Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Ένας τύραννος, μία Ελιά και η Αιώνια Επιστροφή.

«Κι αν μια μέρα ή μια νύχτα, ερχόταν ένας δαίμονας και γλιστρούσε μέσα στην υπέρτατη μοναξιά σου και σού ‘λεγε: «Αυτή τη ζωή, όπως την έζησες και την ζεις ως τα τώρα, θα πρέπει να την ξαναζήσεις άλλη μια φορά και αναρίθμητες ακόμα φορές˙ χωρίς τίποτα το καινούργιο˙... Δεν θά’πεφτες κατάχαμα, δεν θά ’τριζες τα δόντια σου και δεν θα καταριόσουν τον δαίμονα που θα σου έλεγε αυτά; Ή μήπως θα ζούσες μία φοβερή στιγμή όπου θα του απαντούσες: «Είσαι θεός˙ ποτέ μου δεν άκουσα τόσο θείο λόγο!»  - Fr. Nietzsche

Με λίγα λόγια, άξιζε η ζωή μας τον κόπο;  Η αποκάλυψη πως τα πάντα υπόκεινται σε μία αιώνια επιστροφή, ίδια και απαράλλαχτα, μας χαροποιεί ή μας θλίβει; Και δεν είναι μόνο η δική μας ζωή. Είναι και όσα κάνουμε για τις ζωές των άλλων, οι συλλογικές μας αποφάσεις. Το ενδεχόμενο της επανάληψης της εθνικής μας ιστορίας είναι ένα υπέροχο όνειρο ή εφιάλτης;  Η ιστορία είναι γεμάτη επαναλήψεις που περιμένουν να μας διαφωτίσουν. Είναι οι επαναλήψεις που αφήνουμε να συμβούν, είτε γιατί δεν μελετήσαμε τα γεγονότα κατά την προηγούμενη εμφάνισή τους είτε γιατί δεν αντιλαμβανόμαστε τη δική μας συμβολή στην εξέλιξή τους.
Υπάρχει, λοιπόν, ένα προηγούμενο, μία περίοδος της ελληνικής ιστορίας που κάνει αυτά που ζούμε σήμερα να μοιάζουν με φάση της δικής μας αιώνιας επιστροφής. Ορθολογισμός και συναίσθημα σε ένα πολιτικό σκηνικό, που αν δεν είχε την τραγική κατάληξη που είχε, θα ήταν το κωμικό μας αριστούργημα! Ηρωισμοί, συνθήματα, σενάρια συνωμοσίας, οικονομική κρίση, μέτρα για την προστασία της δημόσιας τάξης και πόλεμος! Κι επειδή σήμερα αισθανόμαστε ότι ζούμε σε συνθήκες (οικονομικού) πολέμου, ας κάνουμε μιαν αναδρομή και τον παραλληλισμό, τηρώντας τις αναλογίες. Και ας αποφασίσουμε αν επιθυμούμε την επανάληψη.  

Η Ελλάδα το 1920
Μετά από χίλια βάσανα και καυγάδες,  η Ελλάδα (που τότε, χονδρικά, ήταν μονάχα η Ρούμελη και ο Μοριάς) πολέμησε τα δύο τελευταία χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο πλευρό της Αντάντ κι εναντίον των δυνάμεων της Γερμανίας και της Τουρκίας. Σε αντάλλαγμα οι σύμμαχοι υποσχέθηκαν σημαντικές εδαφικές παραχωρήσεις. Στο εσωτερικό της χώρας, όμως, η κατάσταση ήταν τραγική. Ο κόσμος ήταν μοιρασμένος σε δύο στρατόπεδα που προσπαθούσαν, εδώ και χρόνια, να εξοντώσουν το ένα το άλλο. Ο διπολισμός της εποχής. (Διαβάστε εδώ, δύο λόγια για τα γεγονότα που προηγήθηκαν.)
Τώρα, μετά το τέλος του πολέμου και ενώ η Ελλάδα περιμένει να λάβει το μερίδιό της από τον διαμελισμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ο διχασμός θα δείξει τα δόντια του και οι αυτοκαταστροφικές δυνάμεις, που δεν έλειψαν ποτέ σε αυτή τη χώρα, θα απελευθερωθούν.

