Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2014

Ψώνια στο Black Misery (Χελόου Λένιν!)

Εδώ και καιρό άκουγα για αυτό το Black Misery. Mου γύριζε τ’ άντερα μόνο που το άκουγα! Αυτός ο συγκαλυμμένος ρατσισμός είναι πλέον παντού και μας τον χώνουν στο υποσυνείδητο με τη βία!
Είχα κάνει όρκο να μην πατήσω ποτέ το πόδι μου εκεί μέσα, αλλά ας όψεται η κοινωνία, που άλλους τους ανεβάζει και άλλους τους κατεβάζει στα τάρταρα.
Τα έφερε, λοιπόν, η μαύρη μοίρα ένα απόγευμα, βγαίνω από το σπίτι να αγοράσω ένα καινούργιο πληκτρολόγιο, να γράψω καμιά μαλακία (με το συμπάθιο), να περάσει η ώρα. Το παλιό μου χάλασε από το πολύ τούκου τούκου, ήρθαν τα πλήκτρα και στούμπωσαν και πήρα τη μεγάλη απόφαση.
Ε, δεν θα το πιστέψετε! Για κάποιον άγνωστο λόγο, όλα τα μαγαζιά ήταν κλειστά. Κι όταν λέω κλειστά, το εννοώ. Λουκέτο κλειστά! Μόνο αυτό το ρημάδι, που δεν ήθελα να βλέπω στα μάτια μου, μόνο αυτό είχε την πόρτα ανοιχτή.
Βλέπω ταμπέλες στη βιτρίνα «τα πάντα όλα έχουμε»! Εντάξει, λέω, θα έχει και πληκτρολόγια.

Εντωμεταξύ, η εικόνα έξω από το μαγαζί ήταν σοκαριστική! Κάτι πλούσιοι τύποι, τουρίστες με ακριβά ρούχα, τριγύριζαν χασκογελώντας  μπροστά στην είσοδο του καταστήματος και έβγαζαν φωτογραφίες.  Για μια στιγμή μου φάνηκε πως περιγελούσαν αυτούς που ήταν μέσα, σαν να τους έλεγαν «τα θέλατε και τα πάθατε, ζωντόβολα» αλλά δεν είμαι και σίγουρη.
Πάω στο πάρκινγκ να αφήσω το αυτοκίνητο και προς μεγάλη μου έκπληξη, βλέπω ότι είναι δωρεάν! «Όνειρο ζω», σκέφτηκα και πριν προλάβω να ολοκληρώσω τη διαφημιστική ατάκα, διαπιστώνω πως δεν υπήρχε κανένα άλλο αυτοκίνητο τριγύρω. Δυο ποδήλατα μόνο είδα, από εκείνα τα παλαιά, τα ψηλά, ξέρετε. Μία ανείπωτη ανακούφιση με πλημμύρισε! Επιτέλους, λύθηκε το κυκλοφοριακό πρόβλημα, θα καθαρίσει ο αέρας, θα ξανάρθουν τα χελιδόνια! Βγαίνοντας από το πάρκινγκ, βλέπω μία κυρία και της λέω με νόημα «Σωθήκαμε, ε;» κι εκείνη συμφώνησε χαμογελώντας.

Καταχαρούμενη μπαίνω στο μαγαζί και σκοντάφτω στο πλατύσκαλο. Κάνω ένα αεροπλανικό και σώζω τελευταία στιγμή τα μούτρα μου, που παρατρίχα θα άφηναν το αποτύπωμά τους στο πάτωμα. Τι στον κόρακα! Ούτε ένα φως δεν ανάβει σε τούτο το ρημάδι; «Έστω», είπα! «Θα έπεσα σε οικολόγους, εξοικονομούν ενέργεια τα παιδιά». Αφού σκόνταψα άλλες δυό - τρεις φορές επάνω σε κάτι ράφια από νοβοπάν και μπουρδουκλώθηκα σε μία ξεφτισμένη κουρελού, έφτασα κουλουβάχατα σε ένα σημείο που αχνόφεγγε ένα κερί και μόλις τα μάτια μου συνήθισαν στο σκοτάδι, παρατήρησα ότι όλα τα ράφια ήταν άδεια! Εξοργίστηκα κάπως, είναι η αλήθεια, κυρίως γιατί το πρώτο που σκέφτηκα ήταν πως θα τα άρπαξαν όλα εκείνοι οι καπιτάλες που σεργιανούσαν έξω από το μαγαζί. «Θα ρωτήσω, να μάθω τι γίνεται», σκέφτηκα.

Δεν ήταν δύσκολο να βρω κάποιον, γιατί μόνο δύο πωλήτριες υπήρχαν σε όλο το μαγαζί. Μία στον τομέα «φαγώσιμα» και μία στα «μη φαγώσιμα». Πλησίασα στα φαγώσιμα, όχι γιατί ήθελα να φάω, αλλά σε αυτό το ράφι με οδήγησε το κουτρουβάλημα μέσα στα σκοτάδια. Μπροστά μου ήταν ένα ζευγάρι τουρίστες, μάλλον ιμπεριαλιστές Αμερικάνοι, που δείχνουν στην κοπέλα (αν ήταν και κοπέλα, τα σκοτάδια μου μέσα!) ένα σακουλάκι ηλιόσπορους.
-Χάου ματς; ρωτάει αυτός.
Η κοπέλα (όπως αποδείχτηκε από τη φωνή της) σάστισε με την άγνωστη γλώσσα! Γύρισε προς το δεύτερο άτομο του προσωπικού, επίσης κοπέλα.
-Ρε συ Ρηνιώ, τι λένε τούτοι οι ραμολήδες;
-Την τιμή θα  ρωτάνε, συντρόφισσα. Μήπως τους νοιάζει τίποτ’ άλλο! λέει αυτή.
-Και τι να τους πω εγώ τώρα;
-Ξέρω κι εγώ! Πες τους να πάνε από κει που’ρθανε. Φρόζεν γουόρ, γκόου χόουμ, πες τους.
-Φρόζεν γουόρ, γκόου χόουμ, λέει κι αυτή.
«Πωωω πω!, πως τις δουλεύουν τις ξένες γλώσσες» σκέφτηκα, ενώ το ζευγάρι αποχωρούσε σαστισμένο, δεν ξέρω γιατί. Ύστερα ρώτησα την χαρωπή κι ευγενέστατη κοπέλα πού είναι το τμήμα με τους υπολογιστές.
-Με ποιους; έκανε εκείνη, πάντα πρόσχαρη.
-Τους υπολογιστές, επανέλαβα εγώ. Θέλω να αγοράσω ένα πληκτρολόγιο.
-Καλά, βλαμμένη είσαι συντρόφισσα;
-Δεν κατάλαβα.
-Λέω, βλέπεις τίποτε τμήματα εδώ πέρα;

Είχε δίκιο η καλή κοπέλα. Αφού ήμουν στον τομέα με τα φαγώσιμα! Τι χαζό εκ μέρους μου! Ζήτησα ευγενικά συγγνώμη και έκανα τέσσερα βήματα προς τα δεξιά, όπου ήταν το τμήμα με τα μη φαγώσιμα. Μόλις που διέκρινα την δεύτερη πωλήτρια στο μισοσκόταδο.
-Καλησπέρα σας. Κάτι σε πληκτρολόγιο έχετε; ρώτησα με την ευγένεια που με διακρίνει.
-Τι να το κάνεις;
-Για τον υπολογιστή, ξέρετε για να γράφω κείμενα.
-Ο πληθυντικός σε μάρανε κατακαημένη! Από πού σε αμολήσανε εσένα ρε;
Άρχισα να υποψιάζομαι πως πρέπει να έχω χάσει κάποια επεισόδια! Μα, πόσον καιρό ήμουν κλεισμένη στο σπίτι; Τι έγινε; Πότε απελευθερώθηκε η εργατιά κι έκανε την επανάσταση του ενικού; Επιτέλους! Πωλητές που δεν νοιάζονται να πουλήσουν! Που δεν σκύβουν το κεφάλι στην καταναλωτική ιδιοτροπία του κάθε μολυσμένου με το μικρόβιο της ιδιοκτησίας! «Μα τι είχα πιει εκείνο το βράδυ και πόσον καιρό πριν ήταν;». Δεν θυμόμουν.
-Οπότε, τέλος οι υπολογιστές; ρώτησα γεμάτη ελπίδα. Τον νικήσαμε τον τεχνοφασισμό;
-Ναι, νικήσαμε, αλλά κοίτα. Πληκτρολόγιο, αν θες σου βρίσκω, γιατί είσαι και εντάξει κοπέλα. Αλλά δεν ξέρω αν θα σου χρησιμέψει. Με δυο ώρες ρεύμα την ημέρα τι θα πρωτοκάνεις; Θα προλαβαίνεις να γράφεις; Να σου βρω καλύτερα μερικές κούτες στυλό διαρκείας; Τώρα όμως, γιατί αύριο δεν ξέρω τι θα έχει μείνει.

Ενώ προσπαθούσα να πάρω μια απόφαση, βλέπω μία κυρία που είχε μπει στο μαγαζί μετά από μένα και αφού απασχόλησε την πωλήτρια στα «φαγώσιμα» κανένα πεντάλεπτο, στραβομουτσούνιασε μπροστά στα άδεια ράφια και έφυγε χωρίς μια λέξη, ένα αντίο. «Ο στριμμένος ο άνθρωπος ούτε με τον κομμουνισμό δεν σώζεται», σκέφτηκα αηδιασμένη.
Η πωλήτρια βέβαια, που δεν ανεχόταν πια τέτοιες αστικές συμπεριφορές, της έριξε μία μούντζα (διπλή) και την έστειλε στον αγύριστο.
-Ρε τράβα να δεις αν έρχομαι μικροαστικό απολειφάδι, που μου θες και ψώνια! Τέτοια περηφάνια!

Όμως έπρεπε να γυρίσω γρήγορα στο σπίτι μου, να ρωτήσω τη μάνα μου πόσον καιρό είχα χάσει. Πότε έπεσα σε κώμα και από τι!
Φεύγοντας, γύρισα να κοιτάξω για άλλη μία φορά τους πελάτες. Δεν υπήρχαν πελάτες (μάλλον δεν έχω συνέλθει πλήρως από τη βλάβη). Υπήρχαν όμως τα παλιά σκονισμένα ράφια, που έχασκαν άδεια, απαλλάσσοντάς με επιτέλους από το άγχος της κατανάλωσης!
Πήγα να πάρω το αυτοκίνητό μου κι εκεί με περίμενε μία δυσάρεστη έκπληξη! Στη θέση του δωρεάν πάρκινγκ υπήρχε μόνο το σασί! «Μα πού πήγε το υπόλοιπο;» αναρωτήθηκα και αμέσως σκέφτηκα «Μου το πήρε η Τρόικα». Μα όχι. Αφού τη διώξαμε και γίναμε κυρίαρχος λαός. Ποιος να ήταν;

«Δεν βαριέσαι», είπα στον εαυτό μου. «Και να μην μου το είχαν πάρει, μήπως θα έβρισκα βενζίνη να του βάλω!». «Τι στο διάολο ήταν αυτό που ήπια και πόσο με κράτησε;» Άραγε θα το φέρνουν στο Black Misery;
Ξεκαρδίστηκα μόνη μου στα γέλια και το ‘κοψα με τα πόδια για το σπίτι, ενώ πίσω μου άστραφταν τα φλας από τις μηχανές των δύστυχων τουριστών, που σύντομα θα έπρεπε να εγκαταλείψουν τον σοσιαλιστικό μας παράδεισο.