Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

Το δικό σου παιδί θα μαζέψει φράουλες;

Μία από τις μεγάλες χαρές που προσφέρει η ενασχόληση με τα ιδιαίτερα μαθήματα είναι η προσωπική σχέση με τον μαθητή, αν καταφέρεις να σε εμπιστευτεί. Το μεγάλο μειονέκτημα είναι η επαφή με κάποιους από τους γονείς.
Το κείμενο που ακολουθεί είναι η απάντηση σε μία μητέρα. Θεώρησα πως έπρεπε να της πω ότι το παιδί της, που είναι ήδη 18 ετών, δεν έχει την παραμικρή ιδέα για το τι συμβαίνει στην πραγματική ζωή και πως, κατά τη γνώμη μου, θα έπρεπε έστω και τώρα να το βοηθήσει να αντιληφθεί ορισμένα πράγματα. Με έναν πολύ αγενή τρόπο μου απάντησε πως το παιδί της προορίζεται για επιστήμονας και δεν έχει καμία ανάγκη να μάθει ταπεινές δουλειές. Όταν αναφερθήκαμε στις δουλειές του σπιτιού, μου είπε πως αυτές ήταν αποκλειστικά δική της αρμοδιότητα και τα παιδιά της θα έπρεπε να αφοσιωθούν στις σπουδές τους. Τέλειωσε τη μικρή της διάλεξη με το εξής: «Κι εσύ για να έχεις κάνει σπουδές, σημαίνει πως οι δικοί σου σε απάλλαξαν από όλα όσα θα σου αποσπούσαν την προσοχή. Το ίδιο κάνω για τα παιδιά μου. Δεν τα προορίζω να πάνε να μαζεύουν φράουλες με τους Πακιστανούς».
Καταλαβαίνετε πως η συνομιλία αυτή δεν πήγαινε καλά. Άλλη μία μητέρα που μεγαλώνει τα παιδιά της με φαντασιώσεις. Σκέφτηκα, όμως, να απαντήσω με αυτό το κείμενο, γιατί είναι πεποίθησή μου πως οι εμπειρίες του κάθε ανθρώπου είναι μαθήματα για όλους τους άλλους. Προσωπικά, γλίτωσα πολλές κακοτοπιές δίνοντας προσοχή στις εμπειρίες των άλλων.
Είμαι ακόμα λίγο θυμωμένη. Αλλά, ελπίζω στην ανοχή σας, καθώς αυτό δεν επηρεάζει το νόημα.

Λοιπόν, κυρία μου, λοιπές κυρίες και κύριοι,
 Θυμάμαι, πόσο καμάρωνα με τα μικρά μου ζυμαράκια, τα οποία φούρνιζε η νονά μου μαζί με τα υπέροχα ψωμιά της. Θυμάμαι τη μία ταλαίπωρη ντομάτα που μου έδινε η μάνα μου να ετοιμάσω, όταν έφτιαχνε γεμιστά. Ήταν η δική μου ντομάτα! Τώρα ξέρω ότι αυτά που έφτιαχνα τα έτρωγαν με το ζόρι, αλλά εγώ δεν έβλεπα την ώρα να μεγαλώσω και να φτιάχνω ψωμιά και γεμιστά σαν τα δικά τους! Και κάποτε χρειάστηκε να εργαστώ σε κουζίνα για να ζήσω.
Πριν ακόμα πάω στο Γυμνάσιο, ήξερα να ξεχωρίζω και να μαζεύω χόρτα, να φροντίζω τα κηπευτικά στον μικρό μας κήπο, να ξεχωρίζω τα φρέσκα θαλασσινά στην αγορά. Εκείνη την εποχή η μητέρα μου ήταν καμαριέρα σε ένα μικρό ξενοδοχείο. Όταν δεν είχα σχολείο, με έπαιρνε μαζί της και είδα τι ακριβώς έκανε για να έρθουν τα χρήματα στο σπίτι. Την βοηθούσα και μου άρεσε. Όχι πάντα.
Λίγο μεγαλύτερη, μάθαινα πώς να σφίγγω τις χαλαρωμένες βρύσες. Να αλλάζω τις καμένες λάμπες, να τρίβω και να βάφω κάγκελα και τοίχους. Μεγαλώνοντας, ξόδευα πολύ λιγότερα χρήματα επισκευάζοντας τις απλές βλάβες μόνη μου. Και όταν χρειαζόταν ειδικός, καταλάβαινα αν κάνει σωστά τη δουλειά του και δεν γινόμουν θύμα κανενός επιτήδειου.

Οι γονείς ήταν εργάτες. Ύστερα μικροαστοί, καθώς κάποια στιγμή απέκτησαν ένα μαγαζί, στο οποίο εργαζόμουν από 9 ετών. Ήξερα να ζυγίζω, να δίνω ρέστα, να συναλλάσσομαι με τους πελάτες. Πότε μου άρεσε και πότε έπληττα. Αλλά, όταν τα πράγματα αγρίεψαν κι έπρεπε να δουλέψω οπουδήποτε, είχα το θάρρος να παρουσιαστώ οπουδήποτε. Και τα κατάφερα ικανοποιητικά και επέζησα και έβγαλα χρήματα, ώστε να σπουδάσω με δική μου δαπάνη αυτό που λαχταρούσα και να κάνω πια τη δουλειά που μου αρέσει. Διότι τα πράγματα ήρθαν ανάποδα και η οικογένεια διαλύθηκε κι εγώ βρέθηκα ολομόναχη. Ποιος θα μπορούσε να το προβλέψει; Αμέσως μετά, οι γονείς μου πέθαναν, για διαφορετικούς λόγους μέσα στον ίδιο χρόνο. Χάθηκε ακόμα και η ψευδαίσθηση της οικογένειας. Τι είχε μείνει; Τα μαθήματα ζωής που είχα πάρει. Αντί να πέσω στα πατώματα, αξιοποίησα όλα όσα είχα μάθει από αυτούς που έκαναν λάθη καθοριστικά για τη ζωή μου και τα οποία με βοήθησαν να ανατρέψω όλα τα προγνωστικά! Ήμουν ικανή να εργαστώ οπουδήποτε. Μέσα στη μεγαλύτερη καταστροφή που μπορεί να βρει ένα δεκαεξάχρονο παιδί, ήξερα τον τρόπο να επιβιώσω έντιμα. Να κερδίζω 10 και να ξοδεύω 8. Να κάνω δύο και τρεις δουλειές ταυτόχρονα. Να κυνηγήσω το όνειρό μου και να το πετύχω, για να έχω τώρα εσένα κυρία μητέρα να μην καταλαβαίνεις πως οφείλεις να μεγαλώσεις παιδιά αυτόνομα και δυνατά!

Γιατί, βλέπεις; Κοίτα πώς τα έφερε ο καιρός! Τα παιδιά σου πρέπει να εργαστούν και δεν ξέρουν πώς και πού! Τα έμαθες να θεωρούν τη δουλειά ντροπή. Να περιμένουν πάντα έναν υπηρέτη να κάνει τις δύσκολες δουλειές και εσύ ήσουν ο υπηρέτης τους. Όχι η μητέρα τους. Η μητέρα είναι πάνω από όλα δασκάλα, σοφή και δυνατή δασκάλα για τα παιδιά της. Έχεις δει την ταινία που αφηγείται τη ζωή του τυφλού Ray Charles; Λέγεται «Ray». Δες την και επικεντρώσου στη σκηνή που η μητέρα αφήνει τον σχεδόν τυφλό γιο της (που ξέρει πως σύντομα θα τυφλωθεί εντελώς) να κινείται  μόνος του μέσα στο δωμάτιο. Παρατήρησε τη δύναμη και τον πόνο της, όταν πλησιάζει στη φωτιά και καίγεται. Και τον αφήνει να βιώσει τον πόνο. Ξέρεις γιατί; Γιατί δεν έχει την ψευδαίσθηση πως είναι αθάνατη. Γνωρίζει πως ο γιος της κάποτε θα πρέπει να τα βγάζει πέρα μόνος του. Δες το και συλλογίσου!

Δεν ξέρω πώς να στο πω χωρίς να σε τρομάξω!
Αλλά, ένας νέος άνθρωπος που είχε γονείς full service, που δεν έπιασε ποτέ τη σκούπα στα χέρια του, που δεν ξέρει να φροντίσει τα ρούχα του, που δεν βγήκε ποτέ στη ζούγκλα των δημοσίων υπηρεσιών να πληρώσει έναν λογαριασμό, έστω με τα λεφτά των γονιών του, που όταν λείπει κάτι από το ψυγείο ουρλιάζει στη μάνα του, αντί να πάει να ψωνίσει,
δεν πρόκειται ποτέ, μα ποτέ, να πάει να μαζέψει φράουλες για να ζήσει!
Και αν πάει, το σώμα του θα τον προδώσει σε λίγες ώρες.
Και αν αντέξει λίγο παραπάνω, θα καταρρεύσει ψυχολογικά.
Ο ασφαλέστερος τρόπος να μεγαλώσεις σωστά το παιδί σου είναι να συνειδητοποιήσεις πως δεν είσαι άτρωτος, δεν είσαι αθάνατος. Μεγαλώνεις ανθρώπους που, αργά ή γρήγορα, θα πρέπει να καταφέρουν μόνοι τους. Και δεν ξέρεις ούτε το πότε ούτε υπό ποιες συνθήκες θα κληθούν να το κάνουν.

Εσύ, λοιπόν, που τα παιδιά σου είναι ακόμα μικρά, αντί να τους πετάς στα μούτρα το κινέζικο χαζοπαίχνιδο από τα Τζάμπο, παίξε μαζί τους δουλεύοντας. Σκουπίστε, μαγειρέψτε, καθαρίστε τα τζάμια μαζί! Για τα παιδιά, παιχνίδι είναι κι αυτό. Και αν κάποιες στιγμές δυσανασχετούν, αγνοήστε το. Σημασία έχει πως θα γνωρίζουν πώς να ζήσουν, όποια τροπή και αν πάρουν τα πράγματα. Θα έρθει μια μέρα που η ευγνωμοσύνη τους για σας, θα τους χαρίσει τόση ευτυχία, που τίποτα, μα τίποτα δεν μπορέσει να τους την πάρει!



Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

Ομιλείτε πολιτικά;

Έξαλλος ο πολίτης με τον ανασχηματισμό! Ξεφυλλίζει την αθλητική εφημερίδα, αναστενάζει και παραμιλάει.

- Δεν σωζόμαστε, σου λέω, με αυτούς τους προδότες που μπλέξαμε. Πάει, θα μας καταστρέψουν εντελώς!
- Με συγχωρείτε κύριε. Αλλά, πώς το ξέρετε;
- Τι πώς το ξέρω. Δεν είδες ποιους έβαλε υπουργούς;
- Ναι, είδα ποιους έβαλε. Αλλά, δεν γνωρίζω ακόμα τι πρόκειται να κάνουν.
- Ό, τι έκαναν και πριν θα κάνουν. Θα μας ρημάξουν στα μέτρα, στους φόρους, θα κλείσουν τα πάντα.
- Γιατί να το κάνουν αυτό;
- Γιατί έτσι τους λένε τα αφεντικά τους, οι Γερμαναράδες.
- Και γιατί να θέλουν κάτι τέτοιο οι Γερμανοί;
- Κάτι απορίες που έχεις όμως! Για να μας πάρουν τα σώβρακα, γι’αυτό.
- Είναι τόσο πολύτιμα τα σώβρακά μας;
- Αυτοί τέτοιοι ήταν πάντα.
- Καλά. Ας πούμε ότι οι Γερμανοί ξέμειναν από σώβρακα και θέλουν τα δικά μας. Οι υπουργοί γιατί να θέλουν να μας αφήσουν ξεβράκωτους;
- Για να φάνε τον άμπακο πάλι.
- Μα, αν μας ξεβρακώσουν δεν θα’χουμε λεφτά να μας φάνε. Εμείς τους πληρώνουμε. Δεν έχει νόημα.
- Τότε, γιατί έβαλε πάλι όλα τα λαμόγια;
- Ποιος είναι λαμόγιο;
- Όλοι! Θα βολέψουν πάλι τους δικούς τους.
- Πού θα τους βολέψουν; Δεν είπατε ότι θα κλείσουν όλα;
- Κάτι θα αφήσουν, για να βολέψουν τα δικά τους παιδιά. Δεν είδες που πήγε και ανάστησε τους τελειωμένους; Άκου τον Χρυσοχοΐδη!
- Μα, ο Χρυσοχοΐδης ήταν δεύτερος σε ψήφους στη Β Αθηνών. Επιλογή του λαού είναι.
- Ναι, αυτός δεν είχε διαβάσει ούτε το μνημόνιο!
- Ε, ως τώρα φαντάζομαι θα του έχει ρίξει μια ματιά. Τι στο καλό!
- Και ο Κυριάκος;  Από πού και ως πού να δώσει υπουργείο στον Μητσοτάκη τον νεοφιλελεύθερο;
- Μα, ο Μητσοτάκης ήταν πρώτος σε σταυρούς στη Β Αθηνών. Τον επέλεξε ο κόσμος.  Βασικά, οι 30 από τους 40 είναι εκείνοι με τους περισσότερους σταυρούς στις περιφέρειές τους. Εμείς τους διαλέξαμε.
- Κι επειδή τους ψήφισαν μερικοί ηλίθιοι, έπρεπε να τους δώσει υπουργεία;
- Και σε ποιούς να τα έδινε;
- Πού να ξέρω; Δική του δουλειά είναι. Να βρει άξιους και τίμιους που θα κοιτάζουν το συμφέρον του λαού και όχι το δικό τους. Αυτό δεν είναι δημοκρατία....
- ...η χούντα δεν τελείωσε το 73;
- Ορίστε;
- Όχι, λέω, αν ο πρωθυπουργός αποφάσιζε να υπουργοποιήσει άλλους από αυτούς που ψηφίσαμε εμείς, θα ήταν πιο δημοκρατικό;
- Δημοκρατικό είναι αυτό που ωφελεί τον λαό. Αυτό ξέρω εγώ.
- Ναι, αλλά το επιλέγει ο λαός. Αν κάνει όλες τις επιλογές ένας βασιλιάς, είναι μοναρχία.
- Σοβαρά; Εμείς αποφασίσαμε, δηλαδή, να πάει ο Άδωνης να κλείσει τα νοσοκομεία;
- Έκλεισαν τα νοσοκομεία;
- Θα τα κλείσει. Τι θα κάνει;
- Συγγνώμη, έχετε το κληρονομικό χάρισμα;
- Μα το λέει όλος ο κόσμος!
- Ε, άμα το λέει ο κόσμος!
- Άλλωστε, είναι ποτέ δυνατόν να μας σώσουν αυτοί που μας έφεραν σε αυτή την κατάσταση;
- Όλα τα κλισεδάκια βλέπω, νεράκι....
- Τι κλισεδάκια; Αμφιβάλλεις;
- Τι να σας πω; Εγώ, πάντως μια εποχή που με είχε πιάσει μια απίστευτη τεμπελιά και είχα αφήσει για μήνες το σπίτι μου ρημαδιό, όταν κάποτε δεν μπορούσα να ζήσω μέσα σε αυτό, έβαλα το κεφάλι κάτω, ψόφησα στην κούραση μερικές μέρες και το έκανα κουκλί. Δεν χρειάστηκε να αφήσω το σπίτι μου για να το φτιάξει άλλος.
- Τι σχέση έχει αυτό;
- Δεν έχει, ε;
- Εγώ ξέρω πως αν θέλεις να φτιάξεις κάτι καινούργιο...
- Αααα! Νάτο και το άλλο με τα παλιά υλικά. Δεν έχετε δίκιο. Δώστε μου ότι κουρέλια έχετε να δείτε τι ωραία πράγματα μπορώ να σας φτιάξω.
- Δηλαδή, σου αρέσουν αυτοί οι υπουργοί, αν κατάλαβα.
- Κάποιοι μου αρέσουν, κάποιοι όχι. Αλλά δεν βλέπω κάτι καλύτερο υπό τις παρούσες συνθήκες. Βλέπετε εσείς;
- Μα σου είπα.
- Τι;
- Να μην έβαζε αυτούς.
- Όποιους και να έβαζε την ίδια συζήτηση δεν θα κάναμε;
- Τώρα ναι! Παλιά δεν ήταν έτσι όμως. Ψήφιζες έναν βουλευτή και ήξερες πως θα σε φροντίσει στην ανάγκη σου. Δεν ήταν ρομπότ όπως σήμερα.
- Πώς σε φρόντιζε, δηλαδή;
- Στα πάντα. Δεν άφηναν τον κοσμάκη στην ανεργία και στα νύχια της εφορίας. Αν είχες ανάγκη, πήγαινες στον βουλευτή σου και σε εξυπηρετούσε. Δεν είναι έτσι;
- Δεν ξέρω. Δεν γνώρισα τον βουλευτή μου. Είμαι ορφανή. Αλλά φαίνεται πως εσείς που τον γνωρίσατε, βιώνετε πολύ άσχημα την απώλεια.
- Άσχημα δεν θα πει τίποτα. Γίνανε όλοι λογιστές και βλέπουν μόνο νούμερα. Ανθρώπους τίποτα.
- Μα πριν είπατε ότι είναι λαμόγια, θα βολέψουν, θα κάνουν ρουσφέτια. Γιατί ανησυχείτε;
- Γιατί τώρα δεν έμεινε τίποτα για εμάς. Τα έφαγαν όλα οι κλέφτες.
- Ναι κύριέ μου. Όλα τα έφαγαν οι «εξυπηρετήσεις» στους άχρηστους και φυγόπονους, την ώρα που οι έντιμοι και οι προκομμένοι δεν έπαιρναν ανάσα. Άντε να τελειώνουμε με αυτές, να σηκώσουμε κεφάλι και εμείς τα ορφανά που μας φάγατε τις σάρκες τόσα χρόνια.
- Ε;
- Κουράγιο, λέω. Και μην ανησυχείτε. Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρει αυτή η κυβέρνηση. Αν θέλει, μπορεί να τα καταφέρει μια χαρά, αλλά αν αποτύχει, θα λάμψει και πάλι η πατρικού τύπου δημοκρατία σας. Με κουπόνια!


Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

4ος αιώνας π.Χ, ένας κόσμος που αλλάζει - 3. Ως τη φιλοκράτειο ειρήνη (Μέρος Δ)

Αριστοτέλης

Ο Αριστοτέλης  (384-322). Όταν η Ρητορική αναζητά την αλήθεια.

Ο Αριστοτέλης έφυγε από την πατρίδα του τα Στάγειρα σε ηλικία δεκαεπτά ετών και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα την εποχή που ο Πλάτων πραγματοποιούσε τη δεύτερη επίσκεψή του στον Διονύσιο της Σικελίας. Παρακολούθησε τα μαθήματα της Ακαδημίας έως τον θάνατο του δασκάλου του, του Πλάτωνα το 347, ο οποίος έχει αφιερώσει αυτά τα τελευταία χρόνια στη συγγραφή του «Τίμαιου», του «Κριτία», του «Φίληβου» και των «Νόμων». Στο διάστημα αυτό, ο Αριστοτέλης αναλαμβάνει και διδακτικό έργο με θέμα τη Ρητορική Τέχνη και τότε γράφει και τα τρία βιβλία του έργου του «Τέχνη Ρητορική», το οποίο αναθεωρήθηκε αρκετά χρόνια αργότερα. Ορίζει τη Ρητορική ως την "ικανότητα να ανακαλύπτουμε θεωρητικά αυτό το οποίο είναι, σε κάθε περίπτωση, ικανό να πείσει"

Στο πρώτο βιβλίο εξετάζει τα είδη των λόγων, τη θεματολογία τους και τον σκοπό που εξυπηρετούν. Εντοπίζει τις διαφορές ανάμεσα στον δικανικό, τον συμβουλευτικό και τον επιδεικτικό λόγο. Ο πρώτος ασχολείται με το δίκαιο και το άδικο, ο δεύτερος με το χρήσιμο και το βλαβερό και ο τρίτος με το ωραίο και το άσχημο.
Στο δεύτερο βιβλίο ορίζει τη ρητορική ως την τεχνική που χρειάζεται να καλλιεργήσει ένας αγορητής ώστε να είναι αποτελεσματικός. Το εργαλείο που προτείνει ο Αριστοτέλης είναι τα «ενθυμήματα», δηλαδή οι αναλογίες, οι παρομοιώσεις και δυνατές εικόνες και κάθε είδους επιστημονικός συλλογισμός, τα οποία σε συνδυασμό με τη γνώση της ψυχολογίας των ακροατών, καθιστούν τον ρήτορα ικανό να αποδείξει ότι κάτι είναι πιθανό, συναρπάζοντας ταυτόχρονα το κοινό του. Μόνο ένας ομιλητής με οξυδέρκεια, ευχάριστη διάθεση και ηθική ακεραιότητα μπορεί να οδηγήσει τους ακροατές του στην ψυχική κατάσταση που αυτός επιθυμεί. Είναι λοιπόν απαραίτητο να μελετήσει τα ανθρώπινα πάθη και τις αιτίες που τα προκαλούν. Πώς γεννιέται στην ανθρώπινη ψυχή ο φόβος, η ζήλια, η ευσπλαχνία κ.τ.λ. και πώς επηρεάζεται αυτή η διαδικασία από την ηλικία, η καταγωγή του και η οικονομική του κατάσταση; Εξετάζει επίσης τους τρόπους με τους οποίους η χρήση των ενθυμημάτων μπορεί να γίνει πιο αποτελεσματική, οδηγώντας τους ακροατές στα επιθυμητά συμπεράσματα και πώς αναιρείται επιτυχώς η γνώμη του αντιπάλου. Ο Αριστοτέλης δεν παραλείπει να διευκρινίσει πως η αξία της ρητορικής  έγκειται στο γεγονός ότι πρόκειται για αναζήτηση της αλήθειας, όπως είχε περιγράψει και ο Πλάτων στον «Φαίδρο» του. Ο σκοπός είναι, το ακροατήριο να κατανοήσει τις αντίθετες πλευρές του θέματος που εξετάζεται και αυτό απαιτεί ικανότητα στην ανάπτυξη της επιχειρηματολογίας. Έτσι, τονίζει πως "η ιδιαίτερη λειτουργία της δεν είναι να πείσει, αλλά να δει τους τρόπους πειθούς που περιλαμβάνονται σε κάθε ζήτημα"

Πλάτων και Αριστοτέλης - Φλωρεντία
Στο τρίτο βιβλίο εξετάζει τα ζητήματα που αφορούν το ύφος και της δομής του λόγου. Συμβουλεύει τους επίδοξους ρήτορες να δανειστούν τεχνικές από το επάγγελμα του ηθοποιού, ώστε να μάθουν πώς να κάνουν την παρουσία τους ενδιαφέρουσα και ελκυστική. Πρέπει ακόμα να μάθουν πώς να κάνουν τον λόγο τους απλό και κατανοητό και να τον εκφέρουν με χάρη και πρωτοτυπία. Μεγάλη βοήθεια σε αυτό προσφέρει η χρήση των μεταφορών, που δίνουν ζωντάνια στον λόγο και ακονίζουν την ικανότητα του κοινού να προβαίνει σε συγκρίσεις γεγονότων και απόψεων. Τέλος, τονίζει την αναγκαιότητα της ορθής χρήσης των ελληνικών, της καθαρής σύνταξης και της ενσωμάτωσης στον λόγο χαριτωμένων εκφράσεων και γνωμικών, που διευκολύνουν την απομνημόνευση και την μάθηση. Το έργο κλείνει με το ασύνδετο σχήμα: «Εἴρηκα, ἀκηκόατε, ἔχετε, κρίνατε», παρόμοιο με εκείνο που χρησιμοποίησε ο Λυσίας αρκετές δεκαετίες νωρίτερα ολοκληρώνοντας τον λόγο του «Κατά Ἐρατοσθένους» (ἀκηκόατε, ἑωράκατε, πεπόνθατε, ἔχετε• δικάζετε).

Ο Αριστοτέλης επιχείρησε με το έργο αυτό να συστηματοποιήσει την τέχνη της αγόρευσης και να την θέσει στην υπηρεσία της αλήθειας και του δικαίου. Αργότερα, στα «Πολιτικά» του, θα υπερασπιστεί ένα μετριοπαθές, μικτό πολίτευμα δημοκρατίας και αριστοκρατίας, το οποίο όμως δεν θα μπορούσε να πια να εφαρμοστεί εντός των ορίων της αυτοκρατορίας του Αλεξάνδρου. Παρ'όλα αυτά, η ρητορική αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων και υπήρξε αντικείμενο διδασκαλίας.

Τα τελευταία χρόνια του Ξενοφώντα και το τέλος του Ιερού Πολέμου. 

Κύρος Β΄
Ο Ξενοφών, από την εποχή που εγκαταλείπει τον Σκιλλούντα κι εγκαθίσταται στην Αθήνα ή την Κόρινθο,   φαίνεται πως έγραψε τα περισσότερα έργα του, μεταξύ των οποίων είναι η «Λακεδαιμονίων Πολιτεία», μία περιγραφή του πολιτεύματος του Λυκούργου και των ηθών της πόλης, πάνω στα οποία θεμελιώθηκε η μεγάλη της δύναμη, και ο «Αγησίλαος», ένας έπαινος του ανδρός τον οποίον θαύμαζε απεριόριστα και παρουσιάζει ως παράδειγμα προς μίμηση για εκείνους που επιδιώκουν την καλλιέργεια της προσωπικής τους ηθικής. Στο είδος της πολιτικής βιογραφίας ανήκει και η «Κύρου Παιδεία», μία μελέτη για τα χαρακτηριστικά του ιδανικού ηγέτη και το πρώτο ιστορικό μυθιστόρημα. Λίγο μετά το 355, γράφει το έργο «Πόροι», που είναι μία πρόταση για την οικονομική εξυγίανση της Αθήνας, θέμα που την ίδια εποχή απασχολεί, όπως είδαμε, και τους ρήτορες.  Τα «Απομνημονεύματα» είναι μία συρραφή διαφόρων αφηγήσεων για τον Σωκράτη, ο οποίος παρουσιάζεται ως  πρότυπο αρετής. Ο Ξενοφών αποκρούει την κατηγορία εναντίον του δασκάλου του και παρουσιάζει την ηθική του διδασκαλία, διανθισμένη με πολλές παραπομπές από ποιητές και μύθους, όπως τον μύθο του Προδίκου για τον Ηρακλή στο σταυροδρόμι.

Ο Ξενοφών πέθανε γύρω στο 350, στην Κόρινθο ή στην Αθήνα. Είναι η εποχή που οι Φωκείς, αφού έχασαν τον πόλεμο, καταδικάστηκαν με υψηλό ετήσιο πρόστιμο προκειμένου να αποκατασταθούν οι ζημιές που είχαν προκαλέσει. Επιπλέον, τους αφαιρέθηκαν οι δύο ψήφοι που είχαν στο συμβούλιο της ιερής αμφικτυονίας και δόθηκαν στον Φίλιππο.
Ο καταστροφικός αυτός Ιερός πόλεμος, που διήρκεσε από το 356 έως το 346, ρήμαξε ηθικά και υλικά τις ήδη ταλαιπωρημένες ελληνικές πόλεις και έδωσε την ευκαιρία στον Φίλιππο να αναμειχθεί ενεργά στις υποθέσεις τους. Η Αθήνα θα αναγκαστεί τελικά να συνάψει με τον Φίλιππο την βραχύβια Ειρήνη του Φιλοκράτη, η οποία αποδείχτηκε αναποτελεσματική.


Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013

4ος αιώνας π.Χ, ένας κόσμος που αλλάζει - 3. Ως τη φιλοκράτειο ειρήνη (Μέρος Γ)

 Δημοσθένης, ο ρήτορας (384-322). 


Μέχρι σήμερα, το πρώτο όνομα που μας έρχεται στο μυαλό ακούγοντας τη λέξη «ρήτορας», είναι Δημοσθένης, ο οποίος ήταν γόνος εύπορης οικογένειας του Δήμου Παιανίας. Γεννήθηκε το 384 και ορφάνεψε από πατέρα επτά χρόνια αργότερα. Είναι γνωστή η περιπέτεια που είχε με τους ανέντιμους διαχειριστές της κληρονομιάς του, λόγω της οποίας ασχολήθηκε με τα δικονομικά. Η εμπειρία που απέκτησε στα δικαστήρια διεκδικώντας την κληρονομιά του αξιοποιήθηκε κατά τη σταδιοδρομία του ως επαγγελματία λογογράφου. Δάσκαλός του ήταν ο σπουδαίος ρήτορας Ισαίος και, όπως μας πληροφορεί ο Κικέρων, ήταν επιμελής αναγνώστης και ακροατής του Πλάτωνα. Μεγάλη επιρροή άσκησε επάνω του και το έργο του Θουκυδίδη, που ανέπτυξε μέσα του τη λαχτάρα για την αναβίωση του μεγαλείου της Αθήνας.
Λέγεται ότι εργάστηκε και ως  δάσκαλος της ρητορικής τέχνης, αλλά δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα για πόσον καιρό το έκανε. Είναι πάντως βέβαιο πως από τη στιγμή που ενεπλάκη στην πολιτική, έπαψε να εργάζεται ως συνήγορος.
Ο Δημοσθένης μειονεκτούσε πολύ σωματικά. Ήταν καχεκτικός, είχε πολύ αδύναμη φωνή και τραύλιζε, μειονεκτήματα που χρειάστηκε πολλά χρόνια και σκληρές προσπάθειες για να ξεπεράσει. Χρησιμοποιούσε βότσαλα για να κάνει ασκήσεις ορθοφωνίας, εκφωνούσε τους λόγους του στη θάλασσα για να εξοικειωθεί με τη φασαρία του ακροατηρίου και να δυναμώσει τη φωνή του, μέχρι που πήρε μαθήματα υποκριτικής από κάποιον ηθοποιό, ώστε να ξεπεράσει τη δειλία του και να γίνει πιο πειστικός. Τα αποτελέσματα ήταν αξιοθαύμαστα και ήδη από τα αρχαία χρόνια, είχε αποκτήσει εξαιρετική φήμη για τη ρητορική του δεινότητα. Όπως, όταν έλεγαν «ο ποιητής», εννοούσαν τον Όμηρο, έτσι και όταν έλεγαν «ο ρήτορας», εννοούσαν τον Δημοσθένη.

Υπεράσπιση ιδιωτών


Από τους πρώτους λόγους του, που αφορούν ιδιωτικές υποθέσεις, είναι ο «Υπέρ Φορμίωνος» το 350.  Ο Φορμίων ήταν δούλος που εξελίχθηκε σε εκμισθωτή των επιχειρήσεων του τραπεζίτη Πασίωνα. Πεθαίνοντας αυτός, ορίζει στη διαθήκη του να νυμφευθεί ο Φορμίων τη σύζυγό του, αλλά όταν αυτό έγινε δημιουργήθηκε πρόβλημα με τους γιους του τραπεζίτη, ένας εκ των οποίων ήταν ο Απολλόδωρος. Η δίκη αφορούσε τα χρήματα που οικειοποιήθηκε ο Φορμίων μετά τον θάνατο της συζύγου του και μητέρας του μηνυτή και κατέληξε σε συμβιβασμό. Αργότερα, ο Απολλόδωρος επανέρχεται ζητώντας είκοσι τάλαντα. Στον λόγο του, ο Δημοσθένης αποκαλεί τον Απολλόδωρο συκοφάντη, εφόσον ο Φορμίων σε τίποτα δεν είχε παρανομήσει, αλλά του είχε αποδώσει όλα όσα του ανήκαν.
«Όσα, λοιπόν, πρέπει πλέον να εξετάσετε σχετικά με το γεγονός ότι η αγωγή δεν μπορεί να γίνει δεκτή, να τα ανακαλέσετε στη μνήμη σας από αυτά που έχουν ειπωθεί. Γιατί, Αθηναίοι, αφού έγινε, αφενός, οικονομικός έλεγχος και υπήρξε απαλλαγή για τη μίσθωση και της τράπεζας και του εργαστηρίου ασπίδων, και αφετέρου παραπομπή σε διαιτησία και πάλι υπήρξε απαλλαγή από όλα, ενώ οι νόμοι δεν επιτρέπουν εκ νέου μηνύσεις για όσα έχει κανείς μια φορά απαλλαγεί, και αυτός συκοφαντικά μας μηνύει, καταγγείλαμε με βάση τους νόμους ότι η δίωξη δεν είναι αποδεκτή.» (23-24)
Ο Δημοσθένης κέρδισε την υπόθεση, αλλά ο Απολλόδωρος δεν το έβαλε κάτω! Επανέρχεται, αυτή τη φορά εναντίον ενός μάρτυρα υπεράσπισης του Φορμίωνα, του Στεφάνου, τον οποίον κατηγορεί για ψευδορκία. Αυτή τη φορά, ο Δημοσθένης εκπροσωπεί τον Απολλόδωρο και γράφει τον «Κατά Στεφάνου ψευδομαρτυριών»:
«ο άνθρωπος αυτός (ο Στέφανος), τότε που συνέβαινε να ευπορεί ο Αριστόλοχος ο τραπεζίτης, βάδιζε κοντά του και του έκανε τεμενάδες•...Όταν όμως εκείνος καταστράφηκε και πτώχευσε, αφού μάλιστα λεηλατήθηκε από τον Στέφανο και τους ανθρώπους σαν αυτόν, κι όταν ο γιος του βρέθηκε αντιμέτωπος σε πολλές δυσκολίες, ο Στέφανος δεν του παραστάθηκε ποτέ ούτε τον βοήθησε•... Έπεσε στη συνέχεια το μάτι του στο Φορμίωνα• απ' όλους τους Αθηναίους αυτόν διάλεξε και μ' αυτόν έγινε φίλος και για χάρη του έπλευσε στο Βυζάντιο ως πρεσβευτής, όταν οι Βυζαντινοί κατάσχεσαν τα πλοία του, και μίλησε για την υπόθεση του στους Καρχηδονίους, κι έτσι ψευδομαρτύρησε φανερά εναντίον μου...Προτίμησε ωστόσο, άνδρες Αθηναίοι, να κάνει αυτά που φέρνουν τόσο μεγάλη ντροπή, σκοπεύοντας να αποφεύγει τις υποχρεώσεις του προς την πόλη και να αποκρύπτει την περιουσία του• για να κάνει κρυφές δουλειές μέσω της τράπεζας και να μην αναλαμβάνει ούτε χορηγία ούτε τριηραρχία ούτε τίποτε άλλο απ' όσα οφείλει. Και το 'χει καταφέρει αυτό. Αυτό είναι η απόδειξη: ενώ έχει τόση περιουσία, ώστε να προικίσει την κόρη του με εκατό μνες, δεν τον έχετε δει ποτέ να αναλάβει καμιά δαπάνη για χάρη της πολιτείας, ούτε την πιο μικρή.» (63-66)
Η απόφαση του Δημοσθένη να στηρίξει τον δικομανή Απολλόδωρο οφείλεται ίσως σε πολιτικούς λόγους. Ο Απολλόδωρος ανήκε στην αντιμακεδονική παράταξη και ήταν σύμμαχος, τον οποίο ο ρήτορας χρειαζόταν στον πολιτικό του αγώνα εναντίον του Φιλίππου, έναν αγώνα που θα σημαδέψει όλη του ζωή.

Η πολιτική σταδιοδρομία του Δημοσθένη


Εισερχόμενος στον πολιτικό στίβο, ο Δημοσθένης, αμέσως μετά τον συμμαχικό πόλεμο (355), γράφει τον λόγο «Κατ’ Ανδροτίωνος»,  ενός μαθητή του Ισοκράτη. Ήταν μία δίκη που αφορούσε παράνομο ψήφισμα (γραφή παρανόμων), μια κατηγορία που απασχολούσε τον περισσότερο χρόνο τους δικαστές της εποχής. Αντίθετα με τη σύγχρονη βουλευτική ασυλία, στην αρχαία Αθήνα κάθε πολίτης είχε το δικαίωμα να ελέγξει μια πρόταση που ερχόταν προς ψήφιση (ή και μετά την ψήφισή της) και να επιχειρηματολογήσει εναντίον της αν αυτή ακύρωνε έναν ήδη υπάρχοντα νόμο. Φαίνεται, όμως, πως τον 4ο αιώνα αυτό το δικαίωμα είχε γίνει στα χέρια πολλών, όπλο για την εξόντωση των πολιτικών τους αντιπάλων. Εκτός, αν πράγματι τόσες πολλές προτάσεις ήταν παράνομες. Το παράνομο ψήφισμα στην περίπτωση αυτή ήταν η πρόταση του Ανδροτίωνα να στεφανωθεί η βουλή, αν και δεν είχε επιτελέσει το έργο που της είχε ανατεθεί, δηλαδή τη ναυπήγηση συγκεκριμένου αριθμού πλοίων.
Αυτός, λοιπόν, ο Ανδροτίων είχε, επίσης, εισηγηθεί διάταγμα για τον σχηματισμό σώματος καταπολέμησης της φοροδιαφυγής. Το διάταγμα ψηφίστηκε και το σώμα συστάθηκε με επικεφαλής τον ίδιο. Ο Δημοσθένης στον λόγο του αναφέρει πως χρησιμοποιούσε πολύ σκληρές μεθόδους είσπραξης, πως τρομοκρατούσε τους πολίτες που χρωστούσαν φόρους, μέχρι και πως βασάνιζε κάποιους προκειμένου να αποκαλύψουν τα κρυμμένα περιουσιακά τους στοιχεία. Τονίζοντας το ευτελισμό που υφίσταται το πολίτευμα από τέτοιες πρακτικές, γράφει ο Δημοσθένης: «Άνδρες Αθηναίοι, τα ποσά που έφερε, πίσω στο ταμείο ο Ανδροτίων με αυτές τις μεθόδους, όσο σημαντικά και αν είναι, δεν αντισταθμίζουν την ζημιά που σας έχει προκαλέσει η εισαγωγή τέτοιων πρακτικών στο Κράτος".
Δύο χρόνια αργότερα, το 353, ο Τιμοκράτης εισηγείται ένα νόμο, σύμφωνα με τον οποίο οι οφειλέτες του Δημοσίου δεν θα φυλακίζονταν για κάποιο διάστημα, παρέχοντας εγγυήσεις. Μεταξύ άλλων, με αυτό τον νόμο θα γλίτωνε και ο Ανδροτίων, ο οποίος είχε υπεξαιρέσει δημόσιο χρήμα και είχε η κατάχρηση είχε αποκαλυφθεί. Κατήγορος σε αυτή τη γραφή παρανόμων είναι, όπως και στην προηγούμενη υπόθεση, ο Διόδωρος και θα χρησιμοποιήσει τον λόγο «Κατά Τιμοκράτους» που του γράφει και πάλι ο Δημοσθένης. Η ακαταστασία που έχει επικρατήσει στο νομικό σύστημα είμαι εμφανής: «Το Κράτος μας, κύριοι δικαστές, διοικείται με νόμους και ψηφίσματα. Αν, λοιπόν, κάποιος ακυρώσει όσα έχουν αποφασιστεί με ψηφοφορία με έναν καινούργιο νόμο, που θα καταλήξει αυτό; Και είναι ορθό να μιλάμε για νόμο και όχι για ανομία;»(152)

«Λεφτά υπάρχουν»: Οι προτάσεις του Δημοσθένη για την αντιμετώπιση του μακεδονικού κινδύνου


Το 354 η πολιτική δράση του Δημοσθένη συνεχίζεται με τον λόγο «Περί Συμμοριών». Συμμορίες ήταν οι ομάδες στις οποίες είχαν χωριστεί οι 1200 πλουσιότεροι Αθηναίοι πολίτες μαζί με μετοίκους των οποίων τον αριθμό δεν γνωρίζουμε, οι οποίοι είχαν υποχρέωση να καταβάλλουν έκτακτο φόρο (εἰσφοραί) σε περιόδους που η κατάσταση της πόλης το απαιτούσε. Η πρώτη συμμορία, που περιελάμβανε τους 300 πλουσιότερους, αναλάμβανε να προκαταβάλει το συνολικό ποσό των εισφορών και στη συνέχεια να το εισπράξει από τις υπόλοιπες συμμορίες.
Σε αυτόν τον λόγο, ο Δημοσθένης προτείνει την αναμόρφωση των συμμοριών και την αύξηση των μελών τους σε 2000, προκειμένου να μαζευτεί σύντομα ικανό ποσό για τον εξοπλισμό ισχυρού στόλου. Με τον τρόπο αυτό η Αθήνα θα έχει να επιδείξει ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, τις οποίες εύκολα θα εμπιστευτούν οι υπόλοιπες ελληνικές πόλεις και θα ζητήσουν μόνες τους συμμαχία, φοβούμενες πιθανή επίθεση του βασιλιά Αρταξέρξη Γ΄, που όπως ήθελαν οι φήμες, ετοιμαζόταν για εκστρατεία. Μόνο με προσεκτική προετοιμασία και αποφεύγοντας βιαστικές αποφάσεις, θα είχαν ελπίδες να αντιμετωπίσουν επιτυχώς τον περσικό κίνδυνο.
Ενώ η οικονομική κατάσταση της πόλης είναι άθλια, ο Δημοσθένης εμφανίζεται αισιόδοξος: «ἐγώ φημί εἶναι πόρον»· εγώ λέω πως λεφτά υπάρχουν, θα το έλεγε σήμερα. Κι εννοούσε πως αν πραγματικά έβλεπαν οι Αθηναίοι τον βασιλιά της Περσίας να πλησιάζει την πόλη τους, τότε θα έδιναν ευχαρίστως ένα τμήμα της περιουσίας τους για να σώσουν την υπόλοιπη. Προτείνει, λοιπόν: «Επομένως πρέπει προετοιμάσετε όλα τα άλλα, αλλά τα χρήματα να τα αφήσετε να τα έχουν όσοι τα έχουν (διότι πουθενά αλλού δεν πρόκειται να είναι φυλαγμένα τα χρήματα για το συμφέρον της πόλης), και εάν κάποτε έρθει αυτή η περίσταση, να τα πάρετε τότε από αυτούς που θα τα συνεισφέρουν με τη θέλησή τους.» (28)
Όταν ο Δημοσθένης θίγει ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, αποκαλύπτεται το μέγεθος της σύγχυσης που επικρατεί στις σχέσεις των ελληνικών πόλεων. Οι συμμαχίες άλλαζαν συνεχώς και ενώ η συμμαχία με τη Σπάρτη υπήρχε ακόμα, ήταν πλέον εξαιρετικά εύθραυστη. Ο Δημοσθένης επιχειρεί να πείσει τους Αθηναίους να κρατήσουν μία ισορροπία τέτοια, που δεν θα επιτρέψει να ισχυροποιηθούν ούτε οι Θηβαίοι ούτε οι Λακεδαιμόνιοι. Για τον λόγο αυτό, η Αθήνα θα πρέπει να στηρίζει τις ασθενέστερες πόλεις και να μην τις αφήνει στα χέρια των δυνατών. Αυτή η ειρήνευση μεταξύ των Ελλήνων είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση του κινδύνου που πλησιάζει.

Επιτύμβια στήλη από τα ερείπια της Ολύνθου
Στον  πρώτο «Κατά Φιλίππου» (352) παρουσιάζει ένα λεπτομερές πρόγραμμα για την εξεύρεση των χρημάτων που απαιτούνται για την ενίσχυση του στόλου. Τονίζει το επείγον της κατάστασης, βλέποντας πως ο Φίλιππος ενδυναμώνεται και επεκτείνει την επιρροή του τόσο, ώστε να κινδυνεύουν ακόμα και τα παράλια της Αττικής. Έχει μαθευτεί στην Αθήνα πως ο στρατός του Φιλίππου πολιορκεί το Ηραίον τείχος, και οι ανησυχία για τους Αθηναίους κληρούχους της Θράκης που κινδυνεύουν κάνει τις προτάσεις του Δημοσθένη να ακούγονται πιο σοβαρές και ενδιαφέρουσες. Ωστόσο, λόγω ασθενείας του Φιλίππου, η πολιορκία στο Ηραίον τείχος έληξε άδοξα και ο φόβος των Αθηναίων υποχώρησε.
Δύο χρόνια αργότερα, οι Ολύνθιοι, που έχοντας λάβει την Ποτίδαια από τον Φίλιππο είχαν συμμαχήσει μαζί του, τώρα αλλάζουν στάση και επαναστατούν εναντίον του, αντιλαμβανόμενοι πως σύντομα θα έχουν και αυτοί την τύχη των άλλων πόλεων. Ο Δημοσθένης μάταια ζητά από τους Αθηναίους να βοηθήσουν την Όλυνθο να παραμείνει αυτόνομη, στους τρεις Ολυνθιακούς που εκφωνεί από το φθινόπωρο του 349 έως την άνοιξη του 348. Ο Φίλιππος, αποκτά τη δύναμή του με δόλια μέσα και γι’αυτό δεν θα έχει διάρκεια, αρκεί να αναλάβουν δράση αμέσως: «Δεν είναι λοιπόν περίεργο που, εκστρατεύοντας ο ίδιος προσωπικά και κοπιάζοντας και όντας πανταχού παρών, χωρίς να χάνει ευκαιρία ούτε λεπτό, είναι ισχυρότερος από εμάς, οι οποίοι αναβάλλουμε, βγάζουμε ψηφίσματα και συγκεντρώνουμε πληροφορίες. Καθόλου δεν απορώ με αυτό. Το αντίθετο μάλιστα θα ήταν παράξενο, αν εμείς, χωρίς να κάνουμε τίποτε απ' όσα ταιριάζουν σε όσους βρίσκονται σε πόλεμο, νικούσαμε αυτόν που κάνει τα πάντα.» (Β΄ Ολυνθ.23)
Ο Δημοσθένης θα ζητήσει επίσης να παραχωρηθούν τα ποσά από τα θεωρικά εισιτήρια για τις στρατιωτικές δαπάνες και να καταργηθούν οι νόμοι με τους οποίους απαλλάσσονταν οι ανυπότακτοι. Όταν όμως οι Αθηναίοι αποφασίζουν να στείλουν στρατεύματα, είναι πλέον αργά και η Όλυνθος πέφτει στα χέρια του Φιλίππου μαζί με άλλες 32 πόλεις.

Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013

4ος αιώνας π.Χ, ένας κόσμος που αλλάζει - 3. Ως τη φιλοκράτειο ειρήνη (Μέρος Β)


Ειρήνη και Πλούτος
Ο αγώνας του Ισοκράτη για ειρήνη και παιδεία

Στον λόγο  «Περί Ειρήνης» το 356, ο Ισοκράτης συμβουλεύει τους Αθηναίους να εκμεταλλευτούν την  Ειρήνη του Ανταλκίδα,  που έχει συναφθεί από το 386 και να εγκαταλείψουν την ηγεμονία τους στη θάλασσα, που ήταν η πηγή όλων των δεινών τους. Αντί να σπαταλούν χρήμα και δυνάμεις για να κατακτήσουν την γη των άλλων, να επικεντρωθούν στο πώς θα εξασφαλίζουν μια καλύτερη ζωή στον τόπο τους. Ο πόλεμος έχει επιφέρει μεγάλα δεινά στην πόλη και την έχει τελείως απογυμνώσει από το προηγούμενο μεγαλείο της. Προτείνει, λοιπόν, να τηρήσουν μια πιο συνετή στάση, να επιλύσουν τις διαφορές τους με τη διπλωματία, ώστε να επιδιώξουν την ευημερία σε ένα ειρηνικό περιβάλλον.
 «... έχουμε την εντύπωση πως, αν διασχίζουμε τις θάλασσες με πολλά πλοία και εξαναγκάζουμε τις πόλεις να μας καταβάλλουν φόρους και να στέλνουν αντιπροσώπους εδώ, θα επιτύχουμε το σκοπό μας. Είμαστε όμως πολύ μακριά από την αλήθεια. Από όσα ελπίζαμε τίποτα δεν πετύχαμε• αντίθετα, απ' αυτές τις ενέργειές μας έχουν προκύψει εχθρότητες, πόλεμοι και μεγάλες δαπάνες, πράγμα πολύ φυσικό.» (29)
Αυτό είναι το αποτέλεσμα της στρεβλής άποψης, η οποία έχει επικρατήσει την εποχή του Ισοκράτη, πως ενώ η αρετή είναι αξιέπαινη, εντούτοις δεν ωφελεί σε τίποτα, εφόσον μόνο οι άδικοι κατορθώνουν να επιτύχουν. Αυτός ο παραλογισμός είναι το αποτέλεσμα της δράσης των δημαγωγών, που κερδίζουν χρήμα και δόξα απαξιώνοντας την αρετή και προκαλώντας, ανάμεσα σε όλα τα δεινά που επιφέρει η πολιτική τους, και τον ευτελισμό της ηθικής των πολιτών. Είναι λοιπόν ανάγκη να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα και να μην δυσανασχετούν όταν κάποιος τολμά να τους πει την αλήθεια:
«....για τις αρρώστιες που έχουν σχέση με το σώμα οι γιατροί έχουν βρει πολλές και κάθε είδους θεραπείες, για την ψυχή όμως, που δε γνωρίζει τι είναι ορθό και που είναι γεμάτη από πονηρές επιθυμίες, άλλο φάρμακο δεν υπάρχει παρά ο λόγος που τολμά να επικρίνει τα σφάλματα.» (39)

Σφάλματα εντοπίζει ο Ισοκράτης στον χειρισμό τόσο των εξωτερικών όσο και των εσωτερικών ζητημάτων. Θεωρεί μεγάλη παρακμή τη χρήση μισθοφορικού στρατού, που αποτελείται από κάθε είδους αποβράσματα, έτοιμα να εγκαταλείψουν τη θέση τους μόλις κάποιος τους προσφέρει μεγαλύτερη αμοιβή. Στα εσωτερικά ζητήματα πάλι, η εκκλησία του Δήμου έχει χάσει τη σοβαρότητά της, καθώς άλλα επιθυμεί, άλλα ψηφίζει και αμέσως μετά μετανιώνει για αυτό που ψήφισε. Ακόμα χειρότερα, τοποθετεί σε θέσεις ευθύνης αχρείους και επικίνδυνους ανθρώπους:
«Παρά τον ισχυρισμό μας πως είμαστε οι πιο σοφοί των Ελλήνων, χρησιμοποιούμε ως συμβούλους ανθρώπους, που όλοι θα περιφρονούσαν, και αυτούς τους ίδιους τους διορίζουμε επικεφαλής όλων των κρατικών υποθέσεων, ενώ κανείς δεν θα τους ανέθετε καμία ιδιωτική του υπόθεση.» (52)
Αμφορέας με τη θεά Αθηνά (Παναθήναια)

Προτείνει, λοιπόν, τα εξής μέτρα για την αποκατάσταση της πόλης:
1. Να διορίζονται στα δημόσια αξιώματα άνθρωποι ικανοί, σαν εκείνους που επιλέγει κανείς για τις ιδιωτικές του υποθέσεις και να μην θεωρούνται φίλοι του λαού οι συκοφάντες ούτε οι τίμιοι και συνεπείς να ταυτίζονται με τους ολιγαρχικούς. Από τη φύση του κανείς δεν είναι κάτι από τα δύο, αλλά ο καθένας επιλέγει το πολίτευμα στο οποίο νιώθει πως τον εκτιμούν.
2. Η Αθήνα θα πρέπει να επιτρέψει την αυτονομία των συμμάχων της και να τους φέρεται όπως φέρεται κανείς σε φίλους, διότι είναι μεν η ισχυρότερη πόλη από την κάθε μία ξεχωριστά, αλλά απέναντι σε όλες μαζί είναι η πιο ανίσχυρη. Οι συμμαχίες πρέπει να συνάπτονται με ευεργεσίες και όχι με πολέμους.
3. Μετά από την ευσέβεια στους θεούς, το σημαντικότερο επίτευγμα είναι η εκτίμηση των υπόλοιπων Ελλήνων. Με τέτοια συμπεριφορά, οι ελληνικές πόλεις θα αναγνωρίσουν με τη θέλησή τους την ηγεμονία της Αθήνας.

Το 355, ο συμμαχικός πόλεμος λήγει άδοξα και η Αθήνα υποχρεώνεται να παραχωρήσει αυτονομία στις επαναστατημένες πόλεις. Παράλληλα, μόλις έχει ξεκινήσει στους Δελφούς ο «Τρίτος Ιερός Πόλεμος» μεταξύ των Φωκέων, που έχουν καταλάβει και καταληστέψει το Μαντείο, και των Θηβαίων που επιχειρούν να τους εκδιώξουν, ενώ ο νεαρός βασιλιάς Φίλιππος έχει τακτοποιήσει τα εσωτερικά ζητήματα της Μακεδονίας και στρέφεται προς την κεντρική Ελλάδα.
Αρχικά, ο Ονόμαρχος, ηγέτης των Φωκέων, που είχε εξοπλίσει τον στρατό του με καταπέλτες, κατόρθωσε να νικήσει δύο φορές τον Φίλιππο που επιτέθηκε, μόλις είδε πως κινδυνεύει η Θεσσαλία. Τελικά όμως, οι Φωκείς νικήθηκαν το 352 και δύο χρόνια αργότερα επιτίθενται και πάλι εναντίον των Θηβαίων. Οι Αθηναίοι, που έχουν πλέον αντιληφθεί την επικινδυνότητα του Μακεδόνα βασιλιά, τον αντιμετωπίζουν και τον σταματούν στις Θερμοπύλες, νίκη που δεν θα έχει όμως και μεγάλη σημασία, επειδή ο Φίλιππος, όχι μόνο έχει πλέον καταστεί κυρίαρχος της Θεσσαλίας, αλλά παρουσιάστηκε και ως προστάτης των ιερών και των οσίων, προστατεύοντας τους Δελφούς.

Ενώ λοιπόν μαίνεται ο Ιερός Πόλεμος, το 354, ο υπέργηρος πια Ισοκράτης γράφει το «Περί Αντιδόσεως». Είναι ο λόγος που εκφωνεί στο δικαστήριο για να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να εκθέσει τις απόψεις του για την πνευματική καλλιέργεια. Χρησιμοποιεί ως αφορμή μια δικαστική του περιπέτεια, όταν ο Λυσίμαχος, προκειμένου να αποφύγει μια πολυδάπανη λειτουργία, ζητά, όπως ορίζει ο νόμος της αντιδόσεως, να ανταλλάξει την περιουσία του με εκείνη του Ισοκράτη. Αυτός, με την ευκαιρία,  απολογείται για το συνολικό του έργο, απαντώντας σε όσους τον κατηγορούσαν πως διδάσκει τους νέους να κερδίζουν δικαστικούς αγώνες με αθέμιτους τρόπους. Παραθέτει αποσπάσματα από προηγούμενους λόγους του, αποδεικνύοντας πως το μόνο που έκανε, ήταν να παροτρύνει τους Έλληνες να εκστρατεύσουν εναντίον των βαρβάρων, ενωμένοι και χωρίς να σπαταλούν τις δυνάμεις τους στις μεταξύ τους έριδες.

Στη συνέχεια, υπερασπίζεται τη διδασκαλία του και την άποψή του για την ορθή επαγγελματική εκπαίδευση, τονίζοντας την αξία της πρακτικής εφαρμογής κάθε γνώσης που αποκομίζει ο μαθητής από τον δάσκαλο. Όσο για την ρητορική τέχνη, εκτός του ανυπέρβλητου πλεονεκτήματος που παρέχει το φυσικό ταλέντο, απαραίτητη είναι η απόκτηση τεχνικής και η εξάσκηση. Τίποτα, όμως, από αυτά δεν μπορεί να αποδώσει αν ο ρήτορας δεν έχει το απαραίτητο θάρρος για να μιλήσει μπροστά στο κοινό. Αυτά δίδασκε στους μαθητές του αξιοποιώντας τη ρητορική ως εργαλείο για την επιτυχία στην επαγγελματική ζωή.
Σχολείο της Αθήνας (Roger Payne)
Άλλωστε, αυτό που διαχωρίζει τον άνθρωπο από τα ζώα και του έδωσε την ευκαιρία να ζει πολιτισμένα σε κοινότητες είναι η δυνατότητα να μιλά, να εκφράζει τις σκέψεις και τις αποφάσεις του και να συνεννοείται με ακρίβεια με τους άλλους.
«Διότι ο λόγος νομοθέτησε για δικαίους και αδίκους και για καλούς και αισχρούς, χωρίς τον ορισμό των οποίων δεν θα μπορούσαμε να συμβιώσουμε. Με τον λόγο και τους κακούς ελέγχουμε και τους αγαθούς εγκωμιάζουμε. Με τον λόγο μορφώνουμε όσους έχουν ανάγκη μόρφωσης και δοκιμάζουμε τους νοήμονες· διότι το να μιλά κάποιος όπως πρέπει το θεωρούμε ως ύψιστο σημείο της ορθής σκέψης, και λόγος αληθής, σύμφωνος προς τον νόμο και προς την δικαιοσύνη, είναι εικόνα ψυχής υγιούς και ευπειθούς.» (255)
Πώς θα μπορούσε λοιπόν να κατηγορηθεί κάποιος, επειδή διδάσκει τους νέους να αποκτήσουν αυτή την τόσο ωφέλιμη ικανότητα, την ώρα που όλοι θαυμάζουν όσους την έχουν από τη φύση τους;
Αυτή τη χρονιά, εμφανίζεται στη δημόσια ζωή της Αθήνας ένας ρήτορας με εξαιρετικό ταλέντο, που θα βάλει σφραγίσει ανεξίτηλα την πολιτική ζωή του τόπου. Σε αντίθεση με τον Ισοκράτη που επιδιώκει πάση θυσία την ενότητα και την ειρήνη στον ελλαδικό χώρο, ο Δημοσθένης αγωνίζεται να πείσει τους Αθηναίους να προστατεύσουν την αυτονομία της πόλης τους και τη διατήρηση της ηγεμονίας της.

4ος αιώνας π.Χ, ένας κόσμος που αλλάζει - 3. Ως τη φιλοκράτειο ειρήνη (Μέρος Α)

                                                                 Ο Τρίτος Ιερός Πόλεμος

Β΄Αθηναϊκή Ηγεμονία
Μετά τη μάχη της Μαντίνειας, η Αθηναϊκή ηγεμονία είχε ενισχυθεί σε σχηματικό βαθμό, δεν υπήρχε όμως πια η υποδομή για τη συντήρησή της. Ο στρατός της Αθήνας που αποτελείτο πια από μισθοφόρους, συμπεριφέρθηκε βάναυσα στις συμμαχικές πόλεις, οι οποίες αντέδρασαν άμεσα επιδιώκοντας την αποδέσμευσή τους από τη συμμαχία. Έτσι, το 358 αρχίζει ο συμμαχικός πόλεμος, που θα διαρκέσει τρία χρόνια και όχι μόνο θα καταλήξει άδοξα για την Αθήνα, αλλά θα σημάνει και το τέλος της προσπάθειας συνένωσης των ελληνικών πόλεων υπό την ηγεσία μίας πόλης - υπερδύναμης.

Εντωμεταξύ, το 362 αρχίζει μία διένεξη μεταξύ Θηβαίων και Φωκέων που θα οδηγήσει σε έναν ανίερο πόλεμο,  όταν οι δεύτεροι αρνήθηκαν να βοηθήσουν τους πρώτους να εκστρατεύσουν εναντίον της Σπάρτης. Οι Θηβαίοι ζητούν τότε να επιβληθεί πρόστιμο στους Φωκείς, επειδή καλλιεργούσαν αυθαίρετα κάποια κτήματα που ανήκαν στο Μαντείο. Με τη χρηματοδότηση της Σπάρτης και τη βοήθεια των Αθηναίων και των τυράννων των Φερών, οι Φωκείς, με αρχηγό τον Φιλόμηλο, καταλαμβάνουν τους Δελφούς και προβαίνουν σε εξαιρετικά ασεβείς πράξεις. Αφού εξόντωσαν τους «θρακίδες», το ιερό γένος που κατείχε την εξουσία των Δελφών, εξανάγκασαν την Πυθία να χρησμοδοτήσει ευνοϊκά για τον αρχηγό τους. Εκείνη, μη έχοντας άλλη επιλογή, αποφαίνεται «ἔξεστιν αὐτῷ πράττειν ὅ βούλεται».
Το 360, ο αρχηγός τους Ονόμαρχος ξοδεύει ένα μεγάλο ποσό από τον θησαυρό του Μαντείου για τη σύσταση μισθοφορικού στρατού 20.000 στρατιωτών και 1.000 ιππέων και για την οχύρωση των πόλεών του.
Πολιτική και Ηθική Κρίση

Ο Ισοκράτης επικεντρώνεται στον αγώνα για την αποκατάσταση του πολιτεύματος και του ήθους των πολιτών. Η έλλειψη ευσέβειας, ορθής κρίσης και συνετής συμπεριφοράς οφείλεται στην παρακμή της Δημοκρατίας, η οποία με τη σειρά της ώθησε τους πολίτες προς τα χαλαρά ήθη και τη διαφθορά. Μόνο η αναμόρφωση του πολιτικού ήθους μπορεί να οδηγήσει στην εκπλήρωση της πανελλήνιας ιδέας του ρήτορα που εξακολουθεί να ελπίζει πως το όνειρό του είναι εφικτό.

Το 357, είχε κυκλοφορήσει ο «Αρεοπαγιτικός» του, ένας λόγος που παρακινεί τους Αθηναίους να ταχθούν υπέρ της αποκατάστασης της δημοκρατίας σύμφωνα με τις αρχές και το όραμα των ιδρυτών της (του Σόλωνα και του Κλεισθένη). Επιστροφή στα χρόνια εκείνης της δημοκρατίας που εξασφάλισε στην Αθήνα τη μεγαλύτερη δόξα και την έκανε την ηγέτιδα δύναμη όλης της Ελλάδας. Στρέφεται εναντίον της  οχλοκρατίας της εποχής του, που οδήγησε την πόλη σε αδυναμία και παρακμή σε όλους τους τομείς.
Ο Σόλων
 «Εκείνοι λοιπόν που διοικούσαν την πολιτεία κατά την παλαιότερη εποχή, εγκατέστησαν πολίτευμα που δεν είχε μόνον όνομα δημοφιλέστατο σε όλους και γλυκύτατο, ενώ στην πράξη δεν έδινε την εντύπωση αυτή σε όσους ζούσαν με αυτό και δεν εκπαίδευε τους πολίτες έτσι που να θεωρούν την ακολασία δημοκρατία, την παρανομία ελευθερία, την αυθάδεια ισονομία, ούτε τέλος την εξουσία να κάνουν όλα αυτά ευδαιμονία, αλλά πολίτευμα που μισώντας και τιμωρώντας τους ανθρώπους αυτού του είδους κατόρθωσε μ να κάνει όλους τους πολίτες καλύτερους και φρονιμότερους. Εξαιρετική μάλιστα συμβολή για την καλή διοίκηση της πολιτείας παρείχε το γεγονός ότι, ενώ επικρατούσε η δοξασία ότι υπάρχουν δύο είδη ισότητας και η μία απονέμει σ' όλους τα ίδια δικαιώματα και η άλλη ό,τι πρέπει στον καθένα, δεν αγνοούσαν τη χρησιμότερη, αλλά εκείνη που έδινε τα ίδια δικαιώματα και στους ηθικούς και στους πονηρούς, την αποδοκίμαζαν, γιατί τη θεωρούσαν άδικη, ενώ εκείνην που τιμούσε και τιμωρούσε τον καθένα ανάλογα με την αξία του, την προτιμούσαν και έτσι διοικούσαν την πολιτεία, και δεν εξέλεγαν τους άρχοντες απ' όλους τους πολίτες ανεξαιρέτως, αλλά για κάθε αξίωμα επέλεγαν τον καλύτερο και τον ικανότερο, γιατί θεωρούσαν ότι και οι άλλοι πολίτες θα είναι όμοιοι μ' εκείνους που αναλαμβάνουν υπεύθυνα τη διοίκηση των πολιτικών πραγμάτων. Εκτός αυτού, θεωρούσαν ότι η εκλογή αυτή των αρχόντων είναι περισσότερο αρεστή στο λαό από την εκλογή που γίνεται με κλήρο. Γιατί με την κλήρωση ενδέχεται να ευνοηθούν και να καταλάβουν αξιώματα εκείνοι που επιθυμούν την ολιγαρχία, ενώ όταν προτιμώνται οι ικανότεροι, ο λαός είναι ο κυρίαρχος να εκλέξει εκείνους που αγαπούν ιδιαιτέρως το υφιστάμενο πολίτευμα.» (20-23)
Το πολίτευμα λοιπόν που επιτρέπει την πρόοδο της πόλης είναι εκείνο στο οποίο οι άρχοντες εκλέγονται με αξιοκρατικά κριτήρια και ο λαός έχει τη δυνατότητα να τους ελέγχει. Επιπλέον, όλοι ήταν πεπεισμένοι πως έπρεπε να διατηρήσουν αναλλοίωτες τις παραδόσεις, να φροντίζουν για τις ιδιωτικές τους υποθέσεις με την ίδια σύνεση που επεδείκνυαν και στις δημόσιες, με ομόνοια και όρεξη για εργασία. Ως εκ τούτου:
«...και οι πιο φτωχοί πολίτες απείχαν τόσο πολύ από το να φθονούν τους πλουσιότερους, ώστε έδειχναν την ίδιαν αφοσίωση για τις σπουδαίες οικογένειες που θα έδειχναν για τις δικές τους, διότι είχαν την αντίληψη ότι η ευδαιμονία εκείνων θα έχει ως συνέπεια και τη δική τους ευημερία. Οι πλούσιοι πάλι, δεν περιφρονούσαν τους φτωχούς, αλλά επειδή θεωρούσαν δική τους ντροπή τη δυστυχία των πολιτών, βοηθούσαν τους άπορους και σε άλλους μεν παραχωρούσαν κτήματα για καλλιέργεια με μικρό μίσθωμα, άλλους απασχολούσαν στο εμπόριο και σε άλλους τέλος έδιναν κεφάλαια για την ανάπτυξη άλλων δραστηριοτήτων. Γιατί δεν είχαν τον φόβο μήπως πάθουν το ένα από τα δύο, ή δηλαδή να τα χάσουν όλα ή με μεγάλη δυσκολία και πολλές ενοχλήσεις να κατορθώσουν να πάρουν ένα μέρος από εκείνα που δάνεισαν.» (28)

Ο φόβος αυτός δεν υπήρχε, διότι το δικαστικό σύστημα λειτουργούσε αποτελεσματικά και επέβαλε αυστηρές ποινές στους παραβάτες. Εξασφαλιζόταν, έτσι η ομαλή λειτουργία της οικονομίας, εφόσον οι έχοντες χρήματα τα δάνειζαν ευχαρίστως, ώστε να αποκομίσουν κέρδος και οι φτωχοί είχαν πάντα κεφάλαια στη διάθεσή τους, αποφεύγοντας τον κίνδυνο να βρεθούν σε κατάσταση πλήρους ένδειας.
Ο θησαυρός των Αθηναίων στους Δελφούς

Ο Ισοκράτης, προσπαθεί να συγκινήσει τους συμπολίτες του με συχνές αναφορές στις παλιές ένδοξες εποχές, εφιστώντας τους την προσοχή στην κρισιμότητα της κατάστασης που είχαν τώρα να αντιμετωπίσουν. Ήταν πεπεισμένος πως μία πόλη χωρίς ισχυρές ηθικές αρχές, χωρίς υλικούς πόρους και χωρίς επιτυχημένες συμμαχίες, δεν μπορούσε πλέον να επιβιώσει σε έναν κόσμο που απαιτούσε νέα συστήματα και νέα πολιτική στρατηγική.

Κυριακή, 9 Ιουνίου 2013

4ος αιώνας π.Χ, ένας κόσμος που αλλάζει - 2. Ως τη μάχη της Μαντίνειας (μέρος Ε)

 Ξενοφών, ο πολεμικός ανταποκριτής και ιστορικός βιογράφος

Ο Ξενοφών ήταν ένας από τους πολλούς συγχρόνους του που επιχείρησαν να συμπληρώσουν την ιστορία του Θουκυδίδη, της οποίας η αφήγηση σταματά το 411. Με τα γεγονότα αυτού του έτους ξεκινά ο Ξενοφών τα «Ελληνικά» του, μία καταγραφή ιστορίας εντελώς διαφορετική από εκείνη του Θουκυδίδη. Ο Ξενοφών ενδιαφέρεται πολύ για την παρουσίαση των χαρακτήρων και τη δημιουργία εντυπωσιακών σκηνών. Ωστόσο, παραλείπει πολύ σημαντικά ιστορικά γεγονότα, όπως την ίδρυση της Β΄ Αθηναϊκής συμμαχίας ή την μάχη της Κνίδου, ενώ αναλύει διεξοδικά γεγονότα που δεν έχουν τόσο μεγάλη σημασία. Δεν τον απασχολεί η ανάλυση των πολιτικών δυνάμεων ή η εξέταση των βαθύτερων αιτίων, όσο τον απασχολεί η ψυχολογία των πρωταγωνιστών σε κάθε περιστατικό. Η αγάπη του για τη βιογραφία διαποτίζει την ιστορία του, η οποία στοχεύει στην κατανόηση των χαρακτήρων και όχι των γεγονότων, όπως γίνεται φανερό από σκηνές όπως η είσοδος του Αλκιβιάδη στην Αθήνα κατά τον εορτασμό των Πλυντηρίων (I4, 8-20). Η τεχνικές των ρητόρων έχουν επηρεάσει όλα τα συγγραφικά είδη, ακόμα και την ιστοριογραφία, που αυτή την εποχή στοχεύει περισσότερο στον εντυπωσιασμό και την ψυχαγωγία, τάση που θα ενταθεί καθώς περνούν τα χρόνια που οδηγούν στην παρακμή του θεσμού της ανεξάρτητης πόλης.
Η πορεία των Μυρίων
Ο Ξενοφών ήταν συντοπίτης του Ισοκράτη, από τον Δήμο Ερχιάς, τα σημερινά Σπάτα, όπου και γεννήθηκε το 430 περίπου. Υπήρξε μαθητής του Σωκράτη, ικανός ιππέας και κυνηγός και ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως «πολεμικός ανταποκριτής», γράφοντας την ιστορία της εκστρατείας του Κύρου εναντίον του αδελφού του, του Αρταξέρξη Β΄. Υπηρετώντας στον μισθοφορικό στρατό ο Ξενοφών, καταγράφει την περιπέτεια των Ελλήνων κατά την δραματική τους οπισθοχώρηση, μετά τον θάνατο του Κύρου, προς τη Μαύρη Θάλασσα. Το έργο αποτελείται από επτά βιβλία και το γνωρίζουμε ως «Κύρου Ανάβαση», αν και ο πρωτότυπος τίτλος του ήταν, μάλλον, «Η Εκστρατεία των Μυρίων». Το εγκώμιο του Κύρου, γνωστό ως «Κύρου Παιδεία», αναφέρεται ως το πρώτο ιστορικό μυθιστόρημα, μέσω του οποίου ο συγγραφέας εκφράζει τις απόψεις του για τον ιδανικό μονάρχη, αναδεικνύοντας τα χαρίσματα του Κύρου, τον οποίο θαύμαζε ιδιαίτερα.
Δεν έκρυβε, όμως, τον θαυμασμό του και για τους Σπαρτιάτες, και ειδικά για τον βασιλιά Αγησίλαο, στο πλευρό του οποίου πολέμησε στη μάχη της Κορώνειας το 394. Στο ομώνυμο έργο, τον παρουσιάζει ως εξαιρετικό στρατηγό, ευσεβή και ακέραιο χαρακτήρα, με όλες τις αρετές στις οποίες η Σπάρτη όφειλε το μεγαλείο της. Οι Αθηναίοι δεν του συγχώρησαν αυτή την ενέργεια εναντίον τους και τον εξόρισαν. Οι Σπαρτιάτες τον τίμησαν και του παραχώρησαν ένα κτήμα στον Σκιλλούντα, κοντά στην Ολυμπία, όπου έμεινε με ευχαρίστηση μέχρι το 370 που την περιοχή κατακτούν οι Ηλείοι, μετά από τη σύγκρουση που είχαν με τους Σπαρτιάτες στα Λεύκτρα. Είναι η εποχή που η Αθήνα προσπαθεί να συμφιλιωθεί με τη Σπάρτη και μέσα σε αυτό το καλό κλίμα, η εξορία του Ξενοφώντα ανακαλείται. Δεν γνωρίζουμε αν ο ίδιος επέστρεψε τότε στην Αθήνα, γνωρίζουμε όμως πως οι γιοί του υπηρέτησαν στο ιππικό της πόλης (ο Γρύλλος, μάλιστα, σκοτώθηκε στη μάχη της Μαντίνειας το 362).

Ένας κόσμος μπροστά σε ένα κρίσιμο δίλημμα

Η τέχνη της ρητορικής έχει επηρεάσει κάθε έκφανση της τέχνης και των γραμμάτων και μαζί με την στροφή προς την αναζήτηση της προσωπικής ευδαιμονίας περισσότερο παρά της συλλογικής και ο κόσμος χάνει το ενδιαφέρον του για την πολιτική. Στο θέατρο, ο θεατής διασκεδάζει πλέον με έργα που δίνουν έμφαση περισσότερο στην πλοκή και όχι στους χαρακτήρες και κωμωδίες που χρησιμοποιούν ηπιότερη γλώσσα. Σε αυτή την εποχή ανήκουν τα δύο τελευταία έργα του Αριστοφάνη, οι  Εκκλησιάζουσες (392) και ο Πλούτος (388) στα οποία αντιλαμβάνεται κανείς τη διαφορά, συγκρίνοντάς τα με τα προηγούμενα έργα του.
Μετά τη μάχη της Μαντίνειας, όλες οι ελληνικές πόλεις είναι αποδυναμωμένες οικονομικά και στρατιωτικά από τις συνεχείς συγκρούσεις. Γράφει ο Ξενοφών στα Ελληνικά του, τα οποία τελειώνουν με αυτή τη μάχη: «Όλοι οι Έλληνες συμμετείχαν και έβαλαν τους εαυτούς τους σε δύο αντίθετα στρατόπεδα. Όποιος νικούσε στη μάχη θα γινόταν κυρίαρχος ενώ οι νικημένοι υπόδουλοι του - αλλά οι θεοί αποφάσισαν να δώσουν νίκη και λάφυρα και στα δύο στρατόπεδα... μετά τη μάχη προκλήθηκε μεγαλύτερη σύγχυση και σύγκρουση στην Ελλάδα, παρά πριν τη μάχη.»

Φίλιππος Β΄
 Μέσα σε αυτή τη σύγχυση, λοιπόν,  ο Ισοκράτης προσπαθεί να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των συμπατριωτών του στον εαυτό τους και να τους πείσει πως ο μόνος τρόπος που τους μένει για να ανακτήσουν τη χαμένη τους αίγλη είναι να ενωθούν με τους υπόλοιπους Έλληνες. Οι «σωκρατικοί» προάγουν έναν βίο με επίκεντρο την ασκητική, τις ηδονές ή την αμφισβήτηση, ανάλογο με τον τρόπο που ο καθένας τους ερμήνευσε τη φιλοσοφία του δασκάλου. Ο Πλάτων επενδύει στην ανάπτυξη της επιστημονικής σκέψης και την επίτευξη ενός βίου ενάρετου, μιας πολιτείας στην οποία θα βασιλεύει η δικαιοσύνη. Τότε εμφανίζεται στην Αθήνα ο νεαρός Αριστοτέλης, ο μαθητής που αγαπούσε τα βιβλία και που δεν δίσταζε να εκφράζει τις αντιρρήσεις του ενώπιον των συντρόφων του στην Ακαδημία.
Το 359 ο Φίλιππος στέφεται βασιλιάς των Μακεδόνων, γεγονός που θα επιφέρει περισσότερες αλλαγές στην κοινωνία, καθώς τόσο η Αθήνα όσο και οι άλλες ελληνικές πόλεις θα έρθουν αντιμέτωπες με μία νέα πρόκληση.

Σημ: όλες οι χρονολογίες είναι π.Χ, εκτός αν αναφέρεται διαφορετικά.

Σάββατο, 8 Ιουνίου 2013

4ος αιώνας π.Χ, ένας κόσμος που αλλάζει - 2. Ως τη μάχη της Μαντίνειας (μέρος Δ)

Ο Ισοκράτης (436-338), ο ρεαλιστής πατριώτης.

 «Εγώ για την πολιτική αποδείχτηκα ο πιο ακατάλληλος από όλους τους συμπολίτες μου· η φύση δε με προίκισε ούτε με δυνατή φωνή ούτε με αρκετή τόλμη, ώστε να αναμειγνύομαι με τον όχλο, να κηλιδώνω την υπόληψή μου, να βρίζομαι με αυτούς που συνωστίζονται στο βήμα. Μα την ορθή μου κρίση και την ευρεία μου μόρφωση ―αν και ο λόγος μου αυτός θα μπορούσε να θεωρηθεί κάπως βαρύς― θα τα διεκδικήσω οπωσδήποτε· και θα λογάριαζα τον εαυτό μου όχι ανάμεσα σ' αυτούς που υστερούν, αλλά σ' αυτούς που ξεπερνούν τους άλλους.»  Γράφει ο ίδιος για τον εαυτό του στο έργο «Φίλιππος».

Γόνος εύπορης οικογένειας και μαθητής του μεγάλου ρήτορα Γοργία, ασκεί το επάγγελμα του λογογράφου, όταν μετά τον πόλεμο η οικογένειά του σχεδόν καταστρέφεται οικονομικά. Ωστόσο, η φιλοδοξία του ήταν να διαπρέψει στον πολιτικό λόγο και να παίξει έναν σημαντικό ρόλο στη μόρφωση των νέων της Αθήνας. Ίδρυσε τη σχολή του γύρω στο 390 και δίδαξε για μισό αιώνα, επηρεάζοντας την πνευματική δραστηριότητα περισσότερο από όσο είχε ελπίσει. Ο Κικέρων παρομοίασε τη σχολή του Ισοκράτη με το γεμάτο ήρωες άλογο της Τροίας, καθώς εκεί σύχναζαν ρήτορες όπως ο Λυκούργος και ο Υπερείδης, οι ιστορικοί Θεόπομπος και Έφορος, ο βασιλιάς της Κύπρου Νικοκλής κ.ά. Μπορεί η φυσική συστολή και η κακή μνήμη να μην επέτρεψαν στον Ισοκράτη να σταδιοδρομήσει στην πολιτική, όπως επιθυμούσε, αλλά ως δάσκαλος και ρήτορας κατόρθωσε να κερδίσει μία θέση στην αιωνιότητα.
Γνωστή είναι η αντίθεση του Ισοκράτη στην πλατωνική άποψη για τη φιλοσοφία. Θεωρούσε ότι απομακρύνει τον άνθρωπο από την πραγματικότητα και τον εμποδίζει να αποκτήσει το πρακτικό πνεύμα που απαιτείται για την επίλυση των καθημερινών ζητημάτων. Η αληθινή φιλοσοφία είναι η δική του διδασκαλία, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος μαθαίνει να σχηματίζει την ορθή γνώμη, διότι η απόλυτη γνώση, που διεκδικεί η Ακαδημία του Πλάτωνα, δεν είναι εφικτή. Οφείλουμε, λέει ο Ισοκράτης, να εκμεταλλευόμαστε τις ευκαιρίες που μας δίνονται, εξετάζοντας την πραγματική τους διάσταση και να λειτουργούμε σύμφωνα με τους περιορισμούς της φύσης μας.
Στις κρίσιμες ώρες που περνούσαν οι ελληνικές πόλεις, ο Ισοκράτης θα υποστηρίξει την άποψη πως η επιτυχής έξοδος από τη δύσκολη κατάσταση απαιτεί ηγεσία που θα είναι σε θέση να επιβάλει την τάξη. Νοσταλγός της εποχής του Σόλωνα και του Κλεισθένη, επιθυμεί διακαώς την επιστροφή στις ανυπέρβλητες αξίες εκείνης της πρώτης  δημοκρατίας, βαθύτατα θλιμμένος από την κατάντια του πολιτεύματος στην εποχή του. Αργότερα, θα βρει τον κατάλληλο ηγέτη στο πρόσωπο του Φιλίππου και θα προσπαθήσει να πείσει τους συμπολίτες του να ενωθούν υπό την ηγεσία του, ώστε να αποτελέσουν την ισχυρή δύναμη που θα υπερισχύσει των βαρβάρων.

Ο «Πανηγυρικός» του γράφεται το 380 και παρουσιάζει την εικόνα του αθηναϊκού παρελθόντος, τόσο σε καιρό ειρήνης όσο και κατά τη διάρκεια των πολέμων. Στη συνέχεια προτρέπει τους Έλληνες να ενώσουν τις δυνάμεις τους εναντίον των βαρβάρων και τις δύο μεγάλες δυνάμεις (Αθήνα και Σπάρτη) να αναλάβουν από κοινού την ηγεσία.
Καθώς η Αθήνα δεν είναι πλέον η στρατιωτική υπερδύναμη που ήταν κάποτε, ο Ισοκράτης προβάλλει  την πολιτιστική της αξία, ως το πλεονέκτημα που της δίνει το δικαίωμα να διεκδικήσει την ηγετική θέση :
"Tοσοῦτον δ' ἀπολέλοιπεν ἡ πόλις ἡμῶν περὶ τὸ φρονεῖν καὶ λέγειν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ὥσθ' οἱ ταύτης μαθηταὶ τῶν ἄλλων διδάσκαλοι γεγόνασι, καὶ τὸ τῶν Ἑλλήνων ὄνομα πεποίηκε μηκέτι τοῦ γένους ἀλλὰ τῆς διανοίας δοκεῖν εἶναι, καὶ μᾶλλον Ἕλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας παρά τοὺς τῆς κοινῆς φύσεως μετέχοντας"
Η Αθήνα είναι η πόλη που έγινε δάσκαλος όλων των άλλων. Τόση ήταν η πνευματική υπεροχή της πόλης, που είχε δημιουργήσει την τάση να αποκαλούνται Έλληνες όσοι μετέχουν στην ελληνική παιδεία. Τους καλεί, λοιπόν, να ενωθούν κάτω από τη σκέπη αυτού του αθηναϊκού μεγαλείου, που κάποτε δόξασε το όνομα των Ελλήνων. Το ιδανικό που θα ενώσει την κατακερματισμένη Ελλάδα σε μία ενιαία δύναμη είναι η Παιδεία, ο μορφωμένος πολίτης. Και πρόκειται για ένα πανελλήνιο ιδανικό, όχι παγκόσμιο, όπως γίνεται φανερό στο 131 του ίδιου λόγου:
«Έχουμε όμως να κατακρίνουμε τους Λακεδαιμονίους και για την εξής αιτία: ότι δηλαδή αναγκάζουν τους γείτονές τους (δηλαδή, άλλους Έλληνες) να γίνονται είλωτες της πόλης τους, ενώ για το κοινό συμφέρον των συμμάχων τους δεν φροντίζουν να πετύχουν κάτι παρόμοιο. Και όμως, έχουν όλη τη δύναμη να διαλύσουν την εχθρότητα μαζί μας και να αναγκάσουν όλους τους βαρβάρους να γίνουν περίοικοι όλης της Ελλάδος».

Ο Ισοκράτης θα βρει πρόθυμους υποστηρικτές ανάμεσα στους κουρασμένους από την έλλειψη νομικής και ηθικής τάξης Αθηναίους, που επιθυμούν μεταρρυθμίσεις. Η ανάγκη για μια μετριοπαθέστερη μορφή δημοκρατίας στο εσωτερικό και λιγότερο επιθετικής εξωτερική πολιτική, καθώς και η ενοποίηση του ελληνικού κόσμου είναι η νέα τάση που κερδίζει έδαφος με την πάροδο του χρόνου, αν και όχι εντυπωσιακά.

Νέες συγκρούσεις και η Θηβαϊκή Ηγεμονία

Το 371, οι τρεις μεγάλες πόλεις (Αθήνα, Σπάρτη και Θήβα) συμφωνούν να συναφθεί συνθήκη μεταξύ όλων των ελληνικών πόλεων, με την προϋπόθεση πως κάθε πόλη θα ήταν πλέον αυτόνομη και θα εκπροσωπούσε τον εαυτό της. Ενώ, όμως, η Αθήνα τήρησε τη συμφωνία για τις πόλεις της δικής της συμμαχίας, οι Σπαρτιάτες επικύρωσαν τη συνθήκη εκ μέρους όλων των συμμαχικών τους πόλεων. Ο Επαμεινώνδας της Θήβας τότε, απαίτησε να κάνει και η πόλη του το ίδιο, εκπροσωπώντας όλη τη Βοιωτία, εκτός και αν ο Αγησίλαος (βασιλιάς της Σπάρτης) άλλαζε γνώμη και άφηνε τις πόλεις της συμμαχίας του να εκπροσωπηθούν η κάθε μία για τον εαυτό της, σεβόμενος την αυτονομία που επεδίωκε η συνθήκη. Ο Αγησίλαος το θεώρησε μεγάλη προσβολή και ρώτησε τον Επαμεινώνδα: «Θέλεις ή δεν θέλεις να αφήσεις ελεύθερες τις πόλεις της Βοιωτίας;» Κι εκείνος απάντησε: «Κι εσύ, θέλεις ή δεν θέλεις να αφήσεις ελεύθερη την Λακωνική;» Το αποτέλεσμα ήταν, με απόφαση του Αγησίλαου να εξαιρεθεί η Θήβα από τη συνθήκη, ενώ οι Αθηναίοι τήρησαν στάση ουδετερότητας στη διένεξη αυτή.
Πριν το τέλος του έτους, η Σπάρτη επιτίθεται στη Θήβα, με σκοπό να την εξαναγκάσει να παραιτηθεί από τις αξιώσεις της επί των βοιωτικών πόλεων. Αν και ο σπαρτιατικός στρατός ήταν πολυπληθέστερος και φάνηκε να επιβάλλεται στην αρχή, η απόφαση του Επαμεινώνδα να τους αντιμετωπίσει στα Λεύκτρα οδήγησε σε απρόσμενη εξέλιξη. Η Σπαρτιάτες υπέστησαν μια άνευ προηγουμένου ήττα, η είδηση της οποίας κατέπληξε όλη την Ελλάδα. Στην Πελοπόννησο, οι πόλεις της συμμαχίας επαναστατούν, εκμεταλλευόμενες την αδυναμία των Λακεδαιμονίων. Οι Αθηναίοι αρνήθηκαν να τους βοηθήσουν, αλλά οι Θηβαίοι, αφού είχαν τακτοποιήσει τα ζητήματα της δικής τους περιοχής, έστειλαν ευχαρίστως στρατεύματα. Για πρώτη φορά στην ιστορία της, η Σπάρτη έβλεπε τον εχθρό προ των πυλών της. Κανείς δεν είχε ως τότε τολμήσει να επιτεθεί στην περήφανη αυτή πόλη, που τόσο μεγάλη εμπιστοσύνη είχε στον στρατό της, ώστε δεν είχε τειχιστεί ποτέ. Ωστόσο, ο Επαμεινώνδας δεν επιτέθηκε, αλλά προχώρησε ως το Γύθειο και στη συνέχεια ασχολήθηκε με την ίδρυση της Μεγαλόπολης, που έγινε το κέντρο του «κοινού των Αρκάδων», μια ομοσπονδία των αρκαδικών πόλεων, σε ισότιμη σχέση μεταξύ τους. Η Σπάρτη περιορίστηκε στη Λακωνική.
Η ηγεμονία των Θηβαίων κράτησε λίγα μόνο χρόνια. Νέες έριδες και συγκρούσεις λαμβάνουν χώρα μεταξύ Θηβαίων και Αρκάδων, ενώ οι Σπαρτιάτες για μια ακόμα φορά ζητούν τη βοήθεια του Πέρση βασιλιά, επιτρέποντάς του να αναμιχθεί στις ελληνικές υποθέσεις. Εντωμεταξύ, η Αθήνα επεκτείνει τη ναυτική της δύναμη το 365, καθώς ανέκτησε μέρος της Θράκης, πόλεις της Χαλκιδικής και τη Σάμο με τη βοήθεια του βασιλιά Περδίκκα της Μακεδονίας. Η προσπάθειες της Θήβας να διατηρήσουν την ηγεμονία τους, κατέληξαν στη μάχη της Μαντίνειας, όπου σκοτώθηκε ο Επαμεινώνδας το 362.
Από τη χρονιά αυτή και μετά, στις ελληνικές πόλεις επικρατεί παρακμή και αναρχία, ενώ οι πολεμικές επιχειρήσεις συνεχίζονται, καθώς πόλεις όπως η Κως, η Ρόδος, το Βυζάντιο και η Χίος αγωνίζονται να εγκαταλείψουν την αθηναϊκή συμμαχία. Αυτός ο «συμμαχικός πόλεμος» θα επιδεινώσει την οικονομική και κοινωνική κρίση στην Αθήνα.

Σημ: όλες οι χρονολογίες είναι π.Χ, εκτός αν αναφέρεται διαφορετικά.

Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

4ος αιώνας π.Χ, ένας κόσμος που αλλάζει - 2. Ως τη μάχη της Μαντίνειας (μέρος Γ)

Η Ακαδημία και η αναζήτηση της δικαιοσύνης

Carl Johan Wahlbom - Η Ακαδημία του Πλάτωνα
 Το 390 ο Πλάτων πραγματοποιεί την πρώτη του επίσκεψη στον τύραννο των Συρακουσών Διονύσιο, ενώ λίγο νωρίτερα είχε επισκεφτεί την Κ. Ιταλία, όπου ήρθε σε επαφή με τους πυθαγόρειους. Επιστρέφοντας, ίδρυσε την Ακαδημία, την φιλοσοφική σχολή που θα παρέμενε το πνευματικό κέντρο της διανόησης έως το 509 μ.Χ που σφραγίστηκε από τον Ιουστινιανό. Σε αντίθεση με τη σχολή του Ισοκράτη, που δεν είχε σε εκτίμηση την επιστημονική μελέτη και θεμελίωνε το εκπαιδευτικό του πρόγραμμα στην διδασκαλία της χρήσης του λόγου, ο Πλάτων επιδιώκει τη σύζευξη της επιστήμης με την πολιτική ως τον μόνο τρόπο επίτευξης δίκαιης διακυβέρνησης. Για'αυτό, στην είσοδο της σχολής υπήρχε η επιγραφή: Μηδεὶς ἀγεωμέτρητος εἰσήτω μου τὴν στέγην. Στο τέλος του 4ου αιώνα, από την Ακαδημία αποφοιτούσαν πρωτοπόροι μαθηματικοί και διοικητικά στελέχη άριστα καταρτισμένα, ενώ καθιερώνεται ο θεσμός του εκπαιδευτικού ιδρύματος στο οποίο συρρέουν μαθητές από όλον τον κόσμο, αντικαθιστώντας το προηγούμενο σύστημα που απαιτούσε από τον δάσκαλο να ταξιδεύει προς αναζήτηση μαθητών. Στο σύστημα διδασκαλίας του Πλάτωνα οφείλουμε, επίσης, τον απεγκλωβισμό της εκπαιδευτικής διαδικασίας από την απλή ακρόαση διαλέξεων και την ανάδειξη της αξίας της προσωπικής έρευνας.

Στη δεκαετία που ακολουθεί την ίδρυση της σχολής, ο Πλάτων περνά στα χρόνια της ακμής του προσφέροντας στη φιλοσοφία εξαιρετικά έργα, μεταξύ των οποίων είναι ο Φαίδων, ο Φαίδρος, το Συμπόσιο ο Παρμενίδης, ο Θεαίτητος κ.ά. Εδώ θα αναφερθούμε στην «Πολιτεία», τον διάλογο που κυκλοφορεί λίγο μετά από το 380 και με τον οποίο γίνεται ξεκάθαρη η άποψη του Πλάτωνα περί ταύτισης πολιτικής και ηθικής. Οι νόμοι οφείλουν να διαπλάθουν την προσωπική ηθική του καθενός και σε αυτή την ηθική θεμελιώνεται κάθε πολιτική σκέψη και πρακτική. Το έργο αυτό διευκρινίζει τον κανόνα του δικαίου που οφείλει ο άνθρωπος να ακολουθεί στη ζωή του. Τι είναι δικαιοσύνη και τι αδικία; Πώς επηρεάζουν την ανθρώπινη ψυχή και ποιο από τα δύο εξασφαλίζει την ευτυχία; Για να καταλήξει σε μία απάντηση, ο Πλάτων θα εξετάσει τις τρεις απόψεις περί ηθικής.
Η συμβατική, παραδοσιακή ηθική που επιδιώκει την εντιμότητα, τη φιλαλήθεια και την απόδοση στον καθένα αυτού που του ανήκει. Αυτό σημαίνει να ωφελείς τους φίλους σου και να βλάπτεις τους εχθρούς σου, αλλά ο Σωκράτης δεν μπορεί να συμφωνήσει με έναν κανόνα που επιτρέπει την πρόκληση βλάβης σε κάποιον.
Η δεύτερη άποψη είναι η μοντέρνα ηθική της εποχής εκείνης, που είναι η άρνηση της ηθικής. Δίκαιο είναι ό, τι συμφέρει τον ανώτερο, ο οποίος επιβάλλεται στους κατώτερους αναγκάζοντάς τους να τηρούν νόμους που εξασφαλίζουν την εξουσία του. Οι άνθρωποι τηρούν τους κανόνες επειδή θέλουν να αποφύγουν την τιμωρία και κανείς δεν είναι δίκαιος από επιλογή. Εδώ βρίσκεται και ο μύθος του Γύγη, ο οποίος προέβη σε κάθε είδους άδικες πράξεις, μόλις έπεσε στα χέρια του ένα δαχτυλίδι που του επέτρεπε να γίνεται αόρατος όποτε το επιθυμούσε. Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος από τη φύση του είναι πλεονέκτης και θα έκανε οτιδήποτε για να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του. Η κοινωνική ζωή όμως, απαιτεί την υποταγή σε κανόνες, κάτι που όλοι κάνουν απρόθυμα, εφόσον «κανείς δεν είναι δίκαιος με τη θέλησή του».
Απόσπασμα από την Πολιτεία
Φυσικά, ο Σωκράτης πρεσβεύει ακριβώς το αντίθετο, πως κανείς δεν είναι κακός με τη θέλησή του, αλλά πράττει την αδικία από άγνοια. Αν όμως η πόλη διέθετε ένα θρησκευτικό και εκπαιδευτικό σύστημα τέτοιο που θα παρείχε την απαιτούμενη γνώση, κανείς δεν θα έπραττε το κακό. Προκειμένου να αναδείξει τη σημασία των ηθικών φαινομένων, ο Σωκράτης θα μιλήσει για αυτά σε μία μεγαλύτερη κλίμακα και κάπως έτσι φτάνει στην ίδρυση της πολιτείας, αναζητώντας τον τρόπο να καταστεί αυτή δίκαιη και πηγή ευτυχίας για όλους. Χτίζοντας βήμα-βήμα την πολιτεία του, ο Πλάτων δια στόματος Σωκράτη ή αντίστροφα, θα καταλήξει στο συμπέρασμα πως καμία πόλη δεν μπορεί να διοικηθεί με δικαιοσύνη, εάν δεν έχει έντιμους κυβερνήτες και κανείς δεν μπορεί να γίνει έντιμος, αν δεν εκπαιδευθεί κατάλληλα. Η Παιδεία είναι το μυστικό, διότι μόνο μέσω αυτής μπορεί η πόλη να γαλουχήσει τη νέα γενιά ηγετών που θα κατέχουν τη γνώση, θα είναι οι επιστήμονες της αρετής και θα κυβερνούν ανθρώπους που ο καθένας θα κάνει ευσυνείδητα τη δουλειά που του ταιριάζει. Οι μεν πολιτικοί άρχοντες και φύλακες της πόλης θα έχουν ως κίνητρο τη φιλοτιμία (την καλώς εννοούμενη φιλοδοξία), η δε τάξη των εργαζομένων θα στοχεύει στην ανάπτυξη της οικονομίας. Με τον τρόπο αυτό η φιλοσοφία και η ζωή της πράξης είναι αλληλένδετες και αλληλοεξαρτώμενες, επειδή η επιτυχημένη ηθική-πολιτική οφείλει να θεμελιώνεται στην επιστήμη. Σε αυτό το σημείο βρίσκεται η μεγάλη διαφορά στη σκέψη του Πλάτωνα από τον Ισοκράτη. Ενώ ο δεύτερος θεωρεί αδύνατη τη γνώση και προωθεί την καλή διαχείριση της γνώμης ως μέσο για έναν επιτυχημένο βίο, ο πρώτος θεωρεί πως μόνο η κατάκτηση της γνώσης οδηγεί στην αρετή και στην ευτυχία.

Κόντρα στην άποψη των σοφιστών που επικρατεί εκείνη την εποχή, ο Πλάτων δεν δέχεται τη σχετικότητα όταν πρόκειται για θέματα που αφορούν τις αρετές. Είναι άλλο πράγμα η «λαϊκή αρετή», η οποία εξαρτάται από τα κριτήρια που θέτει κάθε κοινωνία, και άλλο η φιλοσοφική αρετή. Η πρώτη είναι απλώς η καλή υπόληψη , είναι η τεχνική προσαρμογής στις παραδόσεις της κοινότητας και αποτελεί απλή απομίμηση της δεύτερης, η οποία απαιτεί την επίγνωση γενικών και σταθερών αρχών και είναι καθαρή γνώση.  Για τον λόγο αυτό, ο μόνος δρόμος για την κατάκτηση της αρετής, τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, είναι η αγωγή που θα διαπλάθει σοφούς κι ενάρετους ανθρώπους, που όμως θα είναι δίκαιοι. Διότι, τι καλό μπορεί να προσφέρει ένας γενναίος  ηγέτης που δεν χρησιμοποιεί το θάρρος και τη δύναμή του δίκαια; Ή πως θα θεωρήσουμε ενάρετο έναν πολίτη που διάγει συνετό βίο, αλλά αδικεί τους συμπολίτες του;

Ο Πλάτων δεν δέχεται με κανέναν τρόπο την άποψη πως καλό είναι ότι είναι καλό για τον καθένα ξεχωριστά.  Θα επιμείνει πως το κοινό καλό προηγείται οποιουδήποτε ατομικού συμφέροντος, διότι μόνο σε μια κοινωνία που ευημερεί μπορεί και ο κάθε πολίτης ξεχωριστά να γίνει ευτυχισμένος. Μια τέτοια πόλη παρουσιάζει στην «Πολιτεία» του, μια πόλη που αποτελεί μια αλληγορία του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου και με την οποία ο Πλάτων διδάσκει τον τρόπο επίτευξης της πολυπόθητης ψυχικής ισορροπίας.  Η πολιτεία που οραματίστηκε, μας εξηγεί ο ίδιος «....υπάρχει  στα λόγια – γιατί στη γη επάνω δεν νομίζω ότι υπάρχει πουθενά. Όμως, είπα, ίσως υπάρχει στον ουρανό, σαν ένα υπόδειγμα για όποιον θέλει να βλέπει και βλέποντας να χτίζει μια πολιτεία μέσα του. Αν υπάρχει κάπου αυτή η πολιτεία  ή αν θα υπάρξει, αυτό δεν έχει καμία σημασία, γιατί εκείνος θα πράττει σύμφωνα με τους νόμους αυτής της πολιτείας και καμιάς άλλης» (592b 2-4)

Πλάτων
Μετά την συγγραφή των κυρίως μεταφυσικών του έργων (Θεαίτητος, Παρμενίδης), ακολουθεί ένα δεύτερο ταξίδι στις Συρακούσες το 366, αυτή τη φορά μετά από πρόσκληση του Δίωνα, στενού φίλου του Πλάτωνα, ο οποίος του ζήτησε να αναλάβει την καθοδήγηση του Διονυσίου Β΄. Ο Δίων ανησυχούσε για την απειρία του νεαρού γυναικάδελφού του, που μόλις είχε αναλάβει το τιμόνι της πόλης και ήλπιζε πως ο Πλάτων θα μπορούσε να τον εμπνεύσει με τη διδασκαλία του. Φαίνεται πως και ο Πλάτων έτρεφε αυτή την ελπίδα, όπως αποκαλύπτει ο ίδιος στην Έβδομη Επιστολή του, αλλά ούτε αυτή η προσπάθεια είχε επιτυχία, κυρίως επειδή οι αυλικοί του τυράννου, φοβούμενοι πως θα χάσουν την πολιτική τους επιρροή, φρόντισαν να διαβάλουν τον Πλάτωνα και τον φίλο του και να πείσουν τον νεαρό Διονύσιο να θέσει υπό περιορισμό τον πρώτο και να εξορίσει τον δεύτερο.

Το 365 ο φιλόσοφος επιστρέφει στη Αθήνα για να δεχτεί νέα πρόσκληση το 361, όταν ο κίνδυνος της κατάληψης της Σικελίας από τους Καρχηδονίους ήταν πλέον ορατός και ήταν ανάγκη να κατανοήσει ο Διονύσιος πως πρέπει να κατορθώσει την ενοποίηση των πόλεων του νησιού σε έναν ισχυρό συνασπισμό, ώστε να αποφευχθεί η καταστροφή. Κατόπιν πιέσεων από τους πυθαγόρειους και από τον Δίωνα, ο Πλάτων πραγματοποιεί απρόθυμα την τρίτη του επίσκεψη στη Σικελία, η οποία αποδείχθηκε χειρότερη από τις προηγούμενες. Χρειάστηκε η μεσολάβηση του πυθαγόρειου Αρχύτα για να καταφέρει να φύγει και να επιστρέψει στην Αθήνα ένα χρόνο αργότερα.

Σημ: όλες οι χρονολογίες είναι π.Χ, εκτός αν αναφέρεται διαφορετικά.

Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2013

4ος αιώνας π.Χ, ένας κόσμος που αλλάζει - 2. Ως τη μάχη της Μαντίνειας (μέρος Β)

                                               Ο πιο πιστός μαθητής του Σωκράτη
Πλάτων

 Ο Πλάτων έζησε από το 428 έως το 348 και οι γονείς του, Αρίστων και Περικτυόνη, ανήκαν σε διαπρεπείς οικογένειες της Αθήνας του Χρυσού αιώνα. Η μητέρα του ήταν αδελφή του Χαρμίδη και εξαδέλφη του Κριτία, του οποίου η γενεαλογική γραμμή καταλήγει στον Σόλωνα.  Όταν πέθανε ο πατέρας του (μάλλον ενώ ο Πλάτων ήταν ακόμα παιδί), η μητέρα του παντρεύτηκε τον Πυριλάμπη, που ήταν εξέχων υποστηρικτής της δημοκρατίας στα χρόνια του Περικλή. Είχε λοιπόν την ευκαιρία να γνωρίσει τόσο τις αρχές της δημοκρατίας όσο και της ολιγαρχίας και να διαμορφώσει τη δική του πολιτική αντίληψη, με το πέρασμα των ετών, όταν βίωσε τα αποτελέσματα της εφαρμογής και των δύο συστημάτων.
Ο Πλάτων γνώριζε τον Σωκράτη από παιδί και συνδέθηκε με βαθιά φιλία μαζί του κατά τη διάρκεια της εφηβείας του. Καταγόμενος από οικογένεια πολιτικών, προοριζόταν και ο ίδιος για τον πολιτικό στίβο, στον οποίο ωστόσο δεν βιάστηκε να εισέλθει. Οι συγγενείς του Χαρμίδης και Κριτίας, ακόλουθοι και αυτοί του Σωκράτη και οπαδοί του ολιγαρχικού πολιτεύματος, παρότρυναν τον Πλάτωνα να πολιτευτεί κατά τη διάρκεια της τυραννίας του 404 π. Χ, όταν εκείνοι είχαν την εξουσία να τον λάβουν υπό την προστασία τους. Η απαράδεκτη όμως συμπεριφορά τους εναντίον του λαού και η εχθρότητα με την οποία αντιμετώπισαν τον Σωκράτη, αποθάρρυνε τον Πλάτωνα και τον κράτησε μακριά από την πολιτική. Η δημοκρατία που ακολούθησε τον απογοήτευσε ακόμα περισσότερο, ειδικά όταν καταδίκασε τον αγαπημένο του φίλο σε άδικο θάνατο και για καλή μας τύχη, έστρεψε το ενδιαφέρον του στη φιλοσοφία.

Σωκράτης
Η Β΄ Δημοκρατία, που μετρούσε μόλις τέσσερα χρόνια ζωής, θα έμπαινε στο μικροσκόπιο της των διανοητών της εποχής, με αυστηρότερο κριτή τον Πλάτωνα, ο οποίος αφιερώνει τους πρώτους διαλόγους του αποκλειστικά στην ανάδειξη της προσωπικότητας και της διδασκαλίας του δασκάλου του. Σε αυτούς τους διαλόγους τίθεται το σωκρατικό ερώτημα «τί ἐστιν» και σε καθένα από αυτά αναζητείται ο ακριβής ορισμός της κάθε αρετής. Η κυρίαρχη μορφή του Σωκράτη καθοδηγεί αυτή την αναζήτηση των επί μέρους ορισμών, για να φτάσει στον «Πρωταγόρα» να θέσει το ζήτημα της ενότητας όλων των αρετών και το κατά πόσον θα μπορούσε κανείς να τις διδάξει. Η ενότητα των αρετών θεωρείται, ωστόσο, δεδομένη και ταυτίζεται με τη γνώση, τη σοφία, την ηθική τελείωση, «το καλόν» που απασχολεί τον Πλάτωνα ιδιαιτέρως στους διαλόγους αυτής της περιόδου. Το δεύτερο ερώτημα δεν θα απαντηθεί με σαφήνεια, αλλά ο Πλάτων κάνει μία εξαιρετική παρουσίαση της τέχνης του διαλόγου και της επιχειρηματολογίας, καθώς οι διαλεγόμενοι, Σωκράτης και Πρωταγόρας, καταλήγουν στο τέλος να υποστηρίζει ο ένας την αρχική θέση του άλλου. Το ίδιο ερώτημα κυριαρχεί και στον «Ευθύδημο», που άνετα μπορούμε να χαρακτηρίσουμε κωμωδία με πρωταγωνιστές δύο «εριστικούς» σοφιστές που καλούνται να αποδείξουν πως είναι ικανοί να διδάξουν την αρετή. Αυτοί, όμως, κάνουν επίδειξη αποστομώνοντας ο ένας τον άλλον, παίζοντας απλώς με τις λέξεις χωρίς να λένε τίποτα ουσιαστικό. Ο Σωκράτης διακόπτει το παιχνίδι τους και οδηγεί τη συζήτηση στην ουσία του θέματος που είναι ο ορισμός του καλού. Εξετάζοντας τις αρετές καταλήγει πως στην πραγματικότητα υπάρχει ένα μόνο καλό πράγμα: η γνώση, χωρίς την οποία ο άνθρωπος δεν γνωρίζει πώς να χρησιμοποιήσει τις αρετές του, ακόμα και αν τις διαθέτει όλες. Και υπάρχει ένα μόνο κακό: η ἀμαθία (η ανοησία), η οποία μπορεί να μετατρέψει την μεγαλύτερη αρετή σε θανατηφόρο όπλο. Το ένα και μοναδικό καλό, λοιπόν, που είναι η γνώση των ηθικών αξιών, του ορθού τρόπου ζωής, εντέλει ταυτίζεται με την πολιτική τέχνη.
Αυτός ο ορθός τρόπος ζωής εξετάζεται στον «Γοργία», ο οποίος συνομιλώντας με τον Σωκράτη θα ισχυριστεί πως η μέγιστη αρετή είναι ικανότητα της αγόρευσης, εφόσον ένας καλός αγορητής αποκτά δύναμη όταν μπορεί να πείθει το ακροατήριό του για οτιδήποτε θελήσει. Αν μάλιστα είναι και ηθικός άνθρωπος, τότε δεν χρειάζεται να γνωρίζει άλλα πράγματα για να επιτύχει στην αποστολή του. Αν ξέρει να πείθει, δεν έχει σημασία το πόσο καλά γνωρίζει το αντικείμενο για το οποίο μιλά. Για τον Σωκράτη όμως, η ρητορική δεν είναι καν τέχνη, αλλά μία τεχνική που έχει ως στόχο την παροχή ευχαρίστησης χαϊδεύοντας τα αφτιά των ακροατών και η δύναμη που αποκτά ο καλός ρήτορας δεν έχει καμία αξία αν δεν προσφέρει κάτι καλό, μάλιστα καθιστά τον «δυνατό» δυστυχή. Έτσι, η συζήτηση φτάνει στο καίριο σημείο του ορισμού της ευτυχίας σε σχέση με την απόδοση δικαιοσύνης, για να καταλήξει στην εφαρμογή των αρχών αυτών στην πολιτική ζωή.  Ο νέος συνομιλητής, ο Καλλικλής, είναι ένας αξιόλογος αντίπαλος, υπέρμαχος της επικρατούσας ηθικής αντίληψης που υιοθετεί τον Νόμο της Φύσης, την επικράτηση, δηλαδή, του δυνατού. Αυτός που υπερέχει σε πνευματικά προσόντα δικαιούται να απολαμβάνει προνομιακή θέση σε σχέση με τους ανίκανους και να τους κυβερνά, γιατί αυτός γνωρίζει πώς να διοικεί ορθά την πόλη.  Ισχυρίζεται πως η συμβατική ηθική που εμποδίζει την επικράτηση του ισχυροτέρου, επειδή τάχα είναι αδικία,  είναι επινόηση των αδυνάτων και πως πραγματική αρετή και ευτυχία είναι να χρησιμοποιεί κανείς στο έπακρο τις δυνατότητές του για την ικανοποίηση των επιθυμιών του. Ο Σωκράτης  θα ξεκινήσει την συζήτηση περί ηδονής και κατά πόσον αυτή ταυτίζεται με την ευτυχία, μέσα από την οποία θα αποδείξει πως
ό, τι είναι ευχάριστο δεν είναι απαραιτήτως και καλό και πως ο ηγέτης οφείλει να φροντίζει για το καλό των πολιτών προωθώντας σε αυτούς ένα υψηλό ιδανικό πρότυπο. Ό, τι κάνει ο γιατρός για το σώμα μας, οφείλει να πράττει ο πολιτικός για την ψυχή μας, που σημαίνει πως συχνά θα πρέπει να καταστέλλει τις βλαβερές επιθυμίες των πολιτών.

Ένα από τα πολύ ιδιαίτερα έργα του Πλάτωνα ανήκει επίσης σε αυτή την περίοδο. Πρόκειται για τον «Μενέξενο», στον οποίο παρουσιάζεται ο Σωκράτης να εκφωνεί έναν επικήδειο λόγο (που είχε ακούσει από την Ασπασία!) για τους πεσόντες του Κορινθιακού πολέμου. Το ότι ο Πλάτων κάνει το Σωκράτη πρωταγωνιστή σε ένα επεισόδιο που συνέβη μετά τον θάνατό του, μας κάνει να υποψιαζόμαστε πως ο συγγραφέας βρίσκεται σε παιχνιδιάρικη διάθεση. Στην πραγματικότητα, φαίνεται πως περιπαίζει την εκλαϊκευμένη πατριωτική ρητορική του Ισοκράτη, τον οποίο ωστόσο δείχνει να συμπαθεί. Στόχος του είναι να σατιρίσει τόσο την εμμονή του Ισοκράτη να ταυτίζει την αγάπη για την πατρίδα με το μίσος προς τους βαρβάρους όσο και τις υπερβολές με τις οποίες εξωραΐζει την ιμπεριαλιστική διάθεση της Αθήνας.
 
Στην «Απολογία» ο Σωκράτης που δικάζεται για εισαγωγή νέων θεοτήτων και διαφθορά των νέων (σύμφωνα με το ψήφισμα του Διοπείθη), δίνει απολογούμενος ένα μάθημα ακεραιότητας και συνέπειας, όχι μόνο στους μαθητές του, που μάταια προσπάθησαν να τον πείσουν να δραπετεύσει, και στους κριτές του, αλλά και σε κάθε άνθρωπο, κάθε εποχής. Γραμμένος σε μία εποχή που οι νόμοι περιφρονούνται και η αναρχία αντικαθιστά την λαμπρή δημοκρατία του προηγούμενου αιώνα, ο διάλογος αυτός είναι ταυτόχρονα και μία κριτική, αν όχι καταγγελία, της παρακμής που βιώνει το αθηναϊκό πολίτευμα.
Ο θάνατος του Σωκράτη.
Jacques-Philip-Joseph de Saint-Quentin
Ο Σωκράτης δηλώνει ευθαρσώς πώς δεν πρόκειται να θυσιάσει τις πεποιθήσεις με τις οποίες έζησε όλη του τη ζωή, για να κάνει το χατίρι του λαού που απαιτεί επίδειξη δημοκρατικών φρονημάτων. Γνωρίζει ότι η κατηγορία που του προσάπτουν είναι προσχηματική, καθώς ο νόμος περί αμνηστίας δεν επιτρέπει να κατηγορηθεί κάποιος για πολιτικά παραπτώματα που αφορούν την περίοδο των τυράννων. Ο κατήγορός του, ο Άνυτος, δεν θα μπορούσε να τον κατηγορήσει ευθέως ως επικίνδυνο για τη δημοκρατία λόγω των σχέσεών του με ανθρώπους ολιγαρχικών αντιλήψεων ή αμφιλεγόμενα πρόσωπα, όπως ο Αλκιβιάδης. Δεν είναι τυχαίο πως το ίδιο έτος, ο Ανδοκίδης κατηγορείται για ασέβεια από τον ίδιο Μέλητο που χρησιμοποίησε και ο Άνυτος ως κατήγορο στη δίκη του Σωκράτη. Ο ανόητος Μέλητος ξεμπροστιάζεται από τον Σωκράτη όταν του ζητά να εξηγήσει με ποιο τρόπο θεωρεί πως διαφθείρει τους νέους. Φυσικά, ο κατήγορος δεν μπορεί να πει αυτό που στην πραγματικότητα εννοεί, πως δηλαδή ο Σωκράτης ήταν κακή επιρροή για τον Αλκιβιάδη, τον Χαρμίδη, τον Κριτία και άλλους που στράφηκαν τότε εναντίον της δημοκρατίας και αναγκάζεται να καταφύγει στο άλλο μέρος της κατηγορίας, πως οι διαφθείρονται  επειδή διδάσκονται να πιστεύουν θεότητες που δεν παραδέχεται η πόλη. Ο Σωκράτης θεωρεί την κατηγορία αυτή αστεία, εφόσον ο καθένας γνωρίζει πως σε όλη του τη ζωή εκτελούσε την αποστολή που έλαβε από τον θεό: «να φροντίζει για τη φρόνηση, την αλήθεια και το καλό της ψυχής του» και να διδάσκει πως «την αρετή δεν τη δημιουργεί ο πλούτος, αλλά εκείνη είναι η πηγή και του πλούτου και όλων των άλλων αγαθών».
Ο παράξενος αυτός φιλόσοφος δεν θα επικαλεστεί την επιείκεια των δικαστών, δεν θα φέρει τη γυναίκα του και τα παιδιά του μπροστά τους για να τους συγκινήσει, όπως ήταν η συνηθισμένη πρακτική. Και όταν θα του δοθεί η ευκαιρία να προτείνει την ποινή που θεωρεί δίκαιη, θα ζητήσει να σιτίζεται δωρεάν στο πρυτανείο, διότι αυτό ταιριάζει σε ανθρώπους που προσφέρουν μεγάλη υπηρεσία στην πατρίδα τους. Με τον τρόπο αυτό θα εξοργίσει και εκείνους που στην πρώτη ψηφοφορία τον είχαν κρίνει αθώο και θα επισφραγίσει μόνος του τη θανατική του καταδίκη, μένοντας σταθερός στις αντιλήψεις του και υποστηρίζοντας την αλήθεια μέχρι τέλους. Το ότι προτίμησε τον θάνατο από το να παραδεχτεί την ενοχή του για κάτι που δεν διέπραξε, οπωσδήποτε ξένισε τόσο τους συγχρόνους του (ακόμα και τους στενούς του φίλους), αλλά πολύ πιο παράξενο θα ακουγόταν στον μέσο Αθηναίο πολίτη της εποχής που κυκλοφόρησε αυτός ο διάλογος. Από την άλλη, πρόσφερε ένα εξαιρετικό πρότυπο ηθικής και παρρησίας σε εκείνους που δεν είχαν παραδοθεί στην παρακμή, αλλά ήταν αποφασισμένοι να αγωνιστούν για την αποκατάσταση της κοινωνίας και της πολιτικής ζωής.

Καθώς ο Πλάτων ωριμάζει, ο ρόλος του Σωκράτη στα έργα του περιορίζεται, μέχρι που εξαφανίζεται εντελώς στους τελευταίους διαλόγους του. Αυτό καθόλου δεν σημαίνει πως απομακρύνεται από τη σκέψη του Δασκάλου του, απλώς δομεί σταδιακά το δικό του φιλοσοφικό σύστημα, το οποίο επικεντρώνεται στον κόσμο των Ιδεών, την πορεία του φιλοσόφου προς τη θέαση του Αγαθού που είναι η έσχατη αιτία της γνώσης. Η μοναδική αλήθεια.

Σημ: όλες οι χρονολογίες είναι π.Χ, εκτός αν αναφέρεται διαφορετικά.