Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

Η αστική ιδιοκτησία εν διωγμώ

Θεόδωρος Αποστολόπουλος
Το Ενοικιοστάσιο και οι φόροι των ακινήτων
Οι ελλείψεις τροφίμων, ο πληθωρισμός, οι στρατιές των ανέργων και των αστέγων στην Ευρώπη κατά τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο, οδήγησαν τις Κυβερνήσεις στη λήψη προστατευτικών μέτρων, δηλαδή στον περιορισμό της ελευθερίας της αγοράς. Στην Ελλάδα αυτό άρχισε νωρίτερα, κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων. Εκτός από τη διατίμηση των προϊόντων και τον έλεγχο των εισαγωγών και εξαγωγών, ένα ακόμη μέτρο που επιβλήθηκε ήταν το ενοικιοστάσιο (νόμος ΔΞΗ 1912, περί αναστολής παραγραφών), που απαγόρευε ουσιαστικά τις εξώσεις.
Ο νόμος σκόπευε αρχικά να προστατέψει τις οικογένειες των επιστράτων, αλλά κατέληξε να προστατεύει και τους νοικάρηδες που ήταν πλουσιότεροι των ιδιοκτητών. Δεν είναι περίεργο που προκάλεσε τις έντονες αντιδράσεις των μικροϊδιοκτητών κυρίως, που είχαν επενδύσει ό,τι είχαν σε κάποιο ακίνητο και τώρα δεν μπορούσαν να απολαύσουν τους καρπούς της επένδυσής τους. Και σαν να μην έφτανε αυτό, το 1916, η Νομαρχεία επιβάλλει έναν νέο φόρο που θα αύξανε κατά 20% τον ήδη υπάρχοντα φόρο στα ακίνητα.

Αντιδράσεις για την τροποποίηση του 1916
Το 1916, μετά την άρνηση της κυβέρνησης να πολεμήσει στο πλευρό της Αντάντ επιβάλλεται από τους συμμάχους ο ναυτικός αποκλεισμός. Κι ενώ η Αθήνα υποφέρει από την έλλειψη τροφίμων, αντιμετωπίζει ταυτόχρονα σοβαρό πρόβλημα λειψυδρίας που αφήνει τους Αθηναίους ολόκληρες μέρες χωρίς σταγόνα νερό. Παράλληλα, οι πυρκαγιές έχουν καταστρέψει τεράστιες εκτάσεις και σε κάποιες περιπτώσεις (όπως στη μεγάλη πυρκαγιά του Τατοΐου) χάθηκαν ζωές. Τύφος, χολέρα, πανούκλα και φυματίωση σκορπούν τον θάνατο. Και μέσα σε αυτή τη δυστυχία βασιλεύει η αισχροκέρδεια! Ενώ το νόμισμα έχει χάσει τη μισή του αξία, οι τιμές των προϊόντων έχουν διπλασιαστεί, με αποτέλεσμα το κράτος να επιβάλει διατίμηση κάποια βασικά προϊόντα.

Ανάμεσα στα φλέγοντα ζητήματα ήταν και οι τιμές των ενοικίων, τα οποία οι ασθενέστερες τάξεις αδυνατούσαν να πληρώσουν. Έτσι, βρίσκονταν συχνά στο δρόμο, χωρίς στέγη και χωρίς χρήματα. Χαρακτηριστικό είναι πως αντιμετώπιζαν εξώσεις ακόμα και οι οικογένειες των στρατευμένων, κάτι που εξόργιζε ιδιαίτερα την κοινή γνώμη.