Οι συνέπειες της χρεοκοπίας του 1897, η επιβολή Διεθνούς Ελέγχου, του Παγκοσμίου Πολέμου, των Βαλκανικών, της Μικρασιατικής Εκστρατείας που ήταν σε εξέλιξη και της σύγκρουσης με τις συμμαχικές δυνάμεις, δεν θα μπορούσαν να μην επηρεάσουν την οικονομική κατάσταση της χώρας. Όλοι είναι δυσαρεστημένοι από τις συνεχείς αυξήσεις στις τιμές των ειδών πρώτης ανάγκης και τα επίσης αυξανόμενα κρούσματα αισχροκέρδειας, ενώ πάλευαν με θανατηφόρες επιδημίες. Πολύ χειρότερα από σήμερα, δηλαδή. Οι κοινωνικές ανισότητες έχουν ενταθεί και ήδη το σοσιαλιστικό κίνημα έχει κάνει την εμφάνισή του με στόχο να τις εξαφανίσει.
Οι Δημόσιοι υπάλληλοι είναι δυσαρεστημένοι εξαιτίας των μικρών μισθών και της άρσης του καθεστώτος μονιμότητας που έριξε πολλούς στην ανεργία, ενώ στον ιδιωτικό τομέα πολλοί (κυρίως καπνεργάτες και οικοδόμοι) αναγκάζονται να αλλάξουν επάγγελμα. Στη δημόσια διοίκηση επικρατεί χάος και αυθαιρεσία, ειδικά στην επαρχία. Κάποιοι δημόσιοι υπάλληλοι φυτοζωούν και κάποιοι άλλοι πλουτίζουν από επιδόματα και έκτατες αμοιβές που αυθαίρετα προσφέρουν οι επικεφαλής των υπηρεσιών. Στον ιδιωτικό τομέα, αν και εμφανίζονται νέες επιχειρήσεις, δυσκολεύονται να ανθήσουν, κυρίως λόγω της αστάθειας του συναλλάγματος, του κρατικού προστατευτισμού και της έλλειψης ρευστότητας. Ναι, θυμίζει τα σημερινά, αλλά ήταν πολύ χειρότερα.

Το πολιτικό σκηνικό. Η κυβέρνηση και ο Συνασπισμός της Αντιπολίτευσης.
Τον Μάιο του 1920, την ίδια μέρα που ο Βενιζέλος αναγγέλλει στη Βουλή  τη νίκη του ελληνικού στρατού στη Δυτική Θράκη, ο υπουργός Δικαιοσύνης Τσιριμώκος καταθέτει προς συζήτηση νομοσχέδιο «περί αδικημάτων κατά της ασφαλείας της Χώρας», το οποίο βουλευτές της αντιπολίτευσης χαρακτηρίζουν με ευκολία αντισυνταγματικό και τυραννικό, συνήθεια που δεν έχουμε ακόμα εγκαταλείψει. Ο υπουργός ισχυρίζεται πως το νομοσχέδιο αυτό συμπληρώνει τον νόμο περί εξύβρισης της βασιλείας, ώστε να αντιμετωπιστούν έκτακτες και πρωτοφανείς περιπτώσεις. Ο Βενιζέλος θεωρεί επικίνδυνη την προπαγάνδα της αντιπολίτευσης υπέρ της επιστροφής του έκπτωτου Βασιλιά, εφόσον αυτό θα προϋπέθετε μεταβολή του Πολιτεύματος, ενέργεια που ήθελε με κάθε τρόπο να αποφύγει σε περίοδο πολέμου. Για να εξασφαλίσει την επιδιωκόμενη τάξη, επαναφέρει τον στρατιωτικό νόμο που είχε νωρίτερα αποσύρει, ελπίζοντας να περιορίσει αυτούς που, όπως ισχυριζόταν, «ζητούν να εγκαθιδρύσουν εις την Ελλάδα τον χείριστον Μοναρχισμόν και Δεσποτισμόν», και κυρίως τον Τύπο. (Ομιλία στη Βουλή, Μάιος 1920). Άλλωστε, η εμπειρία του 1916, είχε αποδείξει πως ο Τύπος μπορούσε να κάνει μεγάλη ζημιά στα εθνικά ζητήματα, όταν απροκάλυπτα αμφισβητεί το δικαίωμα της κυβέρνησης να λαμβάνει σημαντικές αποφάσεις, ενώ οι συνεχείς συμπλοκές και αιματοχυσίες ανάμεσα στους οπαδούς των δύο πολιτικών παρατάξεων, καθιστούσαν τη λήψη μέτρων αναγκαία. Κι αυτό το ζούμε.

Σύσσωμη η αντιπολίτευση αντιδρά και επιμένει στην τακτοποίηση του Δυναστικού Ζητήματος, δηλαδή στην επιστροφή του Κωνσταντίνου. Το κόμμα των Εθνικοφρόνων, το Συντηρητικό Κόμμα και το Μεταρρυθμιστικό μαζί με άλλα μικρότερα, συνασπίζονται σε ένα κοινό μέτωπο εναντίον των Φιλελευθέρων του Βενιζέλου. Η Ηνωμένη Αντιπολίτευση, με έμβλημα την ελιά (άκου σύμπτωση!), θα αφήσει προσωρινά στην άκρη τις κομματικές διαφορές και θα απαιτήσει εκλογές και αλλαγή του Συντάγματος, με την ελπίδα να βγάλει από τη μέση τον μεγάλο αντίπαλο. Εθνικιστές και αριστεροί (εκτός από τους κομμουνιστές του ΣΕΚΕ), ξεσηκώνουν τον κόσμο με το παράδοξο σύνθημα «Ελιά, στεφάνι, σφυρί, δρεπάνι». Αυτό στις μέρες μας δεν το έχουμε δει ακόμα επισήμως, αλλά προσπάθειες για αταίριαστα πολιτικά παντρέματα γίνονται συνεχώς.
Ο Βενιζέλος ερμηνεύει αυτή την ανακίνηση του Δυναστικού ζητήματος ως κακοήθη προσπάθεια πρόκλησης εμφυλίου, με μοναδικό στόχο τον κλονισμό της εμπιστοσύνης των ξένων δυνάμεων, που αντιπαθούσαν τον γερμανόφιλο Κωνσταντίνο και των οποίων τη φιλία είχε άμεση ανάγκη η Ελλάδα προκειμένου να λάβει τα ανταλλάγματα που της είχαν υποσχεθεί και για τα οποία είχε χύσει αίμα.  Επιδιώκουν τη ματαίωση της αναμενόμενης σύναψης της Συνθήκης των Σεβρών, λέει ο Βενιζέλος, ώστε να παρουσιάσουν τα καταστροφικά αποτελέσματα ως αποτυχία της κυβέρνησης, για λόγους ψηφοθηρικούς. Με τα δικά του λόγια: « ...τας εθνικάς επιτυχίας τας κρίνουν ως καταδίκην της πολιτικής των και δια τούτον δεν έχουν τη διάθεσιν ουδέ καν να τας χαιρετίσουν. Είπατέ μου αν είδατε δύο λέξεις καν δι’αυτά τα εθνικά κατορθώματα...είναι έτοιμοι να εξαπολύσουν όλας τας φρικαλεότητας του εμφυλίου πολέμου μόνον και μόνον δια να καταφανή μέχρι τέλους ότι οι αντίπαλοι αυτών είχον άδικον...». Τα ίδια και τώρα!

Η ώρα του λαού πλησιάζει
Η κυβέρνηση Βενιζέλου θα συνεχίσει να έχει στραμμένη την προσοχή της στη Μ. Ασία, όπου τα ελληνικά στρατεύματα συνεχίζουν τις επιχειρήσεις. Τον Ιούλιο συνάπτεται η Συνθήκη των Σεβρών, σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα θα αποκτούσε τη Θράκη, την Τένεδο και την Ίμβρο και τα έως τότε ιταλικά Δωδεκάνησα κατόπιν δημοψηφίσματος (εκτός από τη Ρόδο και την Κάρπαθο, που θα δινόταν μόνο αν και η Βρετανία παραχωρούσε στην Ελλάδα την Κύπρο). Τέλος, η Σμύρνη, που θα παρέμενε για πέντε ακόμα χρόνια στην κατοχή των Οθωμανών, αλλά με Έλληνα Αρμοστή, με τη λήξη της πενταετίας θα μπορούσε, μετά από δημοψήφισμα, να προσαρτηθεί στην Ελλάδα. Ο Βενιζέλος θέλει να πάει σε εκλογές για να επιβεβαιώσει τη στήριξη του εκλογικού σώματος στο πρόγραμμά του (η κυβέρνηση αυτή δεν ήταν εκλεγμένη, δείτε εδώ).
Εν αναμονή, λοιπόν της κατοχύρωσης της Συνθήκης από τα κοινοβούλια των συμμαχικών χωρών, ο Βενιζελισμός και ο Κωνσταντινισμός, το μεγάλο  δίλημμα της εποχής, θα συνοδεύσει τον ελληνικό λαό στις κάλπες της 1ης Νοεμβρίου 1920. Σήμερα δεν έχουμε Δυναστικό ζήτημα ούτε μη εκλεγμένη κυβέρνηση, έχουμε όμως αντιπολίτευση που θέλει συνεχώς και πάντα εκλογές.

Τους μήνες που θα ακολουθήσουν και μέχρι την ημέρα των εκλογών, οι δυο πλευρές αλληλοκατηγορούνται για τρομοκράτηση των ψηφοφόρων. Το ρεύμα της Ελιάς είναι ισχυρό και το υποστηρίζει πλήθος κόσμου που οραματίζεται τη λήξη του πολέμου και την επιστροφή στον ειρηνικό βίο, αλλά και μικροαστοί, που δεν επιθυμούν την διεύρυνση της ελληνικής επικράτειας, επειδή φοβούνται τον εμπορικό ανταγωνισμό. Υπόσχονται ότι θα αποκαταστήσουν την εθνική κυριαρχία, που ο Βενιζέλος είχε παραχωρήσει στους συμμάχους, ότι θα αποκαταστήσουν την ομαλή λειτουργία του Συντάγματος, ότι θα επαναφέρουν στις θέσεις τους όλους τους απολυμένους δημοσίους υπαλλήλους και τη μονιμότητα και ότι θα τιμωρήσουν τους «τυράννους». Τα γνωστά!
Εντωμεταξύ, ο έκπτωτος Κωνσταντίνος δηλώνει ότι ποτέ δεν παραιτήθηκε από τον θρόνο και πως είναι διατεθειμένος να επιστρέψει μετά τη λήξη του πολέμου και αφού ο λαός εκφράσει ελεύθερα τη θέλησή του. Ο αγγλικός τύπος δημοσιεύει άρθρα υπέρ του Βενιζέλου και εναντίον των υποστηρικτών του Κωνσταντίνου, θεωρώντας την επανενθρόνισή του επικίνδυνη και αφορμή για εμφύλιο, ενώ ο Γούναρης (ηγέτης του συνασπισμού της Ελιάς) δηλώνει πως η επιλογή του βασιλιά επαφίεται στην κρίση του ελληνικού λαού. Παράλληλα κατηγορεί τον Βενιζέλο πως δεν σέβεται την θέληση του λαού, αλλά χρησιμοποιεί τον θεσμό της Βασιλείας ανάλογα με το συμφέρον του. Στους προεκλογικούς του λόγους ο Γούναρης υπόσχεται στους ψηφοφόρους τη σύσταση δεύτερου σώματος, εκτός της Βουλής, που θα αποτελείται από εργαζομένους, εργοδότες και αγρότες με στόχο την επίλυση των προβλημάτων τους. Γενικά, η αντιπολίτευση φαίνεται να μην έχει κατανοήσει τη σοβαρότητα της κατάστασης στο εξωτερικό, καθώς είναι εγκλωβισμένη στις εμμονές της.
Μετά την απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου στη Λυών και τη δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη (δες Ιουλιανά), οι δύο πλευρές φανατίζονται και η κατάσταση φτάνει στα άκρα.

Το αιματοκύλισμα
Όπως συνηθίζεται σε εξαιρετικά δύσκολες περιόδους, συμβαίνει το αναπάντεχο που δυσκολεύει ακόμα περισσότερο τα πράγματα. Αιφνιδιαστικά, ο βασιλιάς Αλέξανδρος (που βασιλεύει στη θέση του έκπτωτου Κωνσταντίνου) πεθαίνει από δάγκωμα μαϊμούς!
Οι εφημερίδες που υποστηρίζουν την Ελιά (όπως η «Αστραπή») κυκλοφορούν σενάρια περί δολοφονικής ενέργειας των βενιζελικών. Η κυβέρνηση καλεί τον αδελφό του νεκρού, τον διάδοχο Παύλο να αναλάβει τον θρόνο και συνιστά στον Κωνσταντίνο να τον ενθαρρύνει να δεχτεί. Ο Παύλος αρνείται και ο Βενιζέλος αποφασίζει να αφήσει την επίλυση του ζητήματος για μετά τις εκλογές, που μετατίθενται για την 1η Νοεμβρίου, ορίζοντας προσωρινό αντιβασιλέα τον ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη.

Οι τελευταίες δέκα μέρες μέχρι τις εκλογές είναι εκρηκτικές! Οι υποστηρικτές της αντιπολίτευσης πληθαίνουν και καταλαμβάνονται από μανία υπέρ της επιστροφής του Κωνσταντίνου, ξεχύνονται στους δρόμους φωνάζοντας συνθήματα, προσκυνώντας φωτογραφίες του έκπτωτου και τραγουδώντας «του αητού ο γιος». Στα μέσα Οκτωβρίου, στο καφενείο Αθήναιον της Ομόνοιας συγκεντρωμένοι απότακτοι που προπαγάνδιζαν την επιστροφή του Κωνσταντίνου, επιτίθενται φραστικά εναντίον δύο αξιωματικών του φρουραρχείου. Κατά τη συμπλοκή μεταξύ τους, οι αξιωματικοί με επικεφαλής τον υπολοχαγό Α. Μεταξά, πυροβόλησαν και τραυμάτισαν θανάσιμα τον απότακτο λοχαγό Β. Βαλάκη, για να ξυλοκοπηθούν αγρίως, στη συνέχεια, από τους αντιβενιζελικούς.  Η κυβέρνηση καταγγέλλει μεθοδευμένες ενέργειες με στόχο την πρόκληση επεισοδίων και η αντιπολίτευση ισχυρίζεται πως η αστυνομία επιτίθεται στους διαδηλωτές χωρίς λόγο. Οικείο κι αυτό.
Οι πολιτικοί της Ελιάς κατηγορούνται, επίσης, από τους αντιπάλους τους για την επιβολή του ναυτικού αποκλεισμού πριν από μερικά χρόνια, που προκάλεσε πρόβλημα επισίτισης και τους θεωρούσαν υπεύθυνους, τόσο για τις θηριωδίες των Βουλγάρων στην Αν. Μακεδονία όσο και για υποκίνηση στάσεων στον ελληνικό στρατό κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Κατηγορούνται, δηλαδή, ότι σαμποτάρουν συνεχώς κάθε ενέργεια της κυβέρνησης μόνο για να κάνουν αντιπολίτευση!
Το βασικό, όμως, επιχείρημα των κυβερνητικών στις προεκλογικές τους ομιλίες, είναι πως, σε περίπτωση επικράτησης των αντιπάλων της, η υποστήριξη των συμμάχων θα αρθεί, με καταστροφικές για τη χώρα συνέπειες. Για το ζήτημα του βασιλιά δηλώνουν πως θα τακτοποιηθεί με τρόπο που αρμόζει στη διεθνή θέση της χώρας. Σαν να λέμε, η Ελλάδα είχε απόλυτη ανάγκη τους συμμάχους, ενώ εκείνοι θα τα κατάφερναν μια χαρά και χωρίς την Ελλάδα.

Ο Τύπος είναι επίσης διχασμένος. Λίγες μέρες πριν από τις εκλογές, η εφημερίδα «Ακρόπολις» παρακινεί: « Άσπρο στην Άγκυρα, μαύρο στην εληά» (Άγκυρα, το σύμβολο των βενιζελικών). Οι φιλοβενιζελικές εφημερίδες επαναλαμβάνουν τακτικά το επιχείρημα της κυβέρνησης πως η συμπαράσταση των συμμάχων παρέχει ασφάλεια, ώστε να τακτοποιηθούν χωρίς περισπασμούς και τα εσωτερικά ζητήματα που είχαν παραμεληθεί. Κατηγορούν δε την Ελιά ως αντιεθνικό μόρφωμα, κυρίως επειδή πολιτικοί αυτού του συνασπισμού ονόμαζαν τη Μ. Ασία αποικία και τη συνθήκη με τη Σερβία κουρελόχαρτο. Μπροστά στη Μ. Ιδέα των Βενιζελικών, η «Μικρά και έντιμος Ελλάς» της Ηνωμένης Αντιπολίτευσης φαντάζει οπισθοδρόμηση, όπως και η εμμονή τους στην επαναφορά του βασιλιά Κων/νου.
Ο συνασπισμός της αντιπολίτευσης, με τη σειρά του, διαβεβαιώνει δια του Τύπου τον λαό πως τα συμφέροντα των Βρετανών και των άλλων δυνάμεων δεν είναι δυνατόν να εξυπηρετηθούν αν απομονώσουν την Ελλάδα. Άρα, δεν υπήρχε κανένας φόβος και η ξενόδουλη κυβέρνηση απλά το αποκρύπτει. Μπλοφάρει! - Déjà-vu

Ο λαός αποφάσισε. Κάτω οι ξένοι, Ψωμί, Ελιά και Κώτσο βασιλιά! 
Οι Φιλελεύθεροι, αν και έλαβαν 1700 περίπου περισσότερες ψήφους, ηττήθηκαν στις εκλογές και ο Βενιζέλος δεν εξελέγη καν βουλευτής. Η Πηνελόπη Δέλτα τον συναντά δύο μέρες μετά τις εκλογές και καταγράφει τα λόγια που της είπε:
«Επλανήθηκα», μας είπε. «Ενόμιζα πως αλήθεια είχα το λαό μαζί μου, πως στο μεγάλο αυτό έργο που γίνηκε, με ακολουθούσε ο λαός. Επλανήθηκα ο λαός κουράστηκε, βαρέθηκε. Δεν κακίζω το λαό, του ζήτησα θυσίες μεγαλύτερες από τις δυνάμεις του. Εγώ δεν υπολόγισα καλά τις δυνάμεις του, τον παρέσυρα σε έργο πολύ βαρύ.
Είμαι συντριμμένος, δεν έχω πια δυνάμεις ν' αντιπαλαίσω' είχα σχηματίσει τ' όνειρο πως ο ελληνικός λαός μ' ακολουθεί στην κατάκτηση των ελληνικών μερών' μα ο ελληνικός λαός δε μ' ακολουθεί' πήγε διά της βίας... Του πήρα το παιδί του για πολλά χρόνια' δεν αντέχει πια στις θυσίες ο κουρασμένος λαός. Και δεν είναι αυτό το χειρότερο' το χειρότερο είναι που ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται. Προ 30 ετών υπήρχε ακόμη η Μεγάλη Ιδέα' τότε ακόμα ο κόσμος θα δέχουνταν τις μεγάλες θυσίες για τη Μεγάλη Πατρίδα. Σήμερα πια την παράτησε τη Μεγάλη Ιδέα. Το ξέρω πως η Ελλάδα κακοδιοικήθηκε' μα τους είπα πως τώρα που τελειώνουν τα εξωτερικά προβλήματα, θα στρέψω στα εσωτερικά. Το ξέρουν πως ποτέ δεν είπα ένα πράμα και δεν το έκανα' πίστευα πως θα μου δώσουν δυο μήνες για να κάνω και την εσωτερική αναδιοργάνωση. Μα δε με πίστωσαν με δυο μήνες, δε με πίστεψαν' ή δεν τους ενδιέφερε αρκετά το εξωτερικό ζήτημα ώστε να δεχθούν την προσωρινή κακή διοίκηση. Δεν τους μέλει' δεν καταλαβαίνουν οι αντίθετοι τι θα πει Σμύρνη! Ακούν Σμύρνη και σου λεν Σύρα, Μύκονος, και το βλέπουν ένα πράμα. Δε βλέπουν, δε βλέπουν τη σημασία της! Δε νιώθουν τι θα πει η κατάκτηση της Μικρασίας! Αυτό που είπαν μερικοί, «Μικρή Ελλάδα, αλλά τίμια», αυτό που έκανε ο Κουμουνδούρος, που έσχισε το χάρτη της Μεγάλης Ελλάδας, δεν ήταν λόγια, σκέψεις, καμώματα ενός ή δύο απάτριδων' είναι η ψυχολογία του λαού ολόκληρου. Δε ζητά μεγάλα όνειρα που να τα πραγματοποιήσει. Ζητά το σπίτι του να καλοδιοικείται, το παιδί του να γυρίσει πίσω, να φύγει από το στρατό.
Και ξέρετε; Έχω ταραγμένη τη συνείδηση' φέρω βαρειά ευθύνη απέναντι της ιστορίας, γιατί το μεγάλο αυτό έργο που επιδίωξα, χρειαζόταν μεγάλες θυσίες, περισσότερες, βαρύτερες από όσες μπορούσε να σηκώσει ο ελληνικός λαός. Δεν υπολόγισα σωστά, του παραφόρτωσα τους ώμους. Δε φταίγει ο λαός, φταίγω εγώ που δεν υπολόγισα σωστά ως πού παν οι δυνάμεις του και η αντοχή του. Και φέρω βαρειά την ευθύνη, γιατί ενώ τώρα τρέχει τον κίνδυνο να χάσει τα κερδισμένα αποτελέσματα, οι θυσίες θα μείνουν. 
Φεύγω όχι επειδή δειλιάζω' αλλά, όπως το είπα και πριν γίνουν οι εκλογές, αν με καταψηφίσει ο λαός, θα φύγω και θα αποσυρθώ από τον πολιτικό βίο. Είμαι συντριμμένος. Ο ελληνικός λαός κατεψήφισε την πολιτική μου. Ολόκληρη ιδεολογία κατακρημνίζεται, δεν έχω πια λόγο υπάρξεως εδώ, η διαμονή μου μόνο που θα δυσκολέψει το έργο της νέας Κυβερνήσεως. Και πρέπει να είναι ελευθέρα εντελώς για το δυσχερέστατο έργο της».

Στο άλλο στρατόπεδο, «Ανάσταση της Ελληνικής Ελευθερίας» χαρακτηρίζει η εφημερίδα «Αθήναι» τη νίκη της Ηνωμένης Αντιπολίτευσης.  Ο Βενιζέλος παραιτείται και ο Δ. Ράλλης καλείται από τον αντιβασιλέα Κουντουριώτη να αναλάβει πρωθυπουργός στις 4 Νοεμβρίου.

Η αντιπολίτευση συναντά τον πραγματικό κόσμο και ντύνεται κυβέρνηση.
Η νέα κυβέρνηση, εν μέσω πολέμου,  αποκαθιστά στρατιωτικούς, δικαστές και άλλους δημοσίους υπαