Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

Διάσημοι Άθεοι στην αρχαία Αθήνα


Στις Ευμενίδες του Αισχύλου (στ. 151), ο Χορός αποκαλεί τον Ορέστη «άθεον άνδρα», επειδή σκότωσε τη μητέρα του, μολονότι είναι φανερό πως εκείνος δεν αμφιβάλλει για την ύπαρξη των θεών, συνομιλεί μάλιστα με τον Απόλλωνα. Και δεν είναι η μόνη περίπτωση, όπου άθεος χαρακτηρίζεται από τους αρχαίους κι εκείνος που παραβαίνει τους νόμους των θεών ή ασεβεί με κάποιον άλλον τρόπο.
 Πρόσωπα που αρνούνται ευθαρσώς την ύπαρξη οποιονδήποτε θεοτήτων, εμφανίζονται στο δεύτερο μισό του 5ου αιώνα. Αποκαλούνται άθεοι, επίθετο που εξακολουθεί να συγχέεται με τον ασεβή, μία κατηγορία που οδήγησε στη φυλακή, στην εξορία, ακόμα και στον θάνατο αρκετούς Αθηναίους δίκαια ή άδικα. 
Οι γνωστοί σε εμάς άθεοι της εποχής, που πίστευαν πως οι θεοί είναι επινόηση των ανθρώπων, είναι ο Πρόδικος από την Κέα, ο Κριτίας ο Αθηναίος, ο Διαγόρας ο Μήλιος και ο Κινησίας. Αυτοί, κάτω από την επίδραση της σοφιστικής κίνησης, που έθεσε υπό αμφισβήτηση, όχι μόνο τις καθιερωμένες θρησκευτικές αντιλήψεις, αλλά και την εγκυρότητα του ίδιου του Νόμου και την ύπαρξη των θεών, για πρώτη φορά, είτε υπονοούν είτε απερίφραστα διακηρύττουν ότι θεοί δεν υπάρχουν. Κάποιοι από αυτούς, μάλιστα, συμπεριφέρονται με αναίδεια και προβαίνουν σε απρέπειες που προκαλούν την αντιπάθεια των συμπολιτών τους. 

Ο Πρόδικος ο Κεῖος ήταν φυσικός φιλόσοφος και Σοφιστής, στενός φίλος του Σωκράτη. Το όνομά του συνδέεται με τον μύθο του Ηρακλή που καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην Αρετή και στην Κακία, αφήγηση που υπήρχε στο έργο του «Ὥραι» και την οποία επανέλαβε πολλές φορές στις διαλέξεις του. Στην εποχή του ήταν διάσημος για δύο πράγματα: την εμμονή του στην ακριβή χρήση των λέξεων και τις αθεϊστικές του αντιλήψεις.
 Ο Πρόδικος, εξετάζοντας το θέμα ανθρωπολογικά, ισχυρίστηκε πως ο άνθρωπος επινόησε τις θεότητες, από ευγνωμοσύνη για τα αγαθά που του παρείχε η φύση. Δεν είναι τυχαίο, έλεγε, πως οι αρχαιότεροι θεοί σχετίζονται άμεσα με τη διατροφή, όπως είναι η Δήμητρα ή την απόκτηση ευημερίας, όπως ο Διόνυσος. Και κάθε φορά που αντιλαμβάνονταν την αξία κάποιου πράγματος και τη συνεισφορά του στην επιβίωση και στην πρόοδο, το θεοποιούσαν και γιόρταζαν λατρεύοντάς το. Έτσι έγινε με τον ήλιο, τη σελήνη, τα ποτάμια, τη φωτιά.
Αυτή η ορθολογική ερμηνεία της θρησκευτικότητας του ανθρώπου, ρίχνει φως στο φαινόμενο να ταυτίζεται η ονομασία ενός ωφέλιμου πράγματος με το όνομα του αντίστοιχου θεού, ο οποίος θεωρείται και ο εφευρέτης του πράγματος αυτού (για παράδειγμα, η φωτιά ονομάζεται και Ήφαιστος, το τζάκι Εστία, η Γη ταυτίζεται με τη θεά Γαία). Παράλληλα αντικρούει την ερμηνεία του Δημόκριτου, που ισχυριζόταν πως κίνητρο για την επινόηση των θεών ήταν ο φόβος για τα φαινόμενα της φύσης που απειλούσαν την ανθρώπινη ζωή. 

Επόμενος άθεος, ο Κριτίας, ο αριστοκράτης μαθητής του Σωκράτη και συγγενής του Πλάτωνα, που έβλεπε την πίστη στους θεούς ως ένα πολύ αποτελεσματικό, πολιτικό εργαλείο που επινόησαν οι ηγεμόνες για να πειθαναγκάσουν τους υπηκόους τους να είναι πειθαρχημένοι. Η ανάγκη αυτή προέκυψε, υποστηρίζει ο Κριτίας, επειδή η νομοθεσία, μπορεί να απέτρεπε τους κακούς από τη διάπραξη εγκλημάτων φανερά, αλλά εξακολουθούσαν τον άνομο βίο τους όταν κανείς δεν τους έβλεπε. Επινοήθηκαν λοιπόν οι θεοί που τα βλέπουν όλα και πάντα, ώστε να περιοριστεί η παρανομία στα κρυφά. 
Το 415 π.Χ κατηγορήθηκε μαζί με τον Αλκιβιάδη για τη βεβήλωση των Ερμών και καταδικάστηκε σε φυλάκιση, ενώ οκτώ χρόνια αργότερα εξορίστηκε. Επέστρεψε το 405 και λίγο μετά εξελέγη μέλος των τριάκοντα τυράννων στην Αθήνα. Με την εξουσία αυτή εξόντωσε τους πολιτικούς του αντιπάλους χωρίς έλεος, άρπαξε περιουσίες συμπολιτών του, ενώ απαγόρευσε στον δάσκαλό του, τον Σωκράτη να διδάσκει. Σκοτώθηκε έναν χρόνο αργότερα, κατά τη διάρκεια της επανάστασης των δημοκρατικών του Θρασύβουλου.

Ο Διαγόρας ο Μήλιος ήταν ποιητής και έγραφε κυρίως διθυράμβους. Αιχμαλωτίστηκε από τους Αθηναίους, όταν κατέλαβαν την Μήλο και ο Δημόκριτος πλήρωσε ένα μεγάλο ποσό για τον ελευθερώσει.  
Σχεδόν παντού όπου γίνεται αναφορά σε αυτόν, τον συνοδεύει το επίθετο «άθεος». Μιλούσε περιπαιχτικά και χωρίς κανέναν σεβασμό για τα μυστήρια, αποκαλύπτοντας μάλιστα τα άρρητα των τελετών. Δικάστηκε ερήμην για ασέβεια, την εποχή που οι Αθηναίοι ετοιμάζονταν για τη Σικελική εκστρατεία. Κατά πάσα πιθανότητα είχε αναμειχθεί σε πολιτικές ταραχές, ενέργεια που μαζί με την καταγωγή του από εχθρική για την Αθήνα πόλη, συνέβαλαν στην καταδίκη του. Εκείνος πάντως φρόντισε να εγκαταλείψει εγκαίρως την πόλη και να καταφύγει στην Κόρινθο, όπου και έζησε ως το τέλος της ζωής του. 
Στο «Περί της φύσης των θεών» του Κικέρωνα, διασώζεται μία αφήγηση που μας δίνει μία ιδέα για την επιχειρηματολογία του Διαγόρα: Ένας φίλος του προσπαθεί να τον πείσει για την ύπαρξη των θεών, λέγοντάς του ότι υπάρχουν πολλές εικόνες ανθρώπων που σώθηκαν από φουρτούνες, επειδή επικαλέστηκαν τους θεούς. Ο Διαγόρας του απαντά «πουθενά, όμως, δεν υπάρχουν οι εικόνες εκείνων που δεν σώθηκαν».

Ένας λιγότερο γνωστός σε εμάς, αλλά διαβόητος εκείνη την εποχή, ήταν ο Κινησίας (450-390 π.Χ περ.), ένας Αθηναίος ποιητής και μουσικός (πολύ κακός, μάλιστα). Οι πολύ εξεζητημένες χορογραφίες του, οι συγκεχυμένες μελωδίες του, που ο κόσμος δυσκολευόταν να τραγουδήσει, η άσχημη εμφάνισή του και η πρωτότυπη ιδέα του να καταργήσει τα χορικά στις κωμωδίες (με νόμο που πρότεινε και ψηφίστηκε το 400 π.Χ) τον έκαναν αγαπημένο στόχο των κωμικών. Το τελευταίο μάλιστα, του χάρισε το διόλου κολακευτικό επίθετο «χοροκτόνος». Η ίδια η Μουσική, σε μία κωμωδία του Φερεκράτη, τον αποκαλεί «κατάρατο Αττικό» και διαμαρτύρεται γι’ αυτόν στη Δικαιοσύνη.
Αυτός, λοιπόν, ο Κινησίας ήταν μέλος ενός συλλόγου ασεβών, των «κακοδαιμονιστών», οι οποίοι έκαναν οτιδήποτε μπορούσε να προκαλέσει το θρησκευτικό συναίσθημα των Αθηναίων. Η αγαπημένη τους απασχόληση ήταν να οργανώνουν δείπνα τις αποφράδες ημέρες*, κατά τη διάρκεια των οποίων χλεύαζαν τους θεούς και τους νόμους. Ο Λυσίας αναφέρει πως ο Κινησίας ήταν ο δράστης μίας πράξης βεβήλωσης του αγάλματος της Εκάτης (παρόμοια πράξη με εκείνη της κοπής των Ερμών). Δεν γνωρίζουμε τίποτ’ άλλο γι’ αυτόν, εκτός του ότι πέθανε πάμπτωχος.

Όπως μας ενημερώνει ο Θουκυδίδης, οι Αθηναίοι, μετά την φρικτή εμπειρία του Πελοποννησιακού Πολέμου «αποφάσιζαν να χαρούν τη ζωή τους όσο ταχύτερα μπορούσαν, επιδιδόμενοι στις απολαύσεις, διότι θεωρούσαν και τη ζωή και τον πλούτο εξ ίσου εφήμερα. [….], έκριναν ότι δεν υπήρχε καμία διαφορά μεταξύ ευσεβείας και ασεβείας […] επειδή κανείς δεν πίστευε πως θα επιζήσει, για να δώσει λόγο για τα εγκλήματά του και τιμωρηθεί γι’ αυτά.»  Η γοργή εξάπλωση της ανηθικότητας και της απολίτιστης συμπεριφοράς. οδήγησε τους Αθηναίους να ψηφίσουν την πρόταση του Διοπείθη περί ασεβείας, το 431 π.Χ. 

Δεν θα πρέπει, ακόμα, να μας διαφεύγει το γεγονός πως πρόκειται για μία εποχή έντονων πολιτικών ταραχών και συχνά πίσω από την κατηγορία περί ασεβείας, κρύβονταν πολιτικές σκοπιμότητες. Τέτοια ήταν η περίπτωση του Σωκράτη, που ενώ ήταν βαθύτατα θρησκευόμενος, εκτελέστηκε το 399 ως ασεβής. 
Κάπως έτσι, μία κοινωνία που ήταν πάντα ανοιχτή στις διαφορετικές απόψεις, που, τις καλές εποχές, διασκέδαζε συζητώντας με τους ξένους επισκέπτες της για άλλους θεούς και άλλα έθιμα, όπως κάθε κοινωνία που αντιμετωπίζει την διάλυση, στρέφεται σε οτιδήποτε μπορεί να προσφέρει ένα στέρεο θεμέλιο για την θεραπεία της. Και αυτή δεν ήταν μία καλή εποχή για αμφισβητήσεις, πόσω μάλλον για προκλήσεις. 

*Αποφράδες ημέρες ήταν οι γρουσούζικες μέρες, συνήθως ημερομηνίες κατά τις οποίες είχαν συμβεί τραγικά γεγονότα. Τις ημέρες αυτές δεν λειτουργούσαν οι δημόσιες υπηρεσίες, δεν διοργανώνονταν εκδηλώσεις πολιτικές ή θρησκευτικές και δεν σταματούσαν οι εμπορικές συναλλαγές. Αποφράς, από την πρόθεση από και το ρήμα φράζω = λέγω, διότι ούτε καν αναφέρονταν σε αυτές. 


ΠΗΓΕΣ
E.R. Dodds, The Greeks and the Irrational, Berkeley: U. California Press, 1951 
W. K. C. Guthrie, The Sophists, Cambridge University, 1971
Θουκυδίδη, Ιστορίη, βιβλίο Β΄ 

Σάββατο, 22 Μαρτίου 2014

Το σιτάρι, η ζέα και το κουτόχορτο.

Και ξαφνικά, εμφανίζεται η ζέα* 

Πολύς λόγος γίνεται τελευταία για τη ζέα ή ζειά, ένα είδος δίκοκκου σίτου, το οποίο δεν καλλιεργείται πλέον στην Ελλάδα. Σύμφωνα διάφορα κείμενα που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, το δημητριακό αυτό εξαφανίσθηκε από την Ελλάδα με πρωτοβουλία του Ελ. Βενιζέλου (γύρω στο 1930) και αντικαταστάθηκε από σιτάρι. Διάβασα ακόμα πως οι αρχαίοι Έλληνες ήταν τόσο έξυπνοι, επειδή δεν έβαζαν στο στόμα τους σιτάρι, αλλά έτρωγαν μόνο ζειά! Ο Βενιζέλος λοιπόν, δεν ήθελε να είμαστε τόσο έξυπνοι και εξαφάνισε την σουπερμαντολίνη - ζειά!
Θα αντισταθώ στον πειρασμό να ρωτήσω τους συγγραφείς αυτών των ευφάνταστων αφηγήσεων, αν στ’αλήθεια πιστεύουν πως οι Έλληνες του 19ου αιώνα (που υποτίθεται πως έτρωγαν ακόμα ζειά) ήταν πιο έξυπνοι από τους Έλληνες των ετών μετά το 1930. Θα αφήσω, επίσης, να αιωρείται η απορία, γιατί έγιναν τόσο έξυπνοι μόνο οι αρχαίοι Έλληνες,  ενώ τη ζέα την καλλιεργούσαν από τον Καύκασο και τη Μ. Ανατολή ως τη ΒΔ. Ευρώπη ήδη από την εποχή του Χαλκού. Θα περιοριστώ στην παράθεση αποσπασμάτων από τα αρχαία κείμενα, για να μας πουν μόνοι τους οι αρχαίοι τι ήταν η ζειά και τι ακριβώς της συνέβη.

Οι αρχαιότερες πηγές

Στα ομηρικά έπη (8ος -7ος αι. π.Χ) η ζέα ταυτίζεται με την όλυρα (σήμερα θεωρείται πως είναι το Triticum spelta) και αναφέρεται ως ζωοτροφή.
Στην Ιλιάδα, ο Όμηρος δεν αναφέρει πουθενά τη ζειά, μόνο την όλυρα ανακατεμένη με λευκό κριθάρι (Θ, 564) ως τροφή για τα άλογα. Η ζειά εμφανίζεται πρώτη φορά στα αρχαία κείμενα στην Οδύσσεια (δ, 41), όπως η όλυρα στην Ιλιάδα: ανακατεμένη με λευκό κριθάρι που τρώνε τα άλογα. Λίγο παρακάτω αναφέρει πως η ζειά φύεται μαζί με λευκό κριθάρι, τριφύλλι και σιτάρι στη Λακωνία (δ, 604).
Τον 5ο αιώνα, ο Ηρόδοτος, γράφει για τους Αιγύπτιους πως έχουν την παράξενη συνήθεια να τρέφονται με όλυρα, την οποία κάποιοι ταυτίζουν με τη ζειά: «Ἀλλαχοῦ τρέφονται μέ σίτον καί κριθήν· ἀλλ' οἱ Αἰγύπτιοι θεωροῦσιν αἰσχρότατον καί ὑποβάλλωνται εἰς τοιαύτην δίαιταν, καί μεταχειρίζονται ὄλυραν, τήν ὀποίαν τινές ὀνομάζουσι ζειάν» (ΙΙ, 36)
Στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ, ο μαθητής του Αριστοτέλη, ο Θεόφραστος, θεωρεί τη ζειά διαφορετικό είδος από την όλυρα. Η πρώτη, λέει, χρειάζεται πολύ ιδιαίτερο έδαφος, επειδή έχει πολλές ρίζες που φτάνουν σε μεγάλο βάθος. Για τον καρπό της λέει: «ὁ δέ καρπός κουφότατος καί προσφιλής πᾶσι τοῖς ζώοις » και συμπληρώνει πως μοιάζει πάρα πολύ με τον καρπό του σιταριού και της τίφης.  (Περί Φυτών Ιστορίας, κεφ. Θ).
Την ίδια εποχή, ο Διοκλής ο Καρύστιος, στο έργο του «Υγιεινά προς Πλείσταρχον» παρουσιάζει μία κατάταξη των «σιτίων» ανάλογα με τις « αρετές τους», στην οποία η όλυρα, η τίφη και η ζειά βρίσκονται κάτω από το κριθάρι και το σιτάρι. Ακολουθούν ο μέλινος και το κεχρί.
Άλλος γιατρός της εποχής, ο Μνησίθεος, θεωρεί πως οι καταλληλότεροι σπόροι για τροφή είναι το σιτάρι και το κριθάρι και ακολουθούν η τίφη (που κάποιοι ονομάζουν και όλυρα), μετά η ζειά και τέλος το κεχρί και ο μέλινος. Αναφέρει ότι το ψωμί από ζειά είναι « βαρύ και δύσπεπτον», αλλά το χρησιμοποιούν εξ ανάγκης στα ψυχρά κλίματα, επειδή αυτό το δημητριακό είναι πολύ ανθεκτικό στο κρύο.
Στα κείμενα των επόμενων τεσσάρων αιώνων δεν υπάρχει καμία αναφορά στη ζειά.   

Εμφανίζεται πάλι τον 2ο αιώνα μ.Χ, όταν ο διάσημος γιατρός Γαληνός Κλαύδιος στο «Περί τροφών δυνάμεως» αναφέρει τη ζειά ως ξεχωριστό είδος και την εξετάζει λεπτομερώς . Ανατρέχοντας στην πλούσια βιβλιοθήκη του διαπιστώνει πως η ζειά είναι άγνωστη στους γιατρούς της κλασικής περιόδου. Δεν την αναφέρουν ούτε ο Πραξαγόρας ούτε Φιλότιμος ούτε ο σπουδαίος Ιπποκράτης! Διαπιστώνει επίσης ότι οι γιατροί του 4ου αιώνα π.Χ (που είδαμε παραπάνω) θεωρούν πως έχει μικρότερη διατροφική αξία από το κριθάρι και το σιτάρι και μόλις που ξεπερνά το κεχρί!

Σύγχρονη βιβλιογραφία

Το 1833 ο Γρηγόριος Παλαιολόγος, αναφέρει ότι η ζειά καλλιεργείται στην Ευρώπη (ιδιαίτερα στη Γερμανία), ενώ δεν υπάρχει καθόλου στην Ελλάδα!
Ο Ιωάννης Παπαδάκης διευθυντής του Ινστιτούτου Καλλιτερεύσεως Φυτών της Θεσσαλονίκης (μετέπειτα Ινστιτούτο Σιτηρών) (1923-1946), καταγράφει όλα τα είδη σίτου στην Ελλάδα και ανάμεσά τους δεν υπάρχει ούτε η ζειά ούτε η όλυρα ούτε κανένα δίκοκκο σιτάρι!
Ο γεωπόνος Αλέξανδρος Λέτσας (1957), αναφέρει  ο άγιος Ιερώνυμος (4ος αι. μ.Χ) ταυτίζει τη ζειά με το Triticum spelta και εξηγεί πως η καλλιέργειά του έχει εγκαταλειφθεί και προτιμώνται βελτιωμένες ποικιλίες σιταριού.

Φταίει το σιτάρι ή το κουτόχορτο; 

Η ζέα, λοιπόν, δεν εμφανίζεται σε κανέναν κείμενο από τον 3ο  αιώνα π.Χ  και για τέσσερις αιώνες είναι σαν να μην υπάρχει. Επανεμφανίζεται   τον  2ο  αιώνα μ.Χ, αλλά πλέον κανείς δεν είναι σίγουρος για την ταυτότητά της. Η καλλιέργεια της ζέας είχε ήδη εγκαταλειφθεί από τους π. Χ χρόνους και αντικαταστάθηκε από τα άλλες ποικιλίες σίτου, των οποίων η επεξεργασία ήταν ευκολότερη.

Κανένας από τους έξυπνους  προγόνους μας δεν αναφέρει το παραμικρό για τις δήθεν ευεργετικές ιδιότητες του καρπού, αντίθετα την αναφέρουν κυρίως ως ζωοτροφή. Το σιτάρι (πυρός) και το κριθάρι (κριθαί) ήταν πρώτα στις προτιμήσεις τους και αναγνωρίζεται η μεγάλη διατροφική τους αξία. Αν η ζειά ήταν υπερτροφή, οι Μυκηναίοι, ο Όμηρος, ακόμα και ο σπουδαίος γιατρός Ιπποκράτης δεν το είχαν υπόψιν τους. Και ο Βενιζέλος δεν χρειάστηκε να την εξαφανίσει γιατί είχε ήδη εξαφανιστεί.
Όποιο είδος σίτου και αν ήταν η ζειά, αυτό που γνωρίζουμε είναι πως ήταν χαμηλά στις προτιμήσεις των αρχαίων Ελλήνων. Αν λοιπόν, πρέπει να αποδώσουμε την ευφυΐα τους σε κάποια τροφή, περισσότερες πιθανότητες έχουν το σιτάρι, το κριθάρι, το κρασί και το ελαιόλαδο. Αν και, προσωπικά, θα αναζητούσα το μυστικό αντίστροφα: Εμείς είμαστε λιγότερο έξυπνοι από εκείνους, επειδή τρώμε ό, τι κουτόχορτο μας σερβίρουν ή μήπως καταναλώνουμε και ακριβοπληρώνουμε κάθε κουτόχορτο, επειδή για άλλους λόγους γίναμε λιγότερο έξυπνοι; 

*πιθανόν αυτό που σήμερα λέγεται Triticum dicoccum

Δείτε περισσότερα και αναλυτική βιβλιογραφία στο Ινστιτούτο Σιτηρών 
Δείτε όλα τα είδη σίτου εδώ

Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

Jan August: Μία ονειρεμένη απόδοση της "Μισιρλού" στο πιάνο!

Ο Jan Augustoff γεννήθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου του 1904 στη Νέα Υόρκη, από γονείς μετανάστες. Ήταν το πέμπτο παιδί της οικογένειας, μετά από τρία κορίτσια και ένα αγόρι. Οι γονείς είχαν φροντίσει να λάβουν τα τέσσερα πρώτα παιδιά τους μουσική εκπαίδευση, που όμως δεν απέφερε καρπούς. Έτσι, όταν ήρθε η ώρα του Jan, οι γονείς του σκέφτηκαν πως θα ήταν μάταιο να επαναλάβουν για πέμπτη φορά την προσπάθεια.

Εκείνος όμως είχε έφεση στη μουσική και παρακολουθούσε με δέος τους πιανίστες που έπαιζαν στους κινηματογράφους. Όταν επέστρεφε στο σπίτι, καθόταν στο πιάνο και επαναλάμβανε τις μελωδίες που είχε ακούσει.

Εξαιτίας της δυσκολίας που αντιμετώπιζε με τα μαθηματικά, εγκατέλειψε το σχολείο και εργάστηκε αρχικά ως σχεδιαστής καρτούν στον Bud Fisher και συνέχισε να παίζει μουσική.
Διδάχτηκε από τον αδελφό του μία απλή συγχορδία και ανακάλυψε μόνος του τα υπόλοιπα. Έμαθε να παίζει τις αγαπημένες του μελωδίες στο σαξόφωνο και στο ξυλόφωνο και άρχισε να παίζει σε μικρά νυχτερινά μαγαζιά, χρησιμοποιώντας το όνομα Jan August. Τη δεκαετία του ΄30 συνεργάστηκε με γνωστά ονόματα της τζαζ και από το 1940 και μετά εργαζόταν ως σόλο πιανίστας.

Το 1947 η Diamond Records τον προσέλαβε για τη δημιουργία ενός δίσκου. Πληρώθηκε με το κατώτατο ημερομίσθιο (35 δολάρια) για να παίξει δύο κομμάτια: το "Bob-A-Loo" και τη "Misirlou". Ο δίσκος εκτοξεύτηκε αμέσως στο Top Ten και πούλησε 3 εκατομμύρια κομμάτια, γνωστοποιώντας το όνομα του εκπληκτικού αυτού πιανίστα στο ευρύ κοινό. 

Η διασκευή της Μισιρλού είναι εντυπωσιακή. Ακούστε την οπωσδήποτε!


Ακόμα πιο διάσημος έγινε με τις εμφανίσεις του στην τηλεόραση. Μεγάλη επιτυχία γνώρισε και το μικρό φιλμάκι που παρουσιάστηκε στην τηλεόραση το 1949, με τίτλο «Audition for August».

Τη δεκαετία του 50 συνεργάζεται με τη Mercury Records και ηχογραφεί κομμάτια που συνδυάζουν τη latin με την κλασική μουσική, όπως τα "Malaguena", "My Shawl", "Oye Negra" και μία επανέκδοση της «Misirlou” και περιοδεύει σε Αμερική και Καναδά.
Ο Jan August αποσύρθηκε αθόρυβα κάποια στιγμή μέσα στη δεκαετία του ΄60 και πέθανε, ήσυχα στον ύπνο του το 1976.

www.billboard.com