Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014

Οι Κηφήνες ποτέ δεν πεθαίνουν!

Υπάρχει μία τάξη ανθρώπων, οι οποίοι έχουν το ταλέντο να εισχωρούν και να διαπρέπουν στην αυλή του εκάστοτε ηγέτη, πλουτίζοντας εις βάρος όλων των υπολοίπων. Δεν κυβερνούν πάντα οι ίδιοι, αλλά οπωσδήποτε γυρίζουν τον τροχό της πολιτικής ζωής.
Ποια είναι η τακτική τους και πώς καταφέρνουν να επιβιώνουν όταν τα πάντα γκρεμίζονται και αλλάζουν; Πώς πλουτίζουν χωρίς να παράγουν τίποτα;
«Το πρώτο πράγμα που κάνουν αυτοί οι κηφήνες, είναι να ταχθούν στο πλευρό των αδικημένων και των δυστυχούντων. Όποιο και αν είναι το καθεστώς, αυτοί θα κάνουν αντιπολίτευση, μόλις ο κόσμος αρχίσει να διαμαρτύρεται. 
Οι πιο ζωηροί θα ηγηθούν της διαμαρτυρίας, ενώ ο πιο χαρισματικός από αυτούς θα γίνει ο αρχηγός τους. Και το πρώτο πράγμα που θα κάνει θα είναι μοιράζει αφειδώς υποσχέσεις. Υπόσχεται δημοκρατία στους καταπιεσμένους, που διψούν για ελευθερία. Σηκώνει το λάβαρο της επανάστασης, γκρεμίζει επαύλεις και παλάτια και ο λαός τον λατρεύει! Του δίνει εξουσία και πανηγυρίζει.

Ζήτω η Ελευθερία!
Οι νέοι θεσμοί θα είναι αναμφίβολα πιο δημοκρατικοί, οι πολίτες θα αποκτήσουν περισσότερα δικαιώματα, θα ελέγχουν την εξουσία, θα απολαμβάνουν ισονομία. Αλλά οι κηφήνες είναι ακόμα εδώ! 
Τώρα όμως, θα πρέπει να βρουν τρόπο να διασφαλίσουν τον πολυτελή τους βίο, χωρίς να προκαλέσουν τον φθόνο των πολλών. Από ποιο λουλούδι θα μαζέψουν τώρα τη γύρη τους, χωρίς να δυσαρεστήσουν τον κυρίαρχο λαό;
Η πηγή του είναι όσοι, κατά τη διάρκεια του προηγούμενου καθεστώτος, κατόρθωσαν να αποκτήσουν περιουσία. Δηλαδή, οι επιτυχημένοι επιχειρηματίες, τα δυνατά μυαλά, οι πιο τολμηροί και εκείνοι που κληρονόμησαν μεγάλη πατρική περιουσία. Κι επειδή οι κηφήνες είναι πιο έξυπνοι απ’όσο νομίζετε, θα μοιράσουν μία μικρή ποσότητα από αυτό το μελάκι στους οπαδούς τους. 
Ο λαός, που είχε καταταλαιπωρηθεί από το προηγούμενο καταπιεστικό καθεστώς, τώρα αξιοποιεί στο έπακρο τις νέες συνθήκες. Τουτέστιν, πέφτει με τα μούτρα στο μέλι. Εύκολα θα συνηθίσει σε μία εύκολη ζωή, χωρίς υποχρεώσεις και γεμάτη δώρα και χάδια. Και όσο πιο σπάταλη γίνεται η εξουσία, τόσο πιο λαίμαργος γίνεται ο λαός. 
Ό ηγέτης απολαμβάνει τη δόξα, οι κηφήνες τρωγοπίνουν χωρίς να εργάζονται και ο λαός κάνει ό, τι του καπνίσει ανενόχλητος, χωρίς να αναρωτιέται από πού στην ευχή προέρχονται τα αγαθά που απολαμβάνει. Ώσπου το λουλουδάκι δεν έχει άλλη γύρη να δώσει, μαραίνεται και πεθαίνει. Ο ηγέτης δεν έχει πια καραμέλες να σκορπίσει στον λαό και οι κηφήνες δεν έχουν πια λουλούδια να τρυγήσουν. 
Ο ηγέτης τότε τα βρίσκει μπαστούνια: ή θα ομολογήσει πως το μέλι σώθηκε, άρα ότι εξαπάτησε τον λαό ή θα επιχειρήσει να μειώσει τις παροχές για να εξοικονομήσει χρήματα για τις ανάγκες της πολιτείας. Έτσι κι αλλιώς, ο λαός θα εξοργιστεί μαζί του θεωρώντας τον εχθρό της δημοκρατίας, εφόσον έχει ταυτίσει τη δημοκρατία με την αφθονία, τα προνόμια και την ανέμελη ζωή.

Ζήτω η Επανάσταση! 
Κανείς δεν είναι διατεθειμένος να παραχωρήσει τα «κεκτημένα» του: να πληρώνεται χωρίς να προσφέρει την αντίστοιχη εργασία, να παρανομεί χωρίς να διώκεται, να αδικεί χωρίς να θεωρείται ανήθικος, να επιδεικνύει τον πατριωτισμό του χωρίς να προσφέρει καμία υπηρεσία στην πατρίδα. Η υπερευαίσθητη ψυχή του «δημοκράτη» αγανακτεί  και με την υποψία πως θα τεθούν περιορισμοί. Και όπως ένα ανόητο παιδί, θα υποστηρίξει εκείνον που θα του υποσχεθεί πως δεν θα αφήσει κανέναν να του πάρει τα παιχνίδια του. 
Αυτή η παρακμή οδηγεί αναγκαστικά σε αδιέξοδο, καθώς η τάξη από την οποία τρυγούσαν ως τώρα οι κηφήνες, το άλλοτε ανθισμένο λουλουδάκι, βρίσκεται στα πρόθυρα της καταστροφής και επαναστατεί. Και φυσικά, οι κηφήνες εύκολα πείθουν τον λαό να πολεμήσει, όχι μόνο εναντίον των επαναστατημένων θυμάτων, αλλά και εναντίον του ηγέτη που έως τώρα όλοι μαζί λιβάνιζαν! Θα επιλέξουν έναν νέο αρχηγό, με τον ίδιο τρόπο που είχαν επιλέξει τον προηγούμενο: Τον κηφήνα με το μεγαλύτερο χάρισμα!
Πώς, όμως, αυτός θα συντηρήσει τα γούστα των κηφήνων και των οπαδών τους; Μα φυσικά, θα υποσχεθεί πως θα διαγράψει τα χρέη τους και θα αναδιανείμει τον πλούτο. Ποιον πλούτο; Ό, τι έχει απομείνει στο καημένο «λουλουδάκι». Έτσι, και οι τελευταίοι εναπομείναντες αυτής της τάξης θα εγκαταλείψουν τη χώρα και τότε κανείς πια δεν θα παράγει πλούτο. 
Η οικονομική κατάσταση θα πιάσει πάτο και τότε ο ηγέτης κάπως θα πρέπει να διασφαλίσει τη θέση του. Θα επινοήσει εθνικούς κινδύνους, για την αντιμετώπιση των οποίων θα χρειαστούν χρήματα. Οι φόροι γίνονται τόσο εξοντωτικοί, που κανείς δεν έχει πλέον χρόνο και διάθεση να ασχοληθεί με την πολιτική και να στραφεί εναντίον του ηγέτη. Η δημοκρατία έχει πεθάνει και κανείς δεν πρόλαβε να κλάψει! 

Ζήτω που καήκαμε!
Στο στάδιο αυτό, θα εξολοθρευτούν και οι τελευταίοι αξιόλογοι πολίτες, που θα έχουν το θάρρος να σηκώσουν το ανάστημά τους εναντίον της τυραννίας. Ο τύραννος απομένει να κυβερνά φαύλους, εξαθλιωμένους υπηκόους. Οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί: Το κράτος, ο «πατερούλης» που χαρτζιλίκωνε τους άπληστους πολίτες μίας διεφθαρμένης δημοκρατίας, μεταμορφώθηκε σε άσωτο γιο που αποσπά με τη βία και κατασπαταλά την περιουσία του λαού, που τώρα είναι ο πατέρας
Και όταν και αυτή η περιουσία ξοδευτεί, τότε οι κηφήνες θα αναλάβουν και πάλι να αναδείξουν τη νέα τάξη που θα δημιουργήσει μία νέα περιουσία. Σε αυτούς θα επενδύσουν και την τελευταία δεκάρα που έχει απομείνει και μαζί τους θα επιλέξουν έναν ζωηρό κηφήνα για νέο αρχηγό, ικανό να διαχειριστεί τους πολλούς εξαγριωμένους που έχουν μείνει έξω από την νέα τάξη. 
Και για κάποιο διάστημα θα τα καταφέρει, μέχρι που και αυτοί θα επαναστατήσουν και τότε οι κηφήνες θα σταθούν στο πλευρό τους... και πάλι απ’την αρχή!»


Τι σας θυμίζει αυτή η περιγραφή; Αυτό που ζείτε; Αυτό που συνέβη; Αυτό που φοβάστε πως θα συμβεί; 
Και όμως, αυτή η περιγραφή έχει γίνει πριν από 2500 χρόνια περίπου και είναι γραμμένη στο Η΄ βιβλίο της Πολιτείας του Πλάτωνα. Φαντάζομαι πως την εμπνεύστηκε παρατηρώντας την κοινωνική ζωή των μελισσών και συγκρίνοντάς την με τον ανορθολογισμό της πολιτικής ζωής της εποχής του, όταν οι δημαγωγοί ήταν λαοφιλείς και οι κόλακες κινούσαν τα νήματα, ικανοποιώντας την ματαιοδοξία των αρχόντων και ταΐζοντας το συναίσθημα της μάζας.
Στις κυψέλες των μελισσών, ο κηφήνας εξοντώνεται αμέσως μόλις επιτελέσει το έργο του. Η βασίλισσα δεν τον ανέχεται στο πλευρό της και οι άλλες μέλισσες δεν σκοπεύουν να εργάζονται για να ταΐζουν τους χαραμοφάηδες. Εμείς πάλι, δεν έχουμε φτάσει ακόμα σε αυτό το διανοητικό επίπεδο! 


Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2014

Η «μικρή εποχή των παγετώνων» που άλλαξε την Ευρώπη.

Η «μικρή εποχή των παγετώνων», μία εντυπωσιακή καιρική ανατροπή που έβγαλε την Ευρώπη απ’ τον Μεσαίωνα.
Από τον 11ο αιώνα, η Χριστιανική Ευρώπη διανύει μία περίοδο ευημερίας. Το κλίμα είναι θερμό, τα έλη στέγνωσαν και γίνονται καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Οι ασθένειες υποχωρούν και το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται με αποτέλεσμα την εντυπωσιακή αύξηση του πληθυσμού και της παραγωγής σιτηρών. Κατά συνέπεια, ανθεί το εμπόριο και κάνουν την εμφάνισή τους νέες τεχνικές και νέα, πιο αποτελεσματικά εργαλεία. Το φεουδαρχικό σύστημα έχει παγιωθεί και η ζωή κυλά ομαλά.
Ώσπου ξαφνικά, γύρω στο 1300, η θερμοκρασία μειώνεται δραματικά. Ο χειμώνας δεν υποχωρεί, οι βροχές δεν σταματούν και το ασυνήθιστα ψυχρό καλοκαίρι διαρκεί ελάχιστα. Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, αυτές οι ασυνήθιστες συνθήκες θα επανέρχονται με ακανόνιστο τρόπο, πυροδοτώντας μία σειρά από συμφορές που θα αλλάξουν ριζικά τις κοινωνικές δομές της ηπείρου.

Η ΠΕΙΝΑ
Στη Χριστιανική Δύση, 100 εκατομμύρια Ευρωπαίοι, βλέπουν τις σοδειές των σιτηρών να καταστρέφονται από το κρύο και την υγρασία. Ολόκληρη η βόρεια και η κεντρική Ευρώπη, αλλά και χώρες της Βαλτικής υποφέρουν από έλλειψη τροφής, με αποκορύφωμα τη διετία του « Μεγάλου Λιμού» (1315-1317).
Η ανάμνηση της φρίκης αυτής της περιόδου, αποτυπώνεται σε παραμύθια όπως το  «Χάνσελ και Γκρέτελ». Πολλά παιδιά εγκαταλείπονταν ή θανατώνονταν από τους γονείς τους, για να περισσέψει τροφή για τα υπόλοιπα. Ηλικιωμένοι ή άρρωστοι άνθρωποι, εγκατέλειπαν τα σπίτια των δικών τους αυτοβούλως, για να μείνει τροφή για τους νεότερους και τους υγιείς. Και δεν ήταν ασυνήθιστο, αυτοί οι ανήμποροι περιπλανώμενοι να πέφτουν θύματα κανιβαλισμού από άλλους πεινασμένους.
Οι εξασθενημένοι από την πείνα και το κρύο Ευρωπαίοι γίνονται ευάλωτοι και σε ασθένειες που εξοντώνουν όσους δεν εξόντωσε η πείνα: ελονοσία, πνευμονία, βρογχίτιδα. Αν και το 1325 φαίνεται πως η κατάσταση εξομαλύνεται, το πρόβλημα δεν έχει εκλείψει. Οι προμήθειες συμπληρώνονται με εισαγωγές σιτηρών από την ανατολή.

Ο ΜΑΥΡΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ
Αλλά μαζί με τα σιτηρά, τα πλοία από τη Μαύρη Θάλασσα, το 1338, φέρνουν και τον Μαύρο Θάνατο. Η βουβωνική πανώλη «αποβιβάζεται» αρχικά στη Σικελία από γενοβέζικες γαλέρες που έρχονται από την Ανατολή. Ολόκληρα χωριά ξεκληρίζονται και οι λίγοι που επιζούν εγκαταλείπουν τον τόπο τους και ψάχνουν νέους τόπους εγκατάστασης. Μαζί τους φέρνουν, όμως, και την αρρώστια, η οποία σε λίγα μόνο χρόνια έχει εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη Δυτική και Βόρεια Ευρώπη.
Στο Χρονικό « Η Επιδημία στη Σιένα» διαβάζουμε: «Πέθαιναν κατά εκατοντάδες, μέρα νύχτα, τους πετούσαν μέσα χαντάκια και τους σκέπαζαν με χώμα. Και μόλις αυτά τα χαντάκια γέμιζαν, άνοιγαν άλλα. Κι εγώ, ο Agnolo di Tura...έθαψα τα πέντε παιδιά μου με τα ίδια μου τα χέρια... Και τόσο πολλοί πέθαναν που όλοι πίστευαν πως είχε έρθει το τέλος του κόσμου»
Σχεδόν το ¼ του πληθυσμού πεθαίνει! Και όσο ο πληθυσμός μειώνεται, μειώνονται  και τα εργατικά χέρια, μειώνεται η παραγωγή, μειώνεται η τροφή. Το ένα πρόβλημα τροφοδοτεί το άλλο, με συνέπειες που θα επηρεάσουν άμεσα την Ευρώπη για τα επόμενα 150 χρόνια, ενώ οι έμμεσες συνέπειες θα στιγματίσουν το υπόλοιπο του βίου της.

ΠΟΙΟΣ ΦΤΑΙΕΙ; 
Αναζητούμε έναν αποδιοπομπαίο τράγο όταν αδυνατούμε να αποδεχτούμε τον χαοτικό χαρακτήρα του κόσμου μας. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε μία κατάσταση αν δεν προσδιορίσουμε την αιτία που την προκάλεσε. Ή να την επινοήσουμε.
Για να είμαστε ειλικρινείς, ούτε σήμερα γνωρίζουμε τι προκάλεσε εκείνη την «παράλογη» συμπεριφορά του καιρού. Μπορεί ο ήλιος να αποφάσισε να ξεκουραστεί, μπορεί να διαταράχτηκαν τα θαλάσσια ρεύματα, είναι οι δύο πιο δημοφιλείς θεωρίες. Οι τότε διαθέσιμες θεωρίες ήταν πιο εύπεπτες και επέτρεπαν την άμεση εκτόνωση της οργής.
Φήμες, σύμφωνα με τις οποίες οι ξένοι (κυρίως οι Εβραίοι) δηλητηριάζουν τα πηγάδια, διαδίδονται ταχύτατα. Ολόκληρες εβραϊκές κοινότητες εξολοθρεύονται. Μόνο στο Στρασβούργο, το 1349, οι κάτοικοι δολοφόνησαν 2000 Εβραίους. Άλλοι κατηγορούν τους λεπρούς και ασθενείς με άλλες δερματικές παθήσεις τους οποίους εξορίζουν κατά ομάδες.
Κατ’ άλλους επρόκειτο για θεϊκή τιμωρία ή για την τελευταία επικράτηση του διαβόλου πριν από το τέλος του κόσμου. Αυτές οι καταστροφικές καταιγίδες ήταν σίγουρα έργο των δαιμόνων, αφού ο Θεός ποτέ δεν έκανε κάτι τόσο παράλογο και κακό. Γείτονας κατέδιδε τον γείτονά του ως υπεύθυνο τέλεσης μαγείας, με αποτέλεσμα 50.000 άνθρωποι να καούν στην πυρά με τις ευλογίες της Εκκλησίας.
Το κακό, όμως, δεν υποχωρούσε και εφόσον ο Θεός δεν νοιαζόταν για τα πλάσματά του, εκείνα του γύρισαν την πλάτη. Ούτε η Εκκλησία ούτε κανένας άγραφος ηθικός νόμος μπορούσε να τους συγκρατήσει. Η εγκληματικότητα ξεπέρασε κάθε νοσηρή φαντασία, καθώς η ζωή είχε χάσει την αξία της. Ο θάνατος ήταν ο μοναδικός Θεός, πανταχού παρών και ο καθένας προσπαθούσε να ζήσει ό,τι προλάβαινε, χωρίς αναστολές και περιορισμούς. Η Εκκλησία αποδυναμώθηκε και η αμφισβήτηση του κύρους της είχε ξετυλίξει το κουβάρι που θα κατέληγε στη Θρησκευτική Μεταρρύθμιση του 16ου αιώνα και τον πόλεμο ανάμεσα σε Προτεστάντες και Καθολικούς από το 1618 ως το 1648.

ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΝ; 
Πολλοί επιστήμονες ανησυχούν, καθώς παρατηρούν πως ο ήλιος το έχει ρίξει στον ύπνο τα εκατό τελευταία χρόνια και δεν λέει να ξυπνήσει. Μπορεί να είναι ο πρόλογος σε μία ακόμα εποχή παγετώνων, μπορεί και όχι. Δεν χάνουμε τίποτα, ωστόσο, να αντλήσουμε κάποια συμπεράσματα από εκείνη την εμπειρία των προγόνων μας.
Λοιπόν, ένα συμπέρασμα από αυτή την ιστορία είναι πως τίποτα δεν είναι δεδομένο, τίποτα δεν είναι βέβαιο πως θα παραμείνει όπως είναι ως τώρα και, όπως έλεγε και ο Ηράκλειτος, « πάντα ρει και ουδέν μένει». Ας εξοικειωθούμε με αυτή την ιδέα.
Ένα δεύτερο είναι πως ο άνθρωπος δεν είναι καλός και δίκαιος από τη φύση του. Αποφασίσαμε να έχουμε νόμους και βασιλιάδες και θεούς, επειδή χρειαζόμαστε κάτι να δαμάζει την αγριότητά μας. Δεν είμαστε ούτε κακοί από τη φύση μας. Γιατί τότε θα παραμέναμε απλώς θηρία. Όταν η ζωή μας κυλάει ομαλά, είμαστε ικανοί για το μεγαλύτερο καλό, αλλά όταν η ζωή μας κινδυνεύει, είμαστε ικανοί ν’ αφήσουμε το θηρίο μέσα μας να σκορπίσει τον τρόμο.
Ένα άλλο συμπέρασμα είναι πως κάποια πράγματα απλώς συμβαίνουν. Δεν υπάρχει αιτία ή δεν μπορούμε εμείς να την εντοπίσουμε. Δεν χρειάζεται πάντα να φταίει κάποιος, γιατί όταν μπαίνουμε στη διαδικασία να επινοούμε φανταστικούς εχθρούς που μας κατατρέχουν, απλώς πολλαπλασιάζουμε τη δυστυχία και κάνουμε χειρότερη μία ήδη απελπιστική κατάσταση.
Τέλος, μέσα από αυτή τη συμφορά κάποιοι τελικά επιβίωσαν. Κάποιοι από τύχη, κάποιοι επειδή ήταν πεισματάρηδες ή έκαναν πιο σωστές επιλογές τολμώντας το καινούργιο και διαφορετικό. Πάντως, ήταν εκείνοι που προσαρμόστηκαν ευκολότερα και όχι απαραίτητα οι πιο δυνατοί. Και ήταν αυτοί που έθεσαν τα θεμέλια της Ευρώπης, που θα δοκίμαζε την τύχη της με ένα άλλο πείραμα: τον καπιταλισμό.
Ας ελπίσουμε να μην ξεψυχήσει κι αυτός στους πάγους.

Πηγές:
Examiner , Little Ice Age, film on Greek Documentaries, Ιστορία της Ευρώπης, Berstein & Milza, εκδ. Αλεξάνδρεια, 1997.

Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

"Η μάχη των Αθηνών" - Μία έντιμη επανάσταση στο Tennessee

Μία πόλη που ιδρύθηκε το 1822 στο McMinn County, Tennessee ονομάστηκε Αθήνα, πιθανόν επειδή έχει μορφολογικές ομοιότητες με την δική μας Αθήνα. Οι ντόπιοι την αποκαλούν και «Φιλική Πόλη». Υπάρχουν πολλές Αθήνες στις ΗΠΑ, αλλά τούτη εδώ έχει μία πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία να αφηγηθεί:
«Το 1936, σε αυτή την ήσυχη πόλη, βάζει υποψηφιότητα για σερίφης ένας γόνος πλούσιας οικογένειας του τόπου με υψηλές γνωριμίες, ο Paul Catrell. Και τις κερδίζει. Οι κάτοικοι όμως έχουν βάσιμες υποψίες πως η διαδικασία των εκλογών είχε νοθευτεί και οι ενέργειες του νέου σερίφη δεν άργησαν επιβεβαιώσουν το ήθος του ανδρός.
Πρώτα απ’όλα χρησιμοποίησε τις γνωριμίες του και πέτυχε τη διάσπαση του McMinn County σε μικρότερες διοικητικές περιοχές, ώστε να αποδυναμώσει την αντίδραση των αντιπάλων του.
Καθιέρωσε τη μυστική καταμέτρηση των ψήφων στις επόμενες πέντε εκλογικές αναμετρήσεις, στις οποίες ο ίδιος ή κάποιος δικός του πλειοψηφούσε. Επικαλούμενος την εξοικονόμηση χρημάτων για τον Δήμο, αρνήθηκε να αγοράσει μηχανήματα καταμέτρησης και επέμενε στη (μυστική) καταμέτρηση ψήφων με το χέρι!
Στο ίδιο πνεύμα οικονομίας βασίστηκε και η καθιέρωση «τέλους σύλληψης», που πήγαινε στην τσέπη του, και φυσικά φρόντισε να γίνονται αρκετές συλλήψεις: Αθώοι πολίτες συλλαμβάνονταν, πολλές φορές μαζικά, για μέθη  και αφήνονταν ελεύθεροι μετά την καταβολή γενναίου προστίμου. Είχαν αναφερθεί μέχρι και περιπτώσεις συλλήψεων όλων των επιβατών σε λεωφορείο. Αντίθετα, κανείς δεν ενοχλούσε τους πραγματικούς εγκληματίες (ειδικά τους λαθρεμπόρους), μετατρέποντας την Αθήνα σε μία πόλη όμηρο στα χέρια διεφθαρμένων λειτουργών και βυθισμένη στην παρανομία.
 Ο Cantrell εξελέγη σερίφης και πάλι το 1938 και το 1940, ενώ το 1942 και το 1944 εξελέγη γερουσιαστής και τη θέση του σερίφη έλαβε ο βοηθός του Pat Mansfield.

Το σύστημα αυτό ήταν για τον Cantrell εξαιρετικά αποδοτικό, μέχρι που επέστρεψαν οι 3000 περίπου βετεράνοι της περιοχής, με τη λήξη του Β Π Πολέμου.

Σάββατο, 4 Ιανουαρίου 2014

Το τιγκάμηλο

«Διαολίζεις τον κώνωπα και καταπίνει τιγκάμηλο»
Έτσι είχε διασκευάσει η αείμνηστη μαμά μου τη γνωστή ευαγγελική ρήση «Διυλίζουν τον κώνωπα και καταπίνουν την κάμηλο» και μου την έλεγε κάθε φορά που έκανα ή έλεγα κάτι πολύ εκνευριστικό που την έβγαζε από τα ρούχα της. Ένιωθε σαν κουνούπι που κάποιος το διαολίζει και από τα νεύρα του καταπίνει αμάσητο το τιγκάμηλο. Στο μυαλό της  το τιγκάμηλο ήταν ένα μυστηριώδες φυτό (προφανώς συνειρμός από το φασκόμηλο), με το οποίο τρέφονταν τα κουνούπια σε περιόδους νευρικής κρίσης.
Όταν έγινα μεγάλο παιδί και ένιωθα πια μορφωμένη, δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό και επιχείρησα να την επιμορφώσω.  Της εξήγησα πώς είναι η φράση στην πραγματικότητα και πως λέγεται όταν κάποιος ασχολείται με μικρής σημασίας ζητήματα, παραβλέποντας  τα σημαντικά.
Εκείνη, ένιωθε πολύ άβολα κάθε φορά που αντιμετώπιζε τον μεγάλο της πόνο. Ποτέ δεν ξεπέρασε το ότι οι γονείς της, με τη βία, της στέρησαν το σχολείο. Κάθε φορά που την διόρθωνα γνώριζα ότι θα θυμώσει και ότι θα επινοήσει κάτι για να μπαλώσει όπως-όπως το λάθος της. Η μαμά μου ήθελε να μαθαίνει καινούργια πράγματα, αλλά δεν άντεχε να παραδεχτεί πως δεν τα γνώριζε.
Ετούτη τη φορά μου λέει «Δηλαδή, δεν μπορεί κάποιος, αντί να διυλίζει τον κώνωπα να τον διαολίζει; Πρέπει να το πει κάποιος σπουδαίος για να το λέω κι εγώ;»
«Όχι. Αλλά, αν χρησιμοποιείς μία γνωστή φράση, πρέπει να την λες όπως ειπώθηκε»
«Γιατί;  Θα μου κόψει το επίδομα αυτός που την είπε;» μου είπε με ύφος κώνωπα που έψαχνε απεγνωσμένα τιγκάμηλο! Είχε εκείνο το ύφος, το ανακατεμένο θλίψη, αγωνία και θυμό. Ήταν ώρα να κατευνάσω τα πνεύματα.
«Αν σου αρέσει έτσι, μπορείς να το λες κι έτσι. Άλλωστε, μπορεί να καθιερωθεί και να το επαναλαμβάνουν οι επόμενες γενιές ως δικό σου απόφθεγμα. "Όπως έλεγε και η κυρά-Λένη", θα λένε».
Ήξερα ότι μέσα της χαμογελούσε, αλλά διατηρούσε, όπως το συνήθιζε, το θυμωμένο της ύφος. Για λίγο. Πάντα ήταν για λίγο.
Αλλάξαμε συζήτηση και λέγαμε περί ανέμων και υδάτων, όταν σε μία άσχετη στιγμή, καμιά ώρα μετά, με ρωτάει  με αφέλεια:
«Δεν πιστεύω να εννοούσες ότι δεν υπάρχει το τιγκάμηλο;»
Ήθελα να γελάσω, αλλά δεν το έκανα. Ήξερα πως για εκείνη ήταν ένα σοβαρό ερώτημα και η απάντηση είχε σημασία.
«Γιατί να μην υπάρχει;», της είπα. «Αρκεί να ακολουθήσεις ένα διαολισμένο κουνούπι, να δεις πού πάει και τα πίνει».
Η μάνα έφυγε από τον κόσμο τούτο με τα διαολισμένα κουνούπια, ένα μήνα μετά από αυτή τη συζήτηση.
Εγώ όμως, κάθε φορά που εκνευρίζομαι με κάτι, νιώθω σαν κουνούπι που δεν βρίσκει τιγκάμηλο να καταπιεί. Και αυτή η εικόνα αποδείχτηκε εξαιρετικό εργαλείο διαχείρισης θυμού. Πιάνει κάθε φορά. Γελάω μόνη μου, καθώς ακούω το οργισμένο κουνούπι  να τριγυρίζει στο μυαλό μου ψάχνοντας το καταπραϋντικό βοτάνι και σκέφτομαι πως δεν χρειάζεται να έχεις μάστερ για να δίνεις μαθήματα στα παιδιά σου.
Η αλήθεια σου είναι το σπουδαιότερο μάθημα, αυτό που το παιδί σου ποτέ δεν θα ξεχάσει.

Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2014

Ψώνια στο Black Misery (Χελόου Λένιν!)

Εδώ και καιρό άκουγα για αυτό το Black Misery. Mου γύριζε τ’ άντερα μόνο που το άκουγα! Αυτός ο συγκαλυμμένος ρατσισμός είναι πλέον παντού και μας τον χώνουν στο υποσυνείδητο με τη βία!
Είχα κάνει όρκο να μην πατήσω ποτέ το πόδι μου εκεί μέσα, αλλά ας όψεται η κοινωνία, που άλλους τους ανεβάζει και άλλους τους κατεβάζει στα τάρταρα.
Τα έφερε, λοιπόν, η μαύρη μοίρα ένα απόγευμα, βγαίνω από το σπίτι να αγοράσω ένα καινούργιο πληκτρολόγιο, να γράψω καμιά μαλακία (με το συμπάθιο), να περάσει η ώρα. Το παλιό μου χάλασε από το πολύ τούκου τούκου, ήρθαν τα πλήκτρα και στούμπωσαν και πήρα τη μεγάλη απόφαση.
Ε, δεν θα το πιστέψετε! Για κάποιον άγνωστο λόγο, όλα τα μαγαζιά ήταν κλειστά. Κι όταν λέω κλειστά, το εννοώ. Λουκέτο κλειστά! Μόνο αυτό το ρημάδι, που δεν ήθελα να βλέπω στα μάτια μου, μόνο αυτό είχε την πόρτα ανοιχτή.
Βλέπω ταμπέλες στη βιτρίνα «τα πάντα όλα έχουμε»! Εντάξει, λέω, θα έχει και πληκτρολόγια.

Εντωμεταξύ, η εικόνα έξω από το μαγαζί ήταν σοκαριστική! Κάτι πλούσιοι τύποι, τουρίστες με ακριβά ρούχα, τριγύριζαν χασκογελώντας  μπροστά στην είσοδο του καταστήματος και έβγαζαν φωτογραφίες.  Για μια στιγμή μου φάνηκε πως περιγελούσαν αυτούς που ήταν μέσα, σαν να τους έλεγαν «τα θέλατε και τα πάθατε, ζωντόβολα» αλλά δεν είμαι και σίγουρη.
Πάω στο πάρκινγκ να αφήσω το αυτοκίνητο και προς μεγάλη μου έκπληξη, βλέπω ότι είναι δωρεάν! «Όνειρο ζω», σκέφτηκα και πριν προλάβω να ολοκληρώσω τη διαφημιστική ατάκα, διαπιστώνω πως δεν υπήρχε κανένα άλλο αυτοκίνητο τριγύρω. Δυο ποδήλατα μόνο είδα, από εκείνα τα παλαιά, τα ψηλά, ξέρετε. Μία ανείπωτη ανακούφιση με πλημμύρισε! Επιτέλους, λύθηκε το κυκλοφοριακό πρόβλημα, θα καθαρίσει ο αέρας, θα ξανάρθουν τα χελιδόνια! Βγαίνοντας από το πάρκινγκ, βλέπω μία κυρία και της λέω με νόημα «Σωθήκαμε, ε;» κι εκείνη συμφώνησε χαμογελώντας.

Καταχαρούμενη μπαίνω στο μαγαζί και σκοντάφτω στο πλατύσκαλο. Κάνω ένα αεροπλανικό και σώζω τελευταία στιγμή τα μούτρα μου, που παρατρίχα θα άφηναν το αποτύπωμά τους στο πάτωμα. Τι στον κόρακα! Ούτε ένα φως δεν ανάβει σε τούτο το ρημάδι; «Έστω», είπα! «Θα έπεσα σε οικολόγους, εξοικονομούν ενέργεια τα παιδιά». Αφού σκόνταψα άλλες δυό - τρεις φορές επάνω σε κάτι ράφια από νοβοπάν και μπουρδουκλώθηκα σε μία ξεφτισμένη κουρελού, έφτασα κουλουβάχατα σε ένα σημείο που αχνόφεγγε ένα κερί και μόλις τα μάτια μου συνήθισαν στο σκοτάδι, παρατήρησα ότι όλα τα ράφια ήταν άδεια! Εξοργίστηκα κάπως, είναι η αλήθεια, κυρίως γιατί το πρώτο που σκέφτηκα ήταν πως θα τα άρπαξαν όλα εκείνοι οι καπιτάλες που σεργιανούσαν έξω από το μαγαζί. «Θα ρωτήσω, να μάθω τι γίνεται», σκέφτηκα.

Δεν ήταν δύσκολο να βρω κάποιον, γιατί μόνο δύο πωλήτριες υπήρχαν σε όλο το μαγαζί. Μία στον τομέα «φαγώσιμα» και μία στα «μη φαγώσιμα». Πλησίασα στα φαγώσιμα, όχι γιατί ήθελα να φάω, αλλά σε αυτό το ράφι με οδήγησε το κουτρουβάλημα μέσα στα σκοτάδια. Μπροστά μου ήταν ένα ζευγάρι τουρίστες, μάλλον ιμπεριαλιστές Αμερικάνοι, που δείχνουν στην κοπέλα (αν ήταν και κοπέλα, τα σκοτάδια μου μέσα!) ένα σακουλάκι ηλιόσπορους.
-Χάου ματς; ρωτάει αυτός.
Η κοπέλα (όπως αποδείχτηκε από τη φωνή της) σάστισε με την άγνωστη γλώσσα! Γύρισε προς το δεύτερο άτομο του προσωπικού, επίσης κοπέλα.
-Ρε συ Ρηνιώ, τι λένε τούτοι οι ραμολήδες;
-Την τιμή θα  ρωτάνε, συντρόφισσα. Μήπως τους νοιάζει τίποτ’ άλλο! λέει αυτή.
-Και τι να τους πω εγώ τώρα;
-Ξέρω κι εγώ! Πες τους να πάνε από κει που’ρθανε. Φρόζεν γουόρ, γκόου χόουμ, πες τους.
-Φρόζεν γουόρ, γκόου χόουμ, λέει κι αυτή.
«Πωωω πω!, πως τις δουλεύουν τις ξένες γλώσσες» σκέφτηκα, ενώ το ζευγάρι αποχωρούσε σαστισμένο, δεν ξέρω γιατί. Ύστερα ρώτησα την χαρωπή κι ευγενέστατη κοπέλα πού είναι το τμήμα με τους υπολογιστές.
-Με ποιους; έκανε εκείνη, πάντα πρόσχαρη.
-Τους υπολογιστές, επανέλαβα εγώ. Θέλω να αγοράσω ένα πληκτρολόγιο.
-Καλά, βλαμμένη είσαι συντρόφισσα;
-Δεν κατάλαβα.
-Λέω, βλέπεις τίποτε τμήματα εδώ πέρα;

Είχε δίκιο η καλή κοπέλα. Αφού ήμουν στον τομέα με τα φαγώσιμα! Τι χαζό εκ μέρους μου! Ζήτησα ευγενικά συγγνώμη και έκανα τέσσερα βήματα προς τα δεξιά, όπου ήταν το τμήμα με τα μη φαγώσιμα. Μόλις που διέκρινα την δεύτερη πωλήτρια στο μισοσκόταδο.
-Καλησπέρα σας. Κάτι σε πληκτρολόγιο έχετε; ρώτησα με την ευγένεια που με διακρίνει.
-Τι να το κάνεις;
-Για τον υπολογιστή, ξέρετε για να γράφω κείμενα.
-Ο πληθυντικός σε μάρανε κατακαημένη! Από πού σε αμολήσανε εσένα ρε;
Άρχισα να υποψιάζομαι πως πρέπει να έχω χάσει κάποια επεισόδια! Μα, πόσον καιρό ήμουν κλεισμένη στο σπίτι; Τι έγινε; Πότε απελευθερώθηκε η εργατιά κι έκανε την επανάσταση του ενικού; Επιτέλους! Πωλητές που δεν νοιάζονται να πουλήσουν! Που δεν σκύβουν το κεφάλι στην καταναλωτική ιδιοτροπία του κάθε μολυσμένου με το μικρόβιο της ιδιοκτησίας! «Μα τι είχα πιει εκείνο το βράδυ και πόσον καιρό πριν ήταν;». Δεν θυμόμουν.
-Οπότε, τέλος οι υπολογιστές; ρώτησα γεμάτη ελπίδα. Τον νικήσαμε τον τεχνοφασισμό;
-Ναι, νικήσαμε, αλλά κοίτα. Πληκτρολόγιο, αν θες σου βρίσκω, γιατί είσαι και εντάξει κοπέλα. Αλλά δεν ξέρω αν θα σου χρησιμέψει. Με δυο ώρες ρεύμα την ημέρα τι θα πρωτοκάνεις; Θα προλαβαίνεις να γράφεις; Να σου βρω καλύτερα μερικές κούτες στυλό διαρκείας; Τώρα όμως, γιατί αύριο δεν ξέρω τι θα έχει μείνει.

Ενώ προσπαθούσα να πάρω μια απόφαση, βλέπω μία κυρία που είχε μπει στο μαγαζί μετά από μένα και αφού απασχόλησε την πωλήτρια στα «φαγώσιμα» κανένα πεντάλεπτο, στραβομουτσούνιασε μπροστά στα άδεια ράφια και έφυγε χωρίς μια λέξη, ένα αντίο. «Ο στριμμένος ο άνθρωπος ούτε με τον κομμουνισμό δεν σώζεται», σκέφτηκα αηδιασμένη.
Η πωλήτρια βέβαια, που δεν ανεχόταν πια τέτοιες αστικές συμπεριφορές, της έριξε μία μούντζα (διπλή) και την έστειλε στον αγύριστο.
-Ρε τράβα να δεις αν έρχομαι μικροαστικό απολειφάδι, που μου θες και ψώνια! Τέτοια περηφάνια!

Όμως έπρεπε να γυρίσω γρήγορα στο σπίτι μου, να ρωτήσω τη μάνα μου πόσον καιρό είχα χάσει. Πότε έπεσα σε κώμα και από τι!
Φεύγοντας, γύρισα να κοιτάξω για άλλη μία φορά τους πελάτες. Δεν υπήρχαν πελάτες (μάλλον δεν έχω συνέλθει πλήρως από τη βλάβη). Υπήρχαν όμως τα παλιά σκονισμένα ράφια, που έχασκαν άδεια, απαλλάσσοντάς με επιτέλους από το άγχος της κατανάλωσης!
Πήγα να πάρω το αυτοκίνητό μου κι εκεί με περίμενε μία δυσάρεστη έκπληξη! Στη θέση του δωρεάν πάρκινγκ υπήρχε μόνο το σασί! «Μα πού πήγε το υπόλοιπο;» αναρωτήθηκα και αμέσως σκέφτηκα «Μου το πήρε η Τρόικα». Μα όχι. Αφού τη διώξαμε και γίναμε κυρίαρχος λαός. Ποιος να ήταν;

«Δεν βαριέσαι», είπα στον εαυτό μου. «Και να μην μου το είχαν πάρει, μήπως θα έβρισκα βενζίνη να του βάλω!». «Τι στο διάολο ήταν αυτό που ήπια και πόσο με κράτησε;» Άραγε θα το φέρνουν στο Black Misery;
Ξεκαρδίστηκα μόνη μου στα γέλια και το ‘κοψα με τα πόδια για το σπίτι, ενώ πίσω μου άστραφταν τα φλας από τις μηχανές των δύστυχων τουριστών, που σύντομα θα έπρεπε να εγκαταλείψουν τον σοσιαλιστικό μας παράδεισο.