 Μέσα σε αυτό το κλίμα ψηφίστηκε ο νόμος 732 περί προστασίας των ενοικιαστών, το γνωστό «Ενοικιοστάσιο» του 1912 τροποποιημένο. Η νέα εκδοχή ήταν έμπνευση του καθηγητή και τότε Υπουργού Δικαιοσύνης  Αντ. Μομφερράτου, βασισμένη σε προτάσεις και συζητήσεις που είχαν αρχίσει επί προηγούμενης κυβέρνησης, ενώ οι ρίζες του νόμου αυτού βρίσκονται στο Βυζαντινό Δίκαιο.
Αντ. Μομφερράτος
Το υπουργείο διαμορφώνει ένα διάταγμα, που ψηφίστηκε στις 6 Ιουλίου και προβλέπει τα εξής: «απαγορεύεται η ερημοδικία και αναγκαστική εκτέλεση δικών κατά δυστροπούντων ενοικιαστών ένεκα λήξεως του χρόνου της μισθώσεως, προκειμένου περί μισθώσεως αστικού κτήματος, ... εφ’όσον ο μισθωτής τηρεί άπαντας τους όρους της αρχικής μισθώσεως και παρέχει εν αυτή τας εγγυήσεις». Καμία μεταβολή για μισθώματα κάτω των 250 δρχ., επιτρέπεται ως 10% αύξηση για τα άνω των 250 δρχ. που ενοικιάστηκαν μετά την 1/6/1915 και ως 20% για τα υπόλοιπα. Ο ιδιοκτήτης οφείλει να ζητήσει από τον ενοικιαστή να δηλώσει εντός 10 ημερών τη συναίνεσή του στην αύξηση. Αν ο ενοικιαστής δεν ανταποκριθεί, θα θεωρηθεί πως συναινεί σιωπηλά.
Ο τρόπος με τον οποίον αντέδρασαν ιδιοκτήτες και ενοικιαστές τότε, δεν διαφέρει σε τίποτα από τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε σήμερα το πρόβλημα της φορολόγησης των ακινήτων. Η χώρα σε κρίση, οι μεν εναντίον των δε και όλοι μαζί εναντίον της κυβέρνησης, που ποτέ δεν μπόρεσε να αντισταθεί στις εύκολες λύσεις.

Ένας μονίμως προσωρινός νόμος
Ο νόμος έβαινε σταδιακά προς μονιμοποίηση, προκαλώντας την οργή των ιδιοκτητών. Ο «Κτηματικός Σύνδεσμος Αθηνών» ήταν μία μόνο από τις διάφορες ενώσεις που είχαν σχηματιστεί για την αντίδραση στο ενοικιοστάσιο, αλλά και στην παρεμβατικότητα του κράτους γενικότερα. Στις  5 Απριλίου  1917, στην πρώτη γενική συγκέντρωση ιδιοκτητών στο «Κεντρικό Θέατρο» Αθηνών, ο Θ. Αποστολόπουλος εκφωνεί έναν λόγο, στον οποίο παρουσιάζει τα επιχειρήματα που προέβαλλαν οι μικροϊδιοκτήτες ζητώντας την άρση του νόμου αυτού.
Αναφερόμενος στη νέα φορολογική επιβάρυνση από τον Δήμο, ο Αποστολόπουλος διαμαρτύρεται: «... αυτή επιβλήθηκε με σκοπό να καλυφθεί η σπατάλη και τα ελλείμματα του παρελθόντος, του οποίου της αμαρτίες καλούμαστε να πληρώσουμε σήμερα εμείς, που δεν μετείχαμε ούτε στη διαχείριση ούτε στη σπατάλη».

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

Μία λεφτουδιά στον κήπο του Αδώνιδος

http://www.youtube.com/watch?v=4eKQdTyyQJU
 Φαντάζομαι θα έχετε παίξει ή θα έχετε ακούσει τουλάχιστον την "κολοκυθιά", το ωραίο παιδικό παιχνίδι που έπαιζαν τα παιδάκια προ διαδικτύου.
 «Στου παππού το περιβόλι, που το αγαπάμε όλοι είναι μιά κολοκυθιά, πλάι-πλάι στη ροδιά...». Και το ερώτημα που τίθεται στο παιχνίδι είναι ποιος θα πάει τα κολοκύθια στην αλεπού. «Να πάει το δύο», «και γιατί να πάει το δύο», κ.ο.κ.
Το θυμήθηκα παρακολουθώντας την χτεσινή εκπομπή του Χατζηνικολάου με καλεσμένο τον υπουργό υγείας, κ. Γεωργιάδη. Κάθε φορά που έπαιρνε κάποιος τον λόγο και άρχιζε το τροπάριο της δικής του συντεχνίας, έλεγα από μέσα μου το ποιηματάκι: «Κάνει πέντε κολοκύθια. Θα τα δώσει ο παππούς μποναμά της αλεπούς».
 Διαβάζοντας και τα σχόλια σε διάφορους διαδικτυακούς τόπους σήμερα, κατέληξα στο συμπέρασμα πως πρέπει να καθιερώσουμε αυτό το παιχνίδι ως εθνικό. Μόνο που, επειδή τώρα δεν ψάχνουμε κάποιον να μεταφέρει κολοκύθια, αλλά αυτόν που θα γεμίσει τον πολύπαθο και πάντα άδειο κουμπαρά του κράτους (που το θέλουμε και κοινωνικό, τρομάρα μας), προτείνω να μετονομάσουμε το παιχνίδι «Λεφτουδιά».

Ιδού και η  επικαιροποιημένη διασκευή:

"Στο μικρό μας περιβόλι
που τσαλαπατάμε όλοι
είναι μία λεφτουδιά
πλάι-πλάι στη λαμογιά.
Κάνει πέντε λεφτουδάκια
λαμπερά σαν αστεράκια,
να τα δώσει ο υπουργός
να τη βγάλει κι ο φτωχός
να’χει για τα φάρμακά του
και για τα γεράματά του."
- Ποιος θα ποτίσει τη λεφτουδιά;
- Να την ποτίσει ο φαρμακοποιός
- Και γιατί ο φαρμακοποιός;
- Εμ, ποιος να την ποτίσει;
- Να την ποτίσει ο μικροβιολόγος.
- Και γιατί να την ποτίσει ο μικροβιολόγος;
- Και ποιος να την ποτίσει;
- Να την ποτίσει ο νοσηλευτής.

Το παιχνίδι συνεχίζεται μέχρι να ξεχαστεί κάποιος και να πει «όχι εγώ» δίχως να προτείνει κάποιον άλλον. Τότε χάνει και θα πρέπει να πει ένα τραγουδάκι (στη σύγχρονη εκδοχή να πληρώσει και να πει κι ένα τραγούδι) ή να μιμηθεί κάποιο ζώο (στο δικό μας παιχνίδι ας κάνει την πάπια).

Στην Ελλάδα όμως, επειδή δεν ξέρουμε να χάνουμε, το παιχνίδι συνεχίζεται εις τους αιώνας των αιώνων, με αποτέλεσμα η λεφτουδιά να γκαγκανιάσει από την ανυδρία. Κι ενώ κανείς δεν δέχεται να την ποτίσει, όλοι μαζί κλαίνε και οδύρονται για τον καημένο τον φτωχό που χωρίς τα φάρμακά του και χωρίς σύνταξη θα πάει σαν το σκυλί στ’αμπέλι.
Και όταν ο υπουργός τολμά να πει την αλήθεια χωρίς περικοκλάδες, πως χωρίς νερό η λεφτουδιά ξεραίνεται και δεν παράγει λεφτουδάκια, αυτοί που δεν ποτίζουν και που σπαράζουν για τους φτωχούς, τον αποκαλούν κυνικό και ανάλγητο. Καθόλου περίεργο για ανθρώπους που γαλουχήθηκαν με την ιδέα πως η λεφτουδιά είναι το δέντρο της ζωής στο κέντρο του ελληνικού παραδείσου, που το ποτίζει ο εκάστοτε «Θεός».
Στον κήπο του Αδώνιδος, όμως, όπως και στον κήπο του κάθε υπουργού, δεν είναι ένας ο Θεός, αλλά πολλοί. Και είμαστε εμείς που ακόμα μπορούμε να ξοδέψουμε 5 ευρώ για καφέ ή για εφημερίδα. Εμείς που έχουμε ακόμα 20 ευρώ για πίτσα και μπυρίτσες. Εμείς θα αντλήσουμε το νεράκι, εμείς θα το κουβαλήσουμε, εμείς θα ποτίσουμε τη λεφτουδιά μας και εμείς θα απαιτήσουμε να μοιραστούν οι καρποί της σωστά. Όχι κατά το προσωπικό μας συμφέρον, αλλά δίκαια, αν κατά τύχη εξακολουθούμε να ξεχωρίζουμε το δίκιο από το άδικο. Εμείς οι πολίτες, όχι οι ψηφοφόροι!
Διότι αν ενεργούμε ως ψηφοφόροι, τότε επιτρέπουμε σε κάθε επίδοξο «Θεό» να μας παραμυθιάζει πως τάχα αυτός έχει τη δύναμη του Διός και θα προκαλέσει όσες βροχές χρειάζονται για το πότισμα του κήπου.
Και όταν θα έχει στρογγυλοκαθίσει στον θρόνο που θα του έχουμε στρώσει, θα μας πει πως νόμιζε ότι μπορούσε, αλλά τελικά δεν μπορεί γιατί οι προηγούμενοι έχουν καταστρέψει το κλίμα κι επειδή οι θεοί του βορρά του κάνουν πόλεμο. Μόνο που τότε πια η λεφτουδιά θα έχει πεθάνει και αυτή που θα φυτέψουμε από την αρχή αργεί πολύ να μεγαλώσει και να καρπίσει. Άσε που κάποιος θα πρέπει να τη φυτέψει. Και ποιος θα τη φυτέψει;
- Να τη φυτέψει ο επιχειρηματίας.
- Και γιατί ο επιχειρηματίας;
- Και ποιος να τη φυτέψει;
- Να τη φυτέψει ο υπάλληλος.
- Και γιατί ο υπάλληλος; ...

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Ένας τύραννος, μία Ελιά και η Αιώνια Επιστροφή.

«Κι αν μια μέρα ή μια νύχτα, ερχόταν ένας δαίμονας και γλιστρούσε μέσα στην υπέρτατη μοναξιά σου και σού ‘λεγε: «Αυτή τη ζωή, όπως την έζησες και την ζεις ως τα τώρα, θα πρέπει να την ξαναζήσεις άλλη μια φορά και αναρίθμητες ακόμα φορές˙ χωρίς τίποτα το καινούργιο˙... Δεν θά’πεφτες κατάχαμα, δεν θά ’τριζες τα δόντια σου και δεν θα καταριόσουν τον δαίμονα που θα σου έλεγε αυτά; Ή μήπως θα ζούσες μία φοβερή στιγμή όπου θα του απαντούσες: «Είσαι θεός˙ ποτέ μου δεν άκουσα τόσο θείο λόγο!»  - Fr. Nietzsche

Με λίγα λόγια, άξιζε η ζωή μας τον κόπο;  Η αποκάλυψη πως τα πάντα υπόκεινται σε μία αιώνια επιστροφή, ίδια και απαράλλαχτα, μας χαροποιεί ή μας θλίβει; Και δεν είναι μόνο η δική μας ζωή. Είναι και όσα κάνουμε για τις ζωές των άλλων, οι συλλογικές μας αποφάσεις. Το ενδεχόμενο της επανάληψης της εθνικής μας ιστορίας είναι ένα υπέροχο όνειρο ή εφιάλτης;  Η ιστορία είναι γεμάτη επαναλήψεις που περιμένουν να μας διαφωτίσουν. Είναι οι επαναλήψεις που αφήνουμε να συμβούν, είτε γιατί δεν μελετήσαμε τα γεγονότα κατά την προηγούμενη εμφάνισή τους είτε γιατί δεν αντιλαμβανόμαστε τη δική μας συμβολή στην εξέλιξή τους.
Υπάρχει, λοιπόν, ένα προηγούμενο, μία περίοδος της ελληνικής ιστορίας που κάνει αυτά που ζούμε σήμερα να μοιάζουν με φάση της δικής μας αιώνιας επιστροφής. Ορθολογισμός και συναίσθημα σε ένα πολιτικό σκηνικό, που αν δεν είχε την τραγική κατάληξη που είχε, θα ήταν το κωμικό μας αριστούργημα! Ηρωισμοί, συνθήματα, σενάρια συνωμοσίας, οικονομική κρίση, μέτρα για την προστασία της δημόσιας τάξης και πόλεμος! Κι επειδή σήμερα αισθανόμαστε ότι ζούμε σε συνθήκες (οικονομικού) πολέμου, ας κάνουμε μιαν αναδρομή και τον παραλληλισμό, τηρώντας τις αναλογίες. Και ας αποφασίσουμε αν επιθυμούμε την επανάληψη.  

Η Ελλάδα το 1920
Μετά από χίλια βάσανα και καυγάδες,  η Ελλάδα (που τότε, χονδρικά, ήταν μονάχα η Ρούμελη και ο Μοριάς) πολέμησε τα δύο τελευταία χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο πλευρό της Αντάντ κι εναντίον των δυνάμεων της Γερμανίας και της Τουρκίας. Σε αντάλλαγμα οι σύμμαχοι υποσχέθηκαν σημαντικές εδαφικές παραχωρήσεις. Στο εσωτερικό της χώρας, όμως, η κατάσταση ήταν τραγική. Ο κόσμος ήταν μοιρασμένος σε δύο στρατόπεδα που προσπαθούσαν, εδώ και χρόνια, να εξοντώσουν το ένα το άλλο. Ο διπολισμός της εποχής. (Διαβάστε εδώ, δύο λόγια για τα γεγονότα που προηγήθηκαν.)
Τώρα, μετά το τέλος του πολέμου και ενώ η Ελλάδα περιμένει να λάβει το μερίδιό της από τον διαμελισμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ο διχασμός θα δείξει τα δόντια του και οι αυτοκαταστροφικές δυνάμεις, που δεν έλειψαν ποτέ σε αυτή τη χώρα, θα απελευθερωθούν.

Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2013

Θεμιστοκλής, ο μεγάλος δάσκαλος της πολιτικής τέχνης

Αθήνα, τέλος καλοκαιριού 480 π.Χ.
Δέκα χρόνια μετά την ήττα που υπέστησαν στον Μαραθώνα, οι Πέρσες επιχειρούν δεύτερη εισβολή στην Ελλάδα. Ένας ευφυέστατος Αθηναίος  πολιτικός και στρατηγός, ο Θεμιστοκλής, πείθει τους Έλληνες να πολεμήσουν στα στενά των Θερμοπυλών και στο Αρτεμίσιο, ώστε να καθυστερήσουν τις περσικές δυνάμεις. Μετά την γενναία αντίσταση και επεισοδιακή ήττα των Ελλήνων στις Θερμοπύλες, οι Πέρσες, που έχουν υποστεί τεράστιες απώλειες, εξακολουθούν όμως να υπερτερούν σε αριθμό, οδεύουν εναντίον της Αθήνας καταστρέφοντας ό,τι βρίσκουν στον δρόμο τους.
Στην Αθήνα, οι επικεφαλής του στρατού και του στόλου αναζητούν τρόπους να διασωθεί ο πληθυσμός της πόλης, καθώς κανείς δεν αμφιβάλλει πως, αν οι Πέρσες φτάσουν ως εκεί, δεν έχουν αρκετές δυνάμεις να τους αντιμετωπίσουν. Επιπλέον, το γεγονός  πως ο ιερός οικουρός όφις, προστάτης της πόλης, είχε εξαφανιστεί από την Ακρόπολη ερμηνεύτηκε ως σημάδι καταστροφής, εφόσον η πόλη δεν έχαιρε πλέον της θεϊκής προστασίας. Όπως συνήθιζαν τότε, πριν λάβουν οποιαδήποτε απόφαση, ζήτησαν χρησμό από τους Δελφούς και έλαβαν την εξής απάντηση: «...ο παντεπόπτης Ζευς δίνει την άδεια στην Τριτογενή να μείνει απόρθητο μόνο το ξύλινο τείχος που θα προστατέψει εσένα και τα παιδιά σου...» και «Ω θεία Σαλαμίς, πολλά παλικάρια εσύ θα φας, είτε όταν σπέρνεται το σιτάρι είτε όταν θερίζεται».

Οι Αθηναίοι ήταν ευσεβείς και αντιμετώπιζαν πολύ σοβαρά τους θεούς τους. Ο Θεμιστοκλής από την άλλη, ήταν ορθολογιστής, πρακτικός άνθρωπος και φιλόδοξος πολιτικός. Γνώριζε ότι η δύναμη της Αθήνας ήταν ο στόλος της και ήταν αποφασισμένος να πείσει τους συμπολίτες του να εγκαταλείψουν την πόλη. Οι μάχιμοι θα επάνδρωναν τα καράβια και ο άμαχος πληθυσμός θα μεταφερόταν στα νησιά, ώστε οι Πέρσες να βρουν την Αθήνα άδεια. Το πρόβλημα ήταν πως οι προληπτικοί Αθηναίοι, οπωσδήποτε θα ακολουθούσαν με μεγαλύτερη ευκολία τη συμβουλή της Πυθίας παρά του Θεμιστοκλή και εκείνη είχε πει πως η σωτηρία τους ήταν το ξύλινο τείχος. Οπωσδήποτε θα οχυρώνονταν πίσω από το ξύλινο τείχος της Ακρόπολης, με την ελπίδα να αλλάξουν γνώμη οι θεοί.
Πώς θα χειριζόταν αυτή την κατάσταση ο ορθολογιστής Θεμιστοκλής, που έπρεπε προβεί σε μη δημοφιλείς ενέργειες και μάλιστα αμέσως;