Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

Κίμων Μιλτιάδου, ο Αθηναίος

 Ο Κίμων ήταν ο γιος του Μιλτιάδη, του ήρωα της μάχης του Μαραθώνα, πλούσιος και με πολύ ισχυρές γνωριμίες. Μητέρα του ήταν Ηγησιπύλη, κόρη του Ολόρου, του βασιλιά της Θράκης. Η αδελφή του είχε παντρευτεί τον πλουσιότερο Αθηναίο της εποχής, τον Καλλία, με τη βοήθεια του οποίου κατόρθωσε ο Κίμων να πληρώσει ένα υπέρογκο πρόστιμο που είχε επιβληθεί στον πατέρα του, εξαιτίας της αποτυχίας του στην εκστρατεία της Πάρου. Η σύζυγός του, η Ισοδίκη, ανήκε στο γένος των Αλκμεωνιδών, όπου ανήκε και ο πολιτικός του αντίπαλος, ο Περικλής. Είχε εντυπωσιακή εμφάνιση, ιδιαιτέρως φιλική συμπεριφορά προς όλους και εξαιρετικά πειστικό λόγο. Κατά τη διάρκεια της πολιτικής του δράσης κατόρθωσε να εξομαλύνει τις σχέσεις ανάμεσα στην Αθήνα και την Σπάρτη, θαυμαστής ο ίδιος του λακωνικού τρόπου ζωής. Οι Σπαρτιάτες τον εμπιστεύονταν και όσο ήταν εκείνος στα πράγματα, επεδίωκαν ειρηνικές σχέσεις με την Αθήνα.

Η πολιτική του δράση
Το 463, όταν ο Περικλής έκανε τα πρώτα του βήματα στην πολιτική σκηνή της Αθήνας, ο Κίμων ήταν ο πολιτικός που κυριαρχούσε τα τελευταία δέκα χρόνια, καθώς οι Αθηναίοι τον εξέλεγαν κάθε χρόνο στη θέση του στρατηγού. Οι ηγετικές του ικανότητες είχαν διαφανεί από την εποχή της ναυμαχίας της Σαλαμίνας, όταν, ενάντια στα συμφέροντα της τάξης του, υποστήριξε την πρόταση του Θεμιστοκλή που επέμενε να πολεμήσουν τους Πέρσες στη θάλασσα. Για να πείσει, μάλιστα, τους Αθηναίους, προέβη σε μία συμβολική, συγκινητική ενέργεια: Ανέβηκε στην Ακρόπολη και αφιέρωσε τα ηνία του αλόγου του στη θεά Αθηνά, κοινοποιώντας την άποψη πως στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν το ιππικό που θα έσωζε την πόλη.  
Ο Κίμων πρωτοστάτησε επίσης στην επίτευξη συμμαχίας ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις, υπό την αρχηγία της Σπάρτης, με στόχο την απελευθέρωση των ελληνικών πόλεων της Μ. Ασίας που αποτελούσαν ακόμα μέρος της περσικής αυτοκρατορίας. Και όταν ο Σπαρτιάτης Παυσανίας με την σκληρή του συμπεριφορά έχασε την εμπιστοσύνη των συμμαχικών πόλεων, ήταν ο Κίμων και ο Αριστείδης που τις κέρδισαν με τους ευγενικούς τους τρόπους. Έτσι, το 478 οι Σπάρτη παραδίδει την αρχηγία στην Αθήνα και συγκροτείται η Δηλιακή Συμμαχία, με τη συναίνεση όλων των πόλεων και όλων των πολιτικών παρατάξεων.
Ο Κίμων, χρησιμοποιώντας τις πολλές και ισχυρές του γνωριμίες, τα ταλέντα του, αλλά και την στήριξη του Αριστείδη, εξόντωσε τον βασικό πολιτικό του αντίπαλο, τον Θεμιστοκλή, ο οποίος μετά τους περσικούς πολέμους είχε αποκτήσει πολύ μεγάλη πολιτική δύναμη. Η βαθύτερη αιτία της εκδίωξης του Θεμιστοκλή βρίσκεται στο μίσος που έτρεφαν γι’ αυτόν οι Σπαρτιάτες, από την εποχή που εξαπατώντας τους προέβη παρά τις αντιρρήσεις τους στην ανέγερση των Τειχών. Τώρα, λοιπόν, που ο Κίμων, ο φίλος των Λακεδαιμονίων, ήταν στα πράγματα, η ενδυνάμωση του Θεμιστοκλή θα έθετε σε κίνδυνο τις ομαλές, αλλά πάντα εύθραυστες, σχέσεις των δύο ισχυρών πόλεων. Αυτό με τη σειρά του θα έκανε αδύνατη την απελευθέρωση των ελληνικών πόλεων από τον περσικό ζυγό. Ο Κίμων έπεισε τους Αθηναίους για την ορθότητα του πολιτικού του προγράμματος και το 473 ο Θεμιστοκλής εξορίστηκε.
Οι πολεμικές επιχειρήσεις του Κίμωνα στέφθηκαν από επιτυχία. Απάλλαξε το Αιγαίο από τους πειρατές, αλλά και από τους Πέρσες, προσφέροντας δύναμη, πλούτη και αίγλη στην Αθήνα, αλλά και στον εαυτό του.

Ο αριστοκράτης, φίλος των φτωχών.
Το πιο εντυπωσιακό κατόρθωμα του Κίμωνα ήταν η αφοσίωση της τάξης των ακτημόνων, οι οποίοι επάνδρωναν τα πλοία του νικηφόρου αθηναϊκού ναυτικού και παραδοσιακά ήταν υποστηρικτές του Θεμιστοκλή. Πώς έγινε, λοιπόν, αυτοί οι φτωχοί Αθηναίοι από τους οποίους εξαρτιόταν αποκλειστικά η ασφάλεια και η ευημερία της πόλης, να υποστηρίζουν φανατικά έναν αριστοκράτη που περιόριζε την πολιτική τους δύναμη και που οραματιζόταν την διεύρυνση της εξουσίας του Αρείου Πάγου, δηλαδή των πλουσίων αριστοκρατών; 
Τα μεγάλα πλεονεκτήματα του Κίμωνα, εκτός από την ελκυστική του εμφάνιση, ήταν ο πρόσχαρος, κοινωνικός χαρακτήρας του, η ευκολία με την οποία μπορούσε κανείς να τον πλησιάσει και, κυρίως, η γενναιοδωρία του. Οι πλούσιοι φίλοι του που τον συνόδευαν, αντάλλασσαν τα πολυτελή τους ρούχα με εκείνα των απόρων που έβρισκαν στον δρόμο τους και μοίραζαν νομίσματα σε όποιον είχε ανάγκη. Ο ίδιος ο Κίμων είχε αφαιρέσει την περίφραξη από το κτήμα του, ώστε να έχουν όλοι πρόσβαση στους καρπούς του και είχε καθιερώσει καθημερινό συσσίτιο στο ίδιο του το σπίτι. Αν ήσουν ένας από τους άτυχους Αθηναίους χωρίς εισόδημα, μπορούσες καθημερινά να απολαμβάνεις ένα γεύμα στο σπίτι του συμπαθητικού αριστοκράτη. Έχοντας βέβαιη την υποστήριξη της τάξης του και την λατρεία των φτωχών, ο Κίμων παρέμεινε για περισσότερα από δέκα χρόνια ο ισχυρότερος πολιτικός άνδρας της Αθήνας και κανένας δεν φαινόταν ικανός να τον ξεπεράσει.
Ο κύριος πολιτικός του αντίπαλος ήταν ο Εφιάλτης, παλιός φίλος και ομοϊδεάτης του Θεμιστοκλή, που μετά τον εξοστρακισμό του δεύτερου ήταν επικεφαλής της αντιπολίτευσης. Ο Εφιάλτης αναφέρεται στις πηγές ως ένας έντιμος, δίκαιος και αξιοσέβαστος δημοκράτης. Επιθυμούσε διακαώς να διευρύνει τη συμμετοχή των Αθηναίων πολιτών στα πολιτικά όργανα και, κυρίως, να περιορίσει τις εξουσίες του Αρείου Πάγου, που ήταν το τελευταίο προπύργιο των αριστοκρατών. Για να πετύχει όμως κάτι τέτοιο, θα έπρεπε να εξοντώσει πολιτικά τον πανίσχυρο Κίμωνα.

Η αποτυχία στη Θάσο
Στοά από το χρυσωρυχείο του Παγγαίου
Η ευκαιρία εμφανίστηκε το 465, όταν η Αθήνα συγκρούστηκε με τη συμμαχική Θάσο για τον έλεγχο του χρυσωρυχείου και κάποιων εμπορικών κέντρων της Θράκης. Όταν η Θάσος αποστατεί από τη Δηλιακή συμμαχία, η Αθήνα στρέφεται για πρώτη φορά εναντίον συμμαχικής πόλης. Ο Κίμων ανέλαβε την εξαιρετικά δύσκολη πολιορκία του νησιού, που ολοκληρώθηκε σε δύο χρόνια κοστίζοντας πολλά σε χρήματα και ανθρώπινες ζωές. Στις απώλειες προστέθηκαν και οι δέκα χιλιάδες Αθηναίοι και σύμμαχοι που είχαν εγκατασταθεί στις Εννέα Οδούς (μεταγενέστερα Αμφίπολη), προκειμένου η Αθήνα να ελέγχει τόσο την πλούσια ξυλεία της περιοχής όσο και τα κοιτάσματα του χρυσωρυχείου στο Παγγαίο, και οι οποίοι εξοντώθηκαν από τους ντόπιους. Για τον Κίμωνα, αυτό ήταν μία τεράστια αποτυχία!
Ο Εφιάλτης βρήκε μία εκπληκτική ευκαιρία για να επιτεθεί στον πολιτικό του αντίπαλο και δίνοντας το προβάδισμα στη δική του παράταξη. Στο διάστημα που ο Κίμων έλειπε στη Θάσο, οι απογοητευμένοι Αθηναίοι εκλέγουν ανάμεσα στους στρατηγούς τους τον Εφιάλτη και τον Περικλή, οι οποίοι δεν χάνουν χρόνο και στρέφονται εναντίον κάποιων απερχόμενων αρχόντων, που σύμφωνα με τον νόμο θα συνέχιζαν τη σταδιοδρομία τους στον Άρειο Πάγο. Ο Εφιάλτης κατηγόρησε αυτούς και κάποια μέλη της Βουλής για κερδοσκοπία, ενώ το 463, μόλις επιστρέφει ο Κίμων, αντιμετωπίζει και ο ίδιος καταγγελία για παράβαση καθήκοντος (επειδή δεν κατέκτησε τη Μακεδονία) και δωροδοκία από τον βασιλιά της Μακεδονίας. Η κατηγορία ήταν εντελώς αβάσιμη, πρώτον επειδή ο σκοπός της εκστρατείας δεν ήταν η κατάληψη της Μακεδονίας και δεύτερον, επειδή η κατηγορία της δωροδοκίας ήταν πραγματικά αστεία για όσους γνώριζαν τον χαρακτήρα του Κίμωνα. Επρόκειτο για μία καθαρά πολιτική κίνηση της αντιπολίτευσης, που προσπάθησε να εκμεταλλευτεί προς όφελός της την πτώση της δημοτικότητας του Κίμωνα. Με τον ίδιο τρόπο, χρόνια νωρίτερα, είχε επιτεθεί ο πατέρας του Περικλή, ο Ξάνθιππος, στον πατέρα του Κίμωνα, τον Μιλτιάδη.
Ο Περικλής, που είχε επιλεγεί ως ένας από τους επίσημους κατηγόρους, είχε μία θαυμάσια ευκαιρία να κάνει μία εντυπωσιακή εμφάνιση στην πολιτική σκηνή. Η ρητορική του δεινότητα, η επιβλητική του εμφάνιση και το δυναμικό του ύφος, δεν πέρασαν απαρατήρητα, μολονότι ο Κίμων, όπως ήταν φυσικό, τελικά αθωώθηκε.

Η περιπέτεια στη Σπάρτη
Την επόμενη χρονιά, ο Εφιάλτης και η παράταξή του είχαν μία ακόμα ευκαιρία να πλήξουν τον Κίμωνα. Αυτή τη φορά η αφορμή έρχεται από τον Νότο. Αντιμετωπίζοντας μία σοβαρή εξέγερση των ειλώτων στην πόλη τους, οι Σπαρτιάτες ζητούν τη βοήθεια των Αθηναίων, οι οποίοι τυπικά, είναι ακόμα σύμμαχοί τους. Η Εκκλησία του Δήμου διχάζεται και επικρατεί μεγάλη αναστάτωση. Ο Εφιάλτης προσπαθεί να πείσει τους Αθηναίους να μην βοηθήσουν μία πόλη « που είναι αντίπαλος της Αθήνας, αλλά να αφήσουν το φρόνημα των Σπαρτιατών να κείτεται στη γη και να το ποδοπατήσουν», όπως γράφει ο Πλούταρχος στον βίο του Κίμωνα. Φαίνεται, όμως, πως οι οπαδοί του φιλοσπαρτιάτη Κίμωνα εξακολουθούσαν να αποτελούν την πλειοψηφία, γιατί τελικά η Εκκλησία αποφασίζει να στείλει στη Σπάρτη τέσσερις χιλιάδες οπλίτες με επικεφαλής τον Κίμωνα.
Ο Κίμων δεν είχε αντιληφθεί τις αλλαγές στις πολιτικές ισορροπίες στη Σπάρτη. Ο Θουκυδίδης αναφέρει πως τότε ήταν που για πρώτη φορά έγινε ολοφάνερη η διάσταση μεταξύ Σπάρτης και Αθήνας. Και συνεχίζει: « Όταν φάνηκε πως η Ιθώμη (εκεί είχαν καταφύγει οι είλωτες) δεν θα έπεφτε με έφοδο, οι Σπαρτιάτες φοβήθηκαν μήπως, αν μείνουν εκεί πολύ καιρό οι Αθηναίοι, οι οποίοι ήταν τολμηροί και προοδευτικοί, παρασυρθούν από τους πολιορκημένους της Ιθώμης και επιχειρήσουν κανένα πραξικόπημα. Γι’ αυτό τους απομάκρυναν, μόνους αυτούς από όλους τους συμμάχους.» Η προσβολή ήταν πολύ μεγάλη για τους περήφανους Αθηναίους, οι οποίοι μόλις έμαθαν για τη συμπεριφορά των Σπαρτιατών, στράφηκαν προς την αντιπολίτευση και εναντίον του Κίμωνα, που πλήρωνε τώρα ακριβά τη φιλία του προς τους Λακεδαιμόνιους. Μέχρι να επιστρέψει ο Κίμων με τους οπλίτες του από τη Σπάρτη, ο Άρειος Πάγος είχε χάσει την αίγλη του, με νόμο που ψήφισε η Εκκλησία του Δήμου (με συμμετοχή κυρίως των φτωχών – ακτημόνων (θήτες), αφού οι περισσότεροι οπλίτες-γαιοκτήμονες ήταν απόντες) και οι αρμοδιότητές του (εκτός από τις ανθρωποκτονίες) είχαν ανατεθεί στη Βουλή των πεντακοσίων και στα λαϊκά δικαστήρια. Η απογοήτευση και η οργή που ένιωθαν οι Αθηναίοι, ακόμα και οι υποστηρικτές του Κίμωνα, ήταν πολύ μεγαλύτερη από την αγάπη τους για αυτόν. Το 461 ο Κίμων εξοστρακίζεται και οι ακραίοι δημοκράτες του Εφιάλτη και του Περικλή αναλαμβάνουν την τύχη της Αθήνας. Την ίδια χρονιά, ο Εφιάλτης δολοφονείται (άγνωστο από ποιον), πράξη ασυνήθιστη στη δημοκρατική Αθήνα, και ο νέος και άπειρος Περικλής είναι ο νέος επικεφαλής της δημοκρατικής παράταξης και της πόλης.

Κατά τη διάρκεια της εξορίας του
Το 457, αναφέρει ο Θουκυδίδης, πως κάποιοι Αθηναίοι κάλεσαν κρυφά τους Σπαρτιάτες να επιτεθούν στην Αθήνα « με την ελπίδα ότι θα καταλύσουν τη δημοκρατία και θα σταματήσουν την ανέγερση των Μακρών τειχών». Δεν αποκλείεται, κάποιοι ακραίοι οπαδοί του εξόριστου Κίμωνα να βρίσκονται πίσω από αυτή την προδοτική ενέργεια. Η ανέγερση των Μακρών Τειχών είχε ως στόχο την οχύρωση της Αθήνας, η οποία σύμφωνα με τη στρατηγική του Περικλή, θα οργάνωνε την άμυνά της βασιζόμενη στο ναυτικό, δηλαδή στη δύναμη των θητών. Αυτή η στρατηγική μείωνε τον ρόλο τόσο του ιππικού των αριστοκρατών όσο και του πεζικού των συντηρητικών. Αν ήταν παρών ο ίδιος ο Κίμωνας, αποκλείεται να είχε επιτρέψει μία τέτοια ενέργεια, διότι αν και συντηρητικός, δεν εχθρευόταν τη δημοκρατία ούτε ήταν στον χαρακτήρα του να θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια της πόλης του χάριν της πολιτικής του φιλοδοξίας.
Με την παρότρυνση αυτών των προδοτών και την στήριξη των Θηβαίων, οι Σπαρτιάτες εκστρατεύουν στην Κεντρική Ελλάδα και σύντομα φτάνουν στα βόρεια σύνορα της Αττικής. Οι Αθηναίοι τους αντιμετώπισαν στην Τανάγρα έχοντας στο πλευρό τους Αργείους και Θεσσαλούς συμμάχους (Αυτή η συμμαχία προέκυψε μετά από τα γεγονότα της Ιθώμης). Ο εξόριστος Κίμων εμφανίζεται στο στρατόπεδο και προθυμοποιείται να πολεμήσει υπέρ της πόλης του, σε μία προσπάθεια να απαλλαγεί από την κατηγορία του λακωνισμού. Κατηγορήθηκε, όμως, από τους αντιπάλους του ότι θέλει να λάβει μέρος στη μάχη για να προκαλέσει σύγχυση και να βλάψει την Αθήνα, με αποτέλεσμα να απελαθεί ως φυγάς. Εκείνος συμβουλεύει τους οπαδούς του να πολεμήσουν γενναία υπέρ της Αθήνας, ώστε να διαψεύσουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους και να καθαρίσουν το όνομά τους. Εκείνοι πολεμούν γενναία και σκοτώνονται όλοι.
Κατά τη διάρκεια της μάχης, οι Θεσσαλοί εγκατέλειψαν τους Αθηναίους και τάχθηκαν στο πλευρό της Σπάρτης, με αποτέλεσμα οι αθηναϊκές δυνάμεις, αν και περισσότερες, να συντριβούν. Και ο σπαρτιατικός στρατός, όμως, είχε υποστεί τεράστιες απώλειες, οπότε δεν προχώρησε σε κατάληψη της Αττικής, αλλά επέστρεψε στη Σπάρτη.
Με τη  γενναιότητα και την αυτοθυσία τους οι οπαδοί του Κίμωνα κέρδισαν τη συμπάθεια των Αθηναίων, οι οποίοι αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τις κομματικές διενέξεις και να ενωθούν προς το συμφέρον της πόλης. Ο Περικλής επεδίωκε ειρήνη με τους Σπαρτιάτες και, επειδή ο καταλληλότερος να αναλάβει αυτή την αποστολή ήταν ο Κίμων, προτείνει το ψήφισμα για την ανάκληση του Κίμωνα από την εξορία. Εκείνος επιτυγχάνει μία εκεχειρία λίγων μηνών με τη Σπάρτη.
Αυτή η χρονιά (457) η Αθήνα καθιερώνεται ως κυρίαρχη ναυτική δύναμη, ιδιαίτερα μετά από μία σπουδαία νίκη εναντίον των Θηβαίων στα Οινόφυτα. Η αθηναϊκή Ηγεμονία σταθεροποιείται και η άμυνα της πόλης είναι πανίσχυρη. Η εξέλιξη αυτή, όμως, ενθάρρυνε τους ακραίους και φιλοπόλεμους της παράταξης του Περικλή, που δεν έβλεπαν τον λόγο γιατί, ενώ ήταν πλέον τόσο δυνατοί, να μην επιτεθούν στους Σπαρτιάτες και να τελειώνουν με αυτούς μια για πάντα. Ο Περικλής διαφωνούσε, αλλά οι περισσότεροι Αθηναίοι είχαν πειστεί και δεν είχε άλλη επιλογή.
Οι επιθέσεις των αθηναϊκών πλοίων στις πελοποννησιακές πόλεις αρχίζουν και η επίτευξη ειρήνης δεν ήταν πλέον πιθανή.
Ο Κίμων εγκαταλείπει και πάλι την Αθήνα, για να επιστρέψει  το 451 που λήγει οριστικά η περίοδος της εξορίας του.
Ο Περικλής έχει πια κατανοήσει πως το πραγματικό εμπόδιο για την επιτυχία της αθηναϊκής ηγεμονίας είναι οι Πέρσες και στην πραγματικότητα ακολουθεί το πολιτικό πρόγραμμα του Κίμωνα. Κύρια επιδίωξή του είναι η ειρήνευση με τη Σπάρτη, προκειμένου να μπορέσει να αντιμετωπίσει τον περσικό κίνδυνο που απειλούσε τη θαλασσοκρατορία της Αθήνας στο Αιγαίο. Ο Κίμων αναλαμβάνει και πάλι τις διαπραγματεύσεις με τη Σπάρτη και επιτυγχάνει Συνθήκη Ειρήνης διάρκειας πέντε ετών, με μοναδικό όρο τον τερματισμό της συμμαχίας ανάμεσα στην Αθήνα και το Άργος.
Ο Κίμων σκοτώθηκε ή πέθανε από ασθένεια τον επόμενο χρόνο (450) στην Κύπρο, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Κιτίου (σημερινή Λάρνακα), που ήταν περσική, ναυτική βάση.

Μετά τον Κίμωνα
Ο Περικλής επένδυσε με επιμέλεια στη σύγκλιση που είχε επιτύχει με τον Κίμωνα λίγο πριν τον θάνατό του. Όταν το 449 είχε έρθει ώρα να συνάψει ειρήνη με τους Πέρσες, σύμφωνα με την οποία εκείνοι παραιτούνταν από κάθε διεκδίκηση στο Αιγαίο και αναγνώριζαν την αυτονομία των ελληνικών πόλεων της περιοχής, ο Περικλής επιλέγει τον γαμπρό του Κίμωνα, τον Καλλία, ως εκπρόσωπο της αθηναϊκής πλευράς. Αρκετοί από τους οπαδούς του Κίμωνα, ασπάστηκαν την πολιτική του Περικλή, ο οποίος δεν παρέλειπε να αποδίδει τιμές στον Κίμωνα για τη μεγάλη του συμβολή στην αίγλη που είχε αποκτήσει η Αθήνα. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και ο ποιητής Σοφοκλής.
Έχοντας εξασφαλίσει το απαραίτητο ειρηνικό περιβάλλον, ο Περικλής σύντομα θα ανακοινώσει τις προθέσεις του για το μεγάλο πολιτιστικό-εκπαιδευτικό πρόγραμμα, το οποίο περιελάμβανε την ανέγερση ναών και την κατασκευή έργων τέχνης με χρήματα από το ταμείο της συμμαχίας.
Εναντίον του προγράμματος αυτού στρέφεται η παράταξη του Θουκυδίδη (του Μελησία, όχι ο ιστορικός), ο οποίος ήταν γαμπρός του Κίμωνα. Αυτός πρώτος κατηγόρησε τον Περικλή πως επιδιώκει να γίνει τύραννος και πως κακοδιαχειρίζεται τους φόρους που καταβάλλουν οι σύμμαχοι, δυσφημίζοντας την Αθήνα. Αρκετοί Αθηναίοι επηρεάστηκαν από την επίθεση αυτή, επειδή η ιδέα να εξουσιάζουν τυραννικά άλλους Έλληνες ήταν απωθητική. Και ο Θουκυδίδης είχε μεγάλο ταλέντο να εγείρει συναισθήματα με τις ομιλίες του, κυρίως βασιζόμενος στη θρησκευτική ευσέβεια των Αθηναίων και την προσκόλλησή τους στις παραδοσιακές αξίες. Όταν συζητήθηκε το ζήτημα στην εκκλησία του Δήμου, ο Περικλής πρότεινε να πραγματοποιήσει το οικοδομικό του έργο με δικά του έξοδα, αν έτσι επιθυμούν οι Αθηναίοι, αλλά τότε θα ανήκουν σε αυτόν και όχι στην πόλη. Ο Θουκυδίδης έχασε τη «μάχη» και εξορίστηκε το 443.

Η προσφορά του στους μεταγενέστερους.
Ο Κίμων κυριάρχησε στην αθηναϊκή πολιτική σκηνή επί τρεις δεκαετίες. Προσέφερε τις ικανότητές του στον αγώνα εναντίον των Περσών και εργάστηκε για την ίδρυση της Δηλιακής συμμαχίας. Δεν εξαργύρωσε τη μεγάλη φήμη που είχε αποκτήσει, ώστε να ενισχύσει την πολιτική του παράταξη και αποδεχόμενος τις αποφάσεις της πλειοψηφίας συνέχισε να υπηρετεί την πατρίδα του ακόμα και όταν η εξουσία είχε περιέλθει στους πολιτικούς του αντιπάλους. Αν και συντηρητικός αριστοκράτης, δεν υπήρξε ποτέ εχθρός της δημοκρατίας, αντίθετα κατάφερε να αμβλύνει τις διενέξεις μεταξύ των δύο παρατάξεων. Ήταν λαμπρό παράδειγμα πατριώτη πολιτικού με ρεαλιστική αντίληψη της πραγματικότητας, που ήξερε να προσαρμόζεται στις πολιτικές αλλαγές, ώστε να είναι σε θέση να προσφέρει στην πόλη του υπό τις όποιες συνθήκες. Που δεν δίσταζε να συμμαχήσει με τον πολιτικό του αντίπαλο, αν αυτό θα ωφελούσε τους συμπολίτες του.
Από την άλλη, ήξερε πώς να διαχειρίζεται το ευμετάβλητο θυμικό των πολιτών, να πείθει για την ορθότητα της πολιτικής του απευθυνόμενος στο συναίσθημα, να «κατεβαίνει» από τον αριστοκρατικό του θρόνο και να συναναστρέφεται τις κατώτερες τάξεις με καλή διάθεση. Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε σε ποιο βαθμό οι ενέργειές του αυτές ήταν γνήσιες ή υστερόβουλες ( Σε αντίθεση με τον Πλούταρχο, ο Πλάτων τον θεωρεί απλώς δημαγωγό).  Αυτό που γνωρίζουμε είναι πως η προσφορά του στην πολιτική ζωή της εποχής του ήταν αξιοθαύμαστη! Και η αξία των όσων μπορούμε να μάθουμε από τη δράση του, ανεκτίμητη!