Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

4ος αιώνας π.Χ, ένας κόσμος που αλλάζει - 3. Ως τη φιλοκράτειο ειρήνη (Μέρος Δ)

Αριστοτέλης

Ο Αριστοτέλης  (384-322). Όταν η Ρητορική αναζητά την αλήθεια.

Ο Αριστοτέλης έφυγε από την πατρίδα του τα Στάγειρα σε ηλικία δεκαεπτά ετών και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα την εποχή που ο Πλάτων πραγματοποιούσε τη δεύτερη επίσκεψή του στον Διονύσιο της Σικελίας. Παρακολούθησε τα μαθήματα της Ακαδημίας έως τον θάνατο του δασκάλου του, του Πλάτωνα το 347, ο οποίος έχει αφιερώσει αυτά τα τελευταία χρόνια στη συγγραφή του «Τίμαιου», του «Κριτία», του «Φίληβου» και των «Νόμων». Στο διάστημα αυτό, ο Αριστοτέλης αναλαμβάνει και διδακτικό έργο με θέμα τη Ρητορική Τέχνη και τότε γράφει και τα τρία βιβλία του έργου του «Τέχνη Ρητορική», το οποίο αναθεωρήθηκε αρκετά χρόνια αργότερα. Ορίζει τη Ρητορική ως την "ικανότητα να ανακαλύπτουμε θεωρητικά αυτό το οποίο είναι, σε κάθε περίπτωση, ικανό να πείσει"

Στο πρώτο βιβλίο εξετάζει τα είδη των λόγων, τη θεματολογία τους και τον σκοπό που εξυπηρετούν. Εντοπίζει τις διαφορές ανάμεσα στον δικανικό, τον συμβουλευτικό και τον επιδεικτικό λόγο. Ο πρώτος ασχολείται με το δίκαιο και το άδικο, ο δεύτερος με το χρήσιμο και το βλαβερό και ο τρίτος με το ωραίο και το άσχημο.
Στο δεύτερο βιβλίο ορίζει τη ρητορική ως την τεχνική που χρειάζεται να καλλιεργήσει ένας αγορητής ώστε να είναι αποτελεσματικός. Το εργαλείο που προτείνει ο Αριστοτέλης είναι τα «ενθυμήματα», δηλαδή οι αναλογίες, οι παρομοιώσεις και δυνατές εικόνες και κάθε είδους επιστημονικός συλλογισμός, τα οποία σε συνδυασμό με τη γνώση της ψυχολογίας των ακροατών, καθιστούν τον ρήτορα ικανό να αποδείξει ότι κάτι είναι πιθανό, συναρπάζοντας ταυτόχρονα το κοινό του. Μόνο ένας ομιλητής με οξυδέρκεια, ευχάριστη διάθεση και ηθική ακεραιότητα μπορεί να οδηγήσει τους ακροατές του στην ψυχική κατάσταση που αυτός επιθυμεί. Είναι λοιπόν απαραίτητο να μελετήσει τα ανθρώπινα πάθη και τις αιτίες που τα προκαλούν. Πώς γεννιέται στην ανθρώπινη ψυχή ο φόβος, η ζήλια, η ευσπλαχνία κ.τ.λ. και πώς επηρεάζεται αυτή η διαδικασία από την ηλικία, η καταγωγή του και η οικονομική του κατάσταση; Εξετάζει επίσης τους τρόπους με τους οποίους η χρήση των ενθυμημάτων μπορεί να γίνει πιο αποτελεσματική, οδηγώντας τους ακροατές στα επιθυμητά συμπεράσματα και πώς αναιρείται επιτυχώς η γνώμη του αντιπάλου. Ο Αριστοτέλης δεν παραλείπει να διευκρινίσει πως η αξία της ρητορικής  έγκειται στο γεγονός ότι πρόκειται για αναζήτηση της αλήθειας, όπως είχε περιγράψει και ο Πλάτων στον «Φαίδρο» του. Ο σκοπός είναι, το ακροατήριο να κατανοήσει τις αντίθετες πλευρές του θέματος που εξετάζεται και αυτό απαιτεί ικανότητα στην ανάπτυξη της επιχειρηματολογίας. Έτσι, τονίζει πως "η ιδιαίτερη λειτουργία της δεν είναι να πείσει, αλλά να δει τους τρόπους πειθούς που περιλαμβάνονται σε κάθε ζήτημα"

Πλάτων και Αριστοτέλης - Φλωρεντία
Στο τρίτο βιβλίο εξετάζει τα ζητήματα που αφορούν το ύφος και της δομής του λόγου. Συμβουλεύει τους επίδοξους ρήτορες να δανειστούν τεχνικές από το επάγγελμα του ηθοποιού, ώστε να μάθουν πώς να κάνουν την παρουσία τους ενδιαφέρουσα και ελκυστική. Πρέπει ακόμα να μάθουν πώς να κάνουν τον λόγο τους απλό και κατανοητό και να τον εκφέρουν με χάρη και πρωτοτυπία. Μεγάλη βοήθεια σε αυτό προσφέρει η χρήση των μεταφορών, που δίνουν ζωντάνια στον λόγο και ακονίζουν την ικανότητα του κοινού να προβαίνει σε συγκρίσεις γεγονότων και απόψεων. Τέλος, τονίζει την αναγκαιότητα της ορθής χρήσης των ελληνικών, της καθαρής σύνταξης και της ενσωμάτωσης στον λόγο χαριτωμένων εκφράσεων και γνωμικών, που διευκολύνουν την απομνημόνευση και την μάθηση. Το έργο κλείνει με το ασύνδετο σχήμα: «Εἴρηκα, ἀκηκόατε, ἔχετε, κρίνατε», παρόμοιο με εκείνο που χρησιμοποίησε ο Λυσίας αρκετές δεκαετίες νωρίτερα ολοκληρώνοντας τον λόγο του «Κατά Ἐρατοσθένους» (ἀκηκόατε, ἑωράκατε, πεπόνθατε, ἔχετε• δικάζετε).

Ο Αριστοτέλης επιχείρησε με το έργο αυτό να συστηματοποιήσει την τέχνη της αγόρευσης και να την θέσει στην υπηρεσία της αλήθειας και του δικαίου. Αργότερα, στα «Πολιτικά» του, θα υπερασπιστεί ένα μετριοπαθές, μικτό πολίτευμα δημοκρατίας και αριστοκρατίας, το οποίο όμως δεν θα μπορούσε να πια να εφαρμοστεί εντός των ορίων της αυτοκρατορίας του Αλεξάνδρου. Παρ'όλα αυτά, η ρητορική αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων και υπήρξε αντικείμενο διδασκαλίας.

Τα τελευταία χρόνια του Ξενοφώντα και το τέλος του Ιερού Πολέμου. 

Κύρος Β΄
Ο Ξενοφών, από την εποχή που εγκαταλείπει τον Σκιλλούντα κι εγκαθίσταται στην Αθήνα ή την Κόρινθο,   φαίνεται πως έγραψε τα περισσότερα έργα του, μεταξύ των οποίων είναι η «Λακεδαιμονίων Πολιτεία», μία περιγραφή του πολιτεύματος του Λυκούργου και των ηθών της πόλης, πάνω στα οποία θεμελιώθηκε η μεγάλη της δύναμη, και ο «Αγησίλαος», ένας έπαινος του ανδρός τον οποίον θαύμαζε απεριόριστα και παρουσιάζει ως παράδειγμα προς μίμηση για εκείνους που επιδιώκουν την καλλιέργεια της προσωπικής τους ηθικής. Στο είδος της πολιτικής βιογραφίας ανήκει και η «Κύρου Παιδεία», μία μελέτη για τα χαρακτηριστικά του ιδανικού ηγέτη και το πρώτο ιστορικό μυθιστόρημα. Λίγο μετά το 355, γράφει το έργο «Πόροι», που είναι μία πρόταση για την οικονομική εξυγίανση της Αθήνας, θέμα που την ίδια εποχή απασχολεί, όπως είδαμε, και τους ρήτορες.  Τα «Απομνημονεύματα» είναι μία συρραφή διαφόρων αφηγήσεων για τον Σωκράτη, ο οποίος παρουσιάζεται ως  πρότυπο αρετής. Ο Ξενοφών αποκρούει την κατηγορία εναντίον του δασκάλου του και παρουσιάζει την ηθική του διδασκαλία, διανθισμένη με πολλές παραπομπές από ποιητές και μύθους, όπως τον μύθο του Προδίκου για τον Ηρακλή στο σταυροδρόμι.

Ο Ξενοφών πέθανε γύρω στο 350, στην Κόρινθο ή στην Αθήνα. Είναι η εποχή που οι Φωκείς, αφού έχασαν τον πόλεμο, καταδικάστηκαν με υψηλό ετήσιο πρόστιμο προκειμένου να αποκατασταθούν οι ζημιές που είχαν προκαλέσει. Επιπλέον, τους αφαιρέθηκαν οι δύο ψήφοι που είχαν στο συμβούλιο της ιερής αμφικτυονίας και δόθηκαν στον Φίλιππο.
Ο καταστροφικός αυτός Ιερός πόλεμος, που διήρκεσε από το 356 έως το 346, ρήμαξε ηθικά και υλικά τις ήδη ταλαιπωρημένες ελληνικές πόλεις και έδωσε την ευκαιρία στον Φίλιππο να αναμειχθεί ενεργά στις υποθέσεις τους. Η Αθήνα θα αναγκαστεί τελικά να συνάψει με τον Φίλιππο την βραχύβια Ειρήνη του Φιλοκράτη, η οποία αποδείχτηκε αναποτελεσματική.