Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

Ο Ησίοδος συμβουλεύει

Ο Ησίοδος είναι ο ποιητής που, σύμφωνα με μία αφήγηση που ήταν αρχαία και για τους αρχαίους ακόμα, ανταγωνίστηκε και νίκησε τον Όμηρο σε έναν διαγωνισμό ποίησης στην Χαλκίδα. Ο Παυσανίας περιγράφει τον τρίποδα που κέρδισε ο ποιητής στον αγώνα αυτό και που στην εποχή (2ος αι. μ.Χ) του βρισκόταν ακόμα στο ιερό άλσος των Μουσών στον Ελικώνα, όπου ο Ησίοδος συνέθεσε το έργο του. 
Ο αγώνας αυτός μπορεί να είναι πραγματικό γεγονός, αλλά είναι μάλλον απίθανο να έλαβε μέρος ο Όμηρος, εφόσον οι δύο ποιητές δεν είναι πιθανόν να έζησαν την ίδια εποχή. Αν και ο Ηρόδοτος τον θεωρεί σύγχρονο του Ομήρου και τους τοποθετεί γύρω στο 850 π.Χ, οι υπόλοιποι αρχαίοι συγγραφείς συμφωνούν ότι ο Ησίοδος είναι μεταγενέστερος του Ομήρου. Το Πάριο Χρονικό τον τοποθετεί στα μέσα του 9ου αιώνα π.Χ, άποψη που δέχεται και ο Ρωμαίος Πλίνιος. Οι σύγχρονοι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο Ησίοδος έζησε στα τέλη του 8ου ή στις αρχές του 7ου αι. π.Χ.

Ο Ησίοδος ήταν γεωργός και έζησε στην Άσκρα, μία αγροτική περιοχή κοντά στις Θεσπιές. Ο πατέρας του ήταν έμπορος από την Κύμη, αιολική αποικία στα παράλια της Μ. Ασίας και εγκαταστάθηκε στη Βοιωτία αναζητώντας καλύτερη τύχη. Όταν πέθανε, ο Ησίοδος ενεπλάκη σε δικαστικούς αγώνες με τον αδελφό του, τον Πέρση, ο οποίος κατόρθωσε να πάρει μεγαλύτερο μέρος από την πατρική περιουσία δωροδοκώντας τους δικαστές. Έχασε όμως την περιουσία του και επέστρεψε για να αρπάξει και αυτά που είχαν απομείνει στον αδελφό του, έτοιμος να χρησιμοποιήσει τις ίδιες ανέντιμες μεθόδους. 
Σε αντίθεση με τον πατέρα της βιβλικής παραβολής που υποδέχεται με χαρά τον άσωτο γιο, ο Ησίοδος δεν είναι διατεθειμένος να χαρίσει στον επιπόλαιο και ανέντιμο αδελφό του την περιουσία του. Αντίθετα, προσπαθεί να τον νουθετήσει και τον προτρέπει να προκόψει με σκληρή και δίκαιη εργασία.

Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2014

Επιχειρηματίες αξέχαστοι!

Προϊόντα παμπάλαια που άντεξαν στον χρόνο και παραμένουν δημοφιλή μέχρι τις μέρες μας. Ποιος τα επινόησε; Ποιος σκέφτηκε πρώτος να φτιάξει κύβους με αποξηραμένα μυρωδικά; Ποιος ανακάλυψε τη νοστιμιά στις νιφάδες καλαμποκιού; Πώς ένα καραβόπανο του 16ου αιώνα έγινε η πρώτη ύλη για τα διασημότερα παντελόνια όλων των εποχών; 


 Μία καλή προίκα και σούπα εις τον κύβο! 
 Ο Carl Heinrich Knorr γεννήθηκε το 1800 στο Seaside Brunswick. Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος και ο ίδιος ασχολήθηκε από νωρίς με τις επιχειρήσεις. 


Ίδρυσε την εταιρία παραγωγής αποξηραμένων μυρωδικών και αλεύρων από λαχανικά το 1834,, την οποία αναγκάστηκε να πουλήσει το 1855 λόγω οικονομικών προβλημάτων και να στραφεί στο εμπόριο υφασμάτων. Τρία χρόνια αργότερα, όμως, επιστρέφει στα τρόφιμα και χτίζει ένα νέο εργοστάσιο με κεφάλαια από την περιουσία της δεύτερης συζύγου του, με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά. 

Το πρώτο προϊόν της εταιρίας ήταν ένα κοκκινωπό συστατικό μαγειρικής από ραδίκι, το οποίο γρήγορα προώθησε από το Heilborn σε πολλές περιοχές της Γερμανίας.

Τη δεκαετία του 1870 μαζί με τους γιους του, Carl και Alfred, ξεκινούν την παραγωγή αποξηραμένων υλικών για σούπα σε σκόνη και παρόμοια προϊόντα που καταναλώνουμε έως σήμερα και που, ως το τέλος της δεκαετίας ήταν γνωστά σε ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο. Ο γνωστός κύβος κυκλοφόρησε το 1912. 

Ο τελευταίος της οικογένειας Knorr  εργάστηκε στην εταιρία το 1976 και από το 1998 η εταιρία ανήκει στη Unilever.

Σκυλίσια ζωή.

Είμαι το μη ον!
Είμαι ένα αδύναμο, χαζούλιακο ανθρωπάριο. Χρειάζομαι έναν Πατέρα. Επίγειο, επουράνιο, δεν με νοιάζει!
Αρκεί να με προστατέψει από τον άθλιο καρπό της γνώσης του καλού και του κακού. Αρκεί να μην με αφήσει να βρω το δέντρο της ζωής. Γιατί, αν φάω από αυτό, δεν ξέρω πώς να ζήσω!
Θέλω να αποφασίζει πόσα χρόνια πρέπει να ζήσω και πώς! Όπως αποφασίζω εγώ για τον σκύλο μου.

Να μην αφήσει κανέναν Προμηθέα να μου φέρει τη φωτιά. Γιατί είμαι αδέξιος και θα καώ.

Θέλω Εκείνος να αποφασίζει ποιες λέξεις πρέπει να χρησιμοποιώ.
Πότε πρέπει να νιώθω ευτυχισμένος. Πότε να οργίζομαι.
Θέλω έναν Πατέρα στον ουρανό ή στη γη να μου λέει τι πρέπει να τρώω και πόσο να πίνω. Πώς και ποιον πρέπει να αγαπήσω. Πότε να κάνω στείρωση. Όπως αποφασίζω εγώ για τον σκύλο μου.
Να βάζει όριο στις ορμές της σάρκας μου και στην ορμή της φαντασίας μου.
Να βάζει ταμπέλες στους γείτονές μου, ώστε να ξέρω ποιον πρέπει να συμπαθώ και ποιον όχι.
Θέλω να διαχειρίζεται το κομπόδεμά μου, γιατί, πού να ξέρω εγώ τι πρέπει να κάνω με αυτά που κερδίζω. Εκείνος ξέρει.

Γιατί είναι σοφός! Έχει συγκεντρώσει τη σοφία τη δική μου, τη δική σου, του διπλανού μας, όλων όσων την προσφέραμε θυσία γονατίζοντας μπροστά στα δυνατά του πόδια.
Αυτόν τον Πατέρα δεν τον ξέρω, δεν σήκωσα ποτέ το κεφάλι μου να δω το πρόσωπό του.
Ξέρω μόνο πως είμαι τόσο αδύναμος και η ψυχή μου είναι τόσο σκόρπια, που δεν μπορώ να ζήσω αν δεν μου πει εκείνος πως αξίζει να ζω.
Πληρώνω όσα-όσα για ένα του χάδι, για μία του επιβράβευση. Αιώνες τώρα! Όπως ο σκύλος μου.
Ο Πατέρας μου, πότε Θεός και πότε Κράτος, θα γίνει ο πατέρας των παιδιών μου. Θα μοιράσει και γι’αυτά τη δυστυχία σε ίσα μερίδια.

Δεν μπορώ να αρνηθώ τον Πατέρα μου, γιατί τότε πρέπει εγώ να αποφασίσω. Και θα κάνω λάθος. Και ο Πατέρας μου είπε ότι όποιος κάνει λάθος είναι αποτυχημένος.
Έτσι, προτιμώ να μην κάνω τίποτα.
Θα φάω ό τι μου πει. Θα λέω ό,τι μου πει. Θα πιστεύω ό, τι πιστεύει Εκείνος. Θα περιμένω να με βγάλει βόλτα. Όπως ο σκύλος μου.

Γιατί χωρίς Αυτόν, δεν ξέρω πώς να ζήσω!
Επιλέγω τη σκυλίσια ζωή.
Κι ας μην τη ζήσω!
Είμαι το αξιοθρήνητο μη ον στο έλεος του κάθε Θεού και του κάθε Κράτους.
Είμαι ο γεννήτορας του Πατέρα!