, αλλά εκείνον που πείθει πως είναι ο πιο δυνατός.
 Οι ομιλίες των πολιτικών αρχηγών, κατά την τελευταία εκλογική αναμέτρηση, μας προσφέρουν μερικά ενδιαφέροντα παραδείγματα εφαρμογής της θεωρίας στην πράξη. Πώς νίκησαν αυτοί που νίκησαν και γιατί έχασαν αυτοί που έχασαν; 
Ένα απόσπασμα από την προεκλογική ομιλία της κ. Α. Παπαρήγα:
«Ποιά κυβέρνηση", αναρωτήθηκε, "από όλες αυτές που προτείνονται, θα υποχρεώσει τα μονοπώλια σε όλους τους κλάδους να καταργήσουν τις ελαστικές εργασιακές σχέσεις, τους μισθούς πείνας, τις ατομικές συμβάσεις με τον τρομοκρατημένο εργάτη και υπάλληλο μπροστά στον κίνδυνο της ανεργίας; Ποιος θα υποχρεώσει την επιστροφή των κουρεμένων αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων, των ΑΕΙ και των ΤΕΙ, των νοσοκομείων, των ομολογιούχων που εμπιστεύθηκαν σε κρατικά ομόλογα την αποταμίευσή τους;..............Τώρα που η σοσιαλδημοκρατία δεν μπορεί να παραπλανά με μπλόφες όπως πριν, βρήκε άξιο διάδοχο στο πρόσωπο της λεγόμενης ανανεωτικής μεταμελημένης αριστεράς που δεν έχει κανένα πρόβλημα να ρίξει στο πυρ το εξώτερον την πολύτιμη ιστορική πείρα του 20ου αιώνα, την ταξική πάλη
Γι’ αυτό και ζητάμε δύναμη, μεγάλη δύναμη για να γίνουν οι αγώνες πιο αποτελεσματικοί.»
Ποιος θα κάνει ετούτο ή εκείνο; Ποιος θα λύσει τα προβλήματα; Ορολογίες γνωστές μόνο στους εντός του κόμματος, ψυχρές διαπιστώσεις, καμία εικόνα, κανένα συναίσθημα. Η συνταγή της αποτυχίας.
Δεν επιχειρεί καν να πείσει πως μπορεί να λύσει τα προβλήματα, δεν διανοείται την ανάληψη εξουσίας, παρά μόνο «ζητά δύναμη» για να συνεχίσει να εντοπίζει τα προβλήματα. Μπορεί ασφαλώς να ερμηνευτεί ως συνέπεια στην ιδεολογία και ως συνειδητοποίηση της πραγματικότητας. Ο μέσος άνθρωπος όμως, ψηφίζει κάποιον που είναι ή τουλάχιστον παρουσιάζεται δυνατός. Όχι κάποιον που ζητιανεύει δύναμη.
Από άλλο δρόμο οδηγήθηκε στην αποτυχία και ο κ. Στ.Μάνος:
Εκφράσεις όπως «Όλοι, ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ υποκύπτουν στον λαϊκισμό και χάνουν την αξιοπιστία τους» και «Πολλοί μάλιστα πρόβαλλαν ως έξυπνη εθνική πολιτική την ιδέα: "τώρα που τα πήραμε, να μη τους τα γυρίσουμε!», εκλαμβάνονται από τον ακροατή ως προσβολές. Διότι οι περισσότεροι υπήρξαν ψηφοφόροι αυτών των κομμάτων και η διαφορά ανάμεσα στο λαϊκό και το λαϊκίστικο δεν είναι κατανοητή στον μέσο ψηφοφόρο. Συμπαθεί οτιδήποτε έχει να κάνει με τον λαό και αντιπαθεί οτιδήποτε στρέφεται εναντίον του. Επιπλέον, κανείς δεν θέλει να τον λες μπαταχτσή, ακόμα και αν είναι.
Σε άλλο σημείο αναφέρει: «Ακύρωση του μνημονίου και των εφαρμοστικών νόμων σημαίνει ότι δεν θέλουμε να συζητήσουμε με τους δανειστές μας». Ασφαλώς και κανείς δεν θέλει να συζητήσει με τους δανειστές του. Το μόνο που θέλει κάποιος που είναι βουτηγμένος στα χρέη, είναι να τους ξεφορτωθεί. Δεν θέλει να συζητήσει, να σκεφτεί και πολύ περισσότερο, δεν έχει καμία όρεξη να βοηθήσει αυτόν που θεωρεί δυνάστη. Αλλά, ο κ. Μάνος δεν το καταλαβαίνει και συνεχίζει:
 «Να είμαστε αρκετά καλοί και ικανοί να βοηθήσουμε τους εταίρους μας όταν μας χρειάζονται. Δεν μπορεί να είναι στόχος μας πως θα πάρουμε όσα περισσότερα μπορούμε κάνοντας όσα λιγότερα μπορούμε.»
Δυστυχώς, ο στόχος των περισσότερων αυτός είναι!
 Ακολουθούν ορθές μεν, αλλά αντιπαθητικές αναφορές σε μείωση του Δημοσίου τομέα και η απαγορευμένη λέξη «απολύσεις» και κάτι εντελώς ακαταλαβίστικα για τον μέσο ψηφοφόρο, περί «συνταγματικής μεταρρύθμισης για πιστή τήρηση ισοσκελισμένων προϋπολογισμών..»
Στεγνός ορθολογισμός, χωρίς ίχνος συναισθήματος.
Ο νικητής των εκλογών κ. Σαμαράς, στην προεκλογική του ομιλία, καταγγέλει το «λόμπι της δραχμής» χρησιμοποιώντας οικείες και κατανοητές εκφράσεις:
«κοψοχρονιά, το μαύρο πρόβατο που έξω από το μαντρί το τρώει ο λύκος, θα χάσουμε τ’αυγά και τα πασχάλια, να βγάλουμε τις κουκούλες»
Συνδέει άμεσα το εγώ με το εμείς, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως απολύτως ικανό να διαχειριστεί ό,τι και αν προκύψει:
«Εμείς μπορούμε να αλλάξουμε τα πάντα στην Ελλάδα. Θα διαφυλάξω, θα κυβερνήσω, θα είμαι σκληρός....Κοιτάξτε γύρω σας. Χιλιάδες ελληνικές σημαίες, όχι κομματικά λάβαρα. Εδώ είναι η Ελλάδα.»
Ανυψώνει το φρόνημα των ακροατών, εγείρει το συναίσθημα, δίνει ελπίδα:
«Όταν οι Έλληνες παίρνουν τη μοίρα τους στα χέρια τους, τότε αλλάζει η μοίρα όλου του τόπου.... Η ενότητα του λαού μας σε δύσκολες στιγμές δεν είναι ευχή, είναι προσευχή.»
Ούτε αναλύσεις, ούτε στατιστικές, ούτε ακατανόητες ορολογίες. Εικόνα και συναίσθημα. Διαβεβαίωση και ελπίδα.
Αντίστοιχα, ο με ελάχιστη διαφορά δεύτερος κ.Τσίπρας, μετέρχεται τους ίδιους τρόπους: 
«Δικαίωμα στο όνειρο και στην ελπίδα...Δεν ισχυριζόμαστε ότι λεφτά υπάρχουν, διαβεβαιώνουμε όμως ότι οι πόροι μπορούν να εξοικονομηθούν χωρίς τις στυγνές περικοπές των μνημονίων......Εκδημοκρατισμός και διαφάνεια...Αλλαγή του νόμου περί ευθύνης υπουργών και ιδιαίτερα των διατάξεων που παραβιάζουν την ισονομία και ισοπολιτεία... Ανάληψη διεθνών πρωτοβουλιών για την πάταξη των αιτιών της μετακίνησης πληθυσμών»
Σύντομες κύριες προτάσεις, ελάχιστες δευτερεύουσες, ασαφείς υποσχέσεις. Τι εννοεί όταν λέει εκδημοκρατισμός; Ποιος αναρωτήθηκε; Ποιος γνωρίζει σε τι διαφέρει η ισονομία από την ισοπολιτεία; Τι είδους διεθνής πρωτοβουλίες μπορεί να αναλάβει για να πατάξει τις αιτίες της μετακίνησης των πληθυσμών; Θα σταματήσει τους πολέμους; Θα εξαλείψει την πείνα; Κανείς δεν έψαξε για απαντήσεις, διότι αυτό που έμεινε να ηχεί στα αυτιά του ακροατή είναι το «διαβεβαιώνουμε». 
  Παραδόξως, όσο πιο ευάλωτοι είμαστε στις ακραίες εξαγγελίες, τόσο περισσότερο πλησιάζουμε τον «μέσο πολίτη». Όσο πιο ασαφείς οι εξαγγελίες, τόσο πιο σίγουροι αισθανόμαστε για την επιλογή μας. Όσο λιγότερο χρειάζεται να σκεφτούμε, τόσο πιο εύκολα αποφασίζουμε.

Αθηνά Ταρλά


Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Η παρανόηση του "Δούναι και Λαβείν"

 "Δούναι και λαβείν"είναι η πιο λόγια απόδοση του "πάρε-δώσε", με τη μόνη διαφορά πως στη σύγχρονη εκδοχή το "πάρε" προηγείται. Οι αλλαγές στον τρόπο που εκφραζόμαστε, συνήθως δεν είναι τυχαίες. Μάλιστα, αν δεν κρατούσαμε τα προσχήματα, πιθανόν να είχαμε εξαφανίσει εντελώς το "δώσε".
 Ο τρόπος με τον οποίο αντιδρά η πλειονότητα των Ελλήνων στον χειρισμό της οικονομικής κατάστασης της χώρας είναι ενδεικτικός της νέας νοοτροπίας, εκείνης που ενσταλάχθηκε τις τελευταίες δεκαετίες και μας κατέστησε ανίκανους να αποδεχτούμε την απλή, πανάρχαια και πανανθρώπινη αρχή της συναλλαγής: Τίποτα δεν χαρίζεται!
 Ο σύγχρονος Έλληνας έχει ανατραφεί σε ένα περιβάλλον που δίνει γενναιόδωρα, αλλά σπάνια ζητά.
 Οι γονείς συντηρούσαν τα παιδιά τους μέχρι τη στιγμή που εκείνα θα αποφασίσουν να "απογαλακτιστούν", χωρίς να ζητούν αντάλλαγμα για αυτή τους την προσφορά. Ανιδιοτέλεια; Αδυναμία; Όπως και αν ερμηνευτεί, το αποτέλεσμα είναι πως δύο τουλάχιστον γενιές δεν εκπαιδεύτηκαν σε πραγματικές συνθήκες ζωής. Ενηλικιώθηκαν σε ένα υπερπροστατευμένο περιβάλλον που δεν απαιτούσε, δεν ανέμενε καν από αυτούς το παραμικρό.
 Η τάση αυτή ενισχύθηκε και στο σχολικό περιβάλλον. Στη σύγχρονη Ελλάδα, ο ανταγωνισμός στο σχολείο έχει δαιμονοποιηθεί. Στην πραγματικότητα, από τον μαθητή απαιτείται μόνο η παρουσία του στην αίθουσα. Η αξιολόγηση της απόδοσής του είναι υποτυπώδης, καθόσον δεν δίνεται ενθάρρυνση σε όσους προσπαθούν σκληρά ούτε αποθαρρύνεται συστηματικά η αμέλεια. Πλην μερικών εξαιρέσεων, οι μαθητές αδιαφορούν για τη γνώμη των δασκάλων τους και δεν αντιλαμβάνονται πως πρέπει να "δώσουν" για να "λάβουν" αργότερα. Η εύρεση εργασίας, μέχρι χτες, ήταν για τους πολλούς μια αυτόματη διαδικασία, που δεν απαιτούσε και μεγάλη προσπάθεια.
 Στην Ελλάδα η επαγγελματική αποκατάσταση ήταν κυρίως θέμα γνωριμιών. Οι συνήθεις επιλογές ήταν το δημόσιο (μέσω του βουλευτή) ή μικρές επιχειρήσεις (μέσω γνωριμιών). Λίγοι επέλεγαν τον δύσκολο δρόμο του ανταγωνισμού επιλέγοντας μεγάλες εταιρίες ή δημιουργώντας κάποια δική τους καινοτόμα επιχείρηση. Πάντα περιμέναμε κάποιος να μας πάρει από το χέρι και να μας βολέψει.
 Το μόνο "δούναι και λαβείν" που γίνεται κατανοητό είναι αυτό που αφορά την εξυπηρέτηση. Σε ψηφίζω, με διορίζεις. Προσλαμβάνω το παιδί σου στην επιχείρησή μου (ακόμα και αν δεν έχει τα προσόντα), φροντίζεις να τακτοποιήσεις το δικό μου. Το μόνο που αναγνωρίζουμε ότι χρωστάμε είναι χάρες.
 Έτσι μπορεί να εξηγηθεί, κατά ένα τρόπο, η αδυναμία μας να αναγνωρίσουμε την υποχρέωσή μας να εξοφλήσουμε τα δάνειά μας. Στο ασυνείδητό μας λαμβάνουν τη μορφή χάρης, που πρέπει να μας κάνουν, και όταν θα χρειαστούν κάτι οι δανειστές μας, θα τους ανταποδώσουμε τη χάρη με όποιον τρόπο μπορούμε. Δεν ανεχόμαστε όρους και απαιτήσεις!
 Αυτή η στρεβλή πρόσληψη της πραγματικότητας, μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως όποιος δεν μας αντιμετωπίζει με ανιδιοτέλεια - όπως οι γονείς, όποιος δεν επιβραβεύει την προσπάθεια, αδιαφορώντας για το αποτέλεσμα - όπως το σχολείο, και όποιος δεν μας λύνει το πρόβλημα - όπως ο γνωστός του γνωστού του φίλου μας, είναι οπωσδήποτε εχθρός μας και θέλει να μας εξοντώσει.
 Στην πραγματική ζωή όμως, ο δανειστής εμπορεύεται το χρήμα με σκοπό το κέρδος. Αυτό που έχει σημασία είναι το αποτέλεσμα. Οι επιλογές δεν είναι πολλές. Ή αποδεχόμαστε τους όρους του δανεισμού ή βρίσκουμε τρόπο να ζούμε χωρίς δανεικά. Και στις δύο περιπτώσεις είναι ανάγκη να συμφιλιωθούμε με την ιδέα, πως τίποτα δεν μας δίνεται δωρεάν. Επιλέγουμε το "προϊόν" αφού βεβαιωθούμε πως έχουμε το αντίτιμο.
 

 

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Ανάξιοι Δημοκρατίας

 Η Δημοκρατία έχει μια ιδιομορφία εκπληκτική. από την οποία πηγάζει ταυτόχρονα το μεγαλείο και η κατάρα της: Οι κυβερνώντες είναι οι κυβερνώμενοι!
 Όταν αυτό γίνεται δι'εκλεγμένων αντιπροσώπων, τότε οι πολίτες οφείλουν να παρακολουθούν ανελλιπώς τους αντιπροσώπους τους. Δηλαδή, αντί να παίζουν κλέφτες και αστυνόμους στους δρόμους, θα έπρεπε να παρακολουθούν τη δράση των βουλευτών στη Βουλή. Όταν μιλά ο βουλευτής, μιλά ο ψηφοφόρος.
 Όταν ο πολίτης δεν είναι άξιος να γίνει ο αφέντης του εαυτού του, δεν είναι άξιος Δημοκρατίας.
Έτσι εξηγείται και η επιρρέπειά του σε αυταρχικούς σχηματισμούς των δεξιών ή αριστερών άκρων.
 Ο λαός που δεν το αντιλαμβάνεται, βρίσκεται μονίμως σε σύγχυση και δυστυχία. Και το αξίζει.
 

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

Λαός και εξουσία ΙΙ- Γοητεία και συναίσθημα



 Από όλους τους ηγέτες των εθνών και των θρησκειών του Δυτικού Κόσμου, ελάχιστοι είναι εκείνοι που κατόρθωσαν ριζικές αλλαγές και μάλιστα σε περιόδους κρίσεων. Δεν ήταν οπωσδήποτε ευφυέστεροι ή ικανότεροι. Ήξεραν όμως να ερμηνεύουν σωστά τις περιστάσεις και κυρίως, ήξεραν πώς πρέπει να μεταδώσουν το νέο μήνυμα.
 Ο Σαούλ ή Παύλος, ο ακούραστος αυτός απόστολος του Χριστιανισμού, γράφει στην εκκλησία της Κορίνθου «...εἰς πάντας ἐδούλωσα ἐμαυτόν , διὰ νὰ κερδήσω τοὺς πλειοτέρους. Καὶ ἔγεινα εἰς τοὺς Ἰουδαίους ὡς Ἰουδαίος, διά να κερδήσω τοὺς Ἰουδαίους· εἰς τοὺς ὑπὸ νόμον ὡς ὑπό νόμον, διὰ νὰ κερδήσω τοὺς ὑπὸ νόμον...εἰς πάντας ἔγεινα τὰ πάντα, διὰ νὰ σώσω παντὶ τρόπῳ τινάς» (Α΄Κορ. θ΄19-22)

 Παρόμοια ο Ναπολέων Βοναπάρτης είχε πει, πως αν θα έπρεπε να ηγηθεί ενός κράτους που αποτελείται από Ιουδαίους, θα ξανάχτιζε τον Ναό του Σολομώντα.
 
 Οι μεγάλες αλλαγές έγιναν από ηγέτες που ήξεραν πώς να χειραγωγήσουν το πλήθος. Ήξεραν πως στην ψυχολογική κατάσταση της μάζας, αυτό που φέρνει αποτέλεσμα είναι η έξαρση του συναισθήματος και όχι τα λογικά επιχειρήματα. Τα πλήθη των ακροατών δεν αρέσκονται σε λογικές αναλύσεις, στατιστικές και επιστημονικές παρουσιάσεις. Ο ομιλητής θα πρέπει να ασκεί επάνω τους κάποιας μορφής γοητεία, που συνδέεται περισσότερο με το ύφος, τη φωνή και τη στάση του σώματος, παρά με τον δείκτη νοημοσύνης του. Όταν η γοητεία υπάρχει, τότε απομένει η τέχνη της επικοινωνίας, που στην περίπτωση αυτή βασίζεται σε δύο παράγοντες: Καταγγελία και Διαβεβαίωση.
 Ο καταγγελτικός λόγος δίνει την ψευδαίσθηση της δύναμης. Η αποτελεσματικότητά του δεν οφείλεται τόσο στην αποδυνάμωη του αντιπάλου όσο στην εικόνα με την οποία ντύνει τον ομιλητή. Είναι τολμηρός, γενναίος, ξύπνιος! Η διαβεβαίωση συμπληρώνει την ψευδαίσθηση: «Να είστε βέβαιοι πως με τη δική μας κυβέρνηση....». 

 Σημασία όμως έχει και το περιεχόμενο του λόγου. Για να είναι συναρπαστικός, θα πρέπει να περιέχει διαβεβαιώσεις απαλλαγμένες από πολλά επιχειρήματα, που παρουσιάζονται με παραδείγματα και εικόνες. Αν θέλεις να μιλήσεις για την ανεργία, οι πίνακες και οι στατιστικές έχουν μόνο προσωρινή επιρροή στο μυαλό του κοινού. Το παράδειγμα όμως ενός συγκεκριμένου ανθρώπου, και μια φανταχτερή περιγραφή του, θα κάνουν τη διαφορά. Η μάνα με τα παιδιά μπροστά σε μια βιτρίνα με παιχνίδια, που ψαχουλεύει τις άδειες της τσέπες, έχει πολύ μεγαλύτερη δύναμη από έναν πίνακα με αριθμούς.
 Ο βαθμός ανταπόκρισης του λαού σε αυτές τις τεχνικές είναι ανάλογος του γοήτρου και της ευφράδειας του πολιτικού που τις χρησιμοποιεί. Σε μια πολιτική σκηνή που βασιλεύει η μετριότητα, θα κερδίσει εκείνος που θα μιλήσει στην «καρδιά». Αυτό είναι και το μεγάλο μειονέκτημα των σύγχρονων ορθολογιστών. Υπερεκτιμούν τη δύναμη της λογικής και χάνουν τον στόχο. 
 Στην Ελλάδα σήμερα, δεν έχουν καμία τύχη όσοι αγνοούν αυτές τις βασικές αρχές της ψυχολογίας. Ομιλίες στεγνές, δύσκολες και ασυνήθιστες λέξεις, πίνακες και στατιστικές, οργανισμοί που κάνουν αυτό ή εκείνο. Προσπαθούν να εξαναγκάσουν τους ακροατές τους να «βουτήξουν» στα σκοτεινά βάθη της συλλογικής ψυχής και να σκοτώσουν ό, τι υπάρχει εκεί μέσα, στο όνομα του λογικού επιχειρήματος. Μπορεί να εκφράζουν την αλήθεια και οι προτάσεις τους να είναι όντως προς όφελος του συνόλου. Όμως το πλήθος εισπράττει ως προσβολή την αμφισβήτηση των καθιερωμένων πεποιθήσεων, ακόμα και αν στις παρέες τους ο καθένας λένε παρόμοια πράγματα. Κάτι που έχει καταγραφεί ως εχθρικό στη συλλογική συνείδηση, πρέπει να γίνει σεβαστό, ακόμα και αν είναι λάθος. 

 Ο μόνος τρόπος για να περάσει το νέο μήνυμα, είναι να συνδεθεί με τις αξίες του λαού. Με λέξεις σύμβολα, που κατά κανόνα εκφράζουν κάτι αόριστο: πατρίδα, ευημερία, ισότητα, ελευθερία, δικαιοσύνη. Εκφράσεις που τονώνουν την δύναμη της ομάδας και τη γενναιότητα του αρχηγού, είναι αυτές που χτίζουν την εμπιστοσύνη. Η αλήθεια και το ψέμα δεν έχουν σημασία. Έτσι εξηγείται το φαινόμενο να παραμένουν στην εξουσία άνθρωποι, που ψεύδονται εδώ και μισό αιώνα. Αυτό που δημιουργεί τους δεσμούς είναι μια ιδέα. Ακόμα και σε διεφθαρμένες περιπτώσεις, σαν τη δική μας, πίσω από το ρουσφέτι βρίσκεται η πανάρχαια ιδέα, πως ο τοπικός άρχοντας (βουλευτής) οφείλει να εξυπηρετεί τον ψηφοφόρο – συντοπίτη του.

Λαός και εξουσία Ι - Oι ριζικές μεταρρυθμίσεις



  Από την ημέρα που άρχισε η κρίση, τίποτα δεν φαίνεται να βελτιώνεται. Ούτε αλλάζουμε, και συνεχίζουμε να βουλιάζουμε. Αναζητούμε ενόχους ή παριστάνουμε πως τους έχουμε βρει.Κάποιοι ζητούν άμεσα μεταρρυθμίσεις. Ως λαός όμως, δεν έχουμε συνειδητοποιήσει τις δικές μας ευθύνες και δεν θέλουμε να αλλάξουμε τίποτα.  Πώς και πότε μπορεί να αποφασίσει ένας λαός αλλάξει; 

 Ένας λαός είναι ένα ανομοιογενές σύνολο ανθρώπων με κοινό σημείο αναφοράς το παρελθόν. Κοινή ιστορία και γλώσσα και άρα με κοινές αναφορές και κοινούς κώδικες. Όσο και αν διαφέρουν μεταξύ τους σε ατομικό επίπεδο, ως έθνος, αποτελούν έναν οργανισμό. Η ψυχολογία αυτού του οργανισμού έχει μελετηθεί εδώ και δεκαετίες και τα συμπεράσματα αυτής της μελέτης προσφέρουν υλικό σε εκείνους που ενδιαφέρονται να χειραγωγήσουν τον λαό, για καλό ή για κακό σκοπό: Οι επιχειρήσεις διαφημίζουν τα προϊόντα τους με τρόπο που επηρεάζει την ψυχή αυτού του οργανισμού και οι πολιτικοί γράφουν τις ομιλίες τους με τον ίδιο τρόπο. 

 Η ιστορία έχει αποδείξει πως δεν έχει καμία σημασία αν η επιδίωξη του εκάστοτε πολιτικού ηγέτη είναι επωφελής ή όχι. Η επιτυχία του δεν εξαρτάται από το αν λέει την αλήθεια ή αν ξεστομίζει απίθανες φαντασιώσεις. Μπορεί να λέει ό, τι θέλει, αρκεί να το λέει όπως μπορεί να προσληφθεί από το πλήθος. Οι κανόνες είναι συγκεκριμένοι και όποιος τους έχει αγνοήσει δεν είδε ποτέ το όνομά του στη λίστα των ηγετών. Κυρίως όταν εισηγείται κάτι ριζικά νέο.

 Καμία νέα ιδέα δεν επιβάλλεται αστραπιαία και καμία ριζική αλλαγή δεν γίνεται σε διάστημα λίγων μηνών. Πριν μετατραπεί σε πολιτική πρόταση, πρέπει να έχει ενσωματωθεί στις καθιερωμένες πεποιθήσεις του λαού. Αυτό χρειάζεται επανάληψη, από διαφορετικές πηγές και για μεγάλο χρονικό διάστημα, που συχνά εκτείνεται σε πολλούς αιώνες. Άλλο τόσο διάστημα χρειάζεται για να εγκαταλειφθεί. 

 Η Γαλλική επανάσταση, που ξέσπασε στα τέλη του 18ου αιώνα εναντίον της μοναρχίας, ήταν το αποτέλεσμα της κίνησης του Διαφωτισμού. Οι διαφωτιστές φιλόσοφοι διέδιδαν τις νέες ιδέες για οικονομική ελευθερία, ορθολογική σκέψη και ατομική πρωτοβουλία, από τα μέσα του 17ου αιώνα, ενώ μια σειρά από επιστημονικές εξελίξεις τοποθετεί τα θεμέλια πίσω στον 16ο

 Οι επιστημονικές ανακαλύψεις του Κοπέρνικου και του Γαλιλαίου προσδίδουν ιδιαίτερο κύρος στην επιστήμη. Η Ένδοξη επανάσταση στην Αγγλία το 1688 καταλήγει στη καθιέρωση του κοινοβουλευτισμού και κλονίζει την μοναρχία. Ο ορθολογισμός του Καρτέσιου θα εισηγηθεί την εμπιστοσύνη στις νοητικές μας δυνάμεις. Η ηθική φιλοσοφία του Σπινόζα θα εξομοιώσει τον Θεό με τη φύση. Τα επιτεύγματα του Νεύτωνα θα αποδείξουν την αξία της εμπειρίας. 
 Όλες αυτές οι ιδέες ήταν πρωτοποριακές και εντελώς ξένες στη συνείδηση των λαών, που έως τότε ζούσαν υπό την απόλυτη εξουσία μοναρχών και υπό τον φόβο της τιμωρίας από έναν τρομερό Θεό. Κανένας ομιλητής, όσο χαρισματικός και αν ήταν, δεν θα μπορούσε να ξεριζώσει το παλιό και απλώς να φυτέψει το καινούργιο. Αντίθετα, οι ιδέες αυτές αναδύθηκαν από τα ξεχωριστά μυαλά της εποχής, άντεξαν στην αντίδραση, επαναλήφθηκαν πολλές φορές και χτίστηκαν επάνω στις παλιές αντιλήψεις. 

 Οι επιστήμονες δεν «σκότωσαν» τον Θεό, αλλά ανέπτυξαν τη νέα σκέψη παρά την ύπαρξή του. Όσο η επιστήμη θα κερδίζει έδαφος, τόσο θα εξασθενεί η δύναμη της θρησκείας στις συνειδήσεις των ανθρώπων. Πριν να ενθαρρύνουν τον λαό να ξηλώσει τα θρησκευτικά σύμβολα, είχαν κυκλοφορήσει τα πορτρέτα των διαφωτιστών, τα οπτικά σύμβολα της νέας πίστης. Αργότερα, οι θρησκευτικοί ηγέτες, προκειμένου να αποτρέψουν την αποδυνάμωση των εκκλησιών, θα αναγκαστούν να αναπτύξουν μία νέα ρητορική, σύμφωνα με την οποία η επιστήμη δεν είναι πια ο εχθρός του Θεού, αλλά το μέσο της Δημιουργίας. Τρεις αιώνες αργότερα, βασιλεύουν και ο Θεός και η Επιστήμη, όσο συχνά και αν τίθενται υπό αμφισβήτηση. 

Η ιδέα της δημοκρατίας εξαπλώθηκε σε όλο τον Δυτικό Κόσμο, σταδιακά. Σε μερικές χώρες όμως, η μοναρχία διατηρήθηκε ως θεσμός, έστω και χωρίς καμία δύναμη. Οι βασιλείς έχασαν τα σκήπτρα τους, αλλά στις συνειδήσεις κάποιων λαών, εξακολουθούν να διατηρούν τον συμβολισμό τους. Αν κάποιος προσπαθούσε να αλλάξει τον θεσμό για να εκσυγχρονίσει τη χώρα, θα έκανε ένα τραγικό λάθος. 
Τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει, αν πρώτα δεν έχει αλλάξει στη συνείδηση του λαού. Τίποτα δεν αλλάζει, αν πρώτα δεν εγερθεί το λαϊκό συναίσθημα. Διότι τις μεγάλες ιδέες τις πραγματώνει η μάζα. Ο ηγέτης πρέπει απλώς να γνωρίζει τον τρόπο και τον χρόνο της εμφύτευσης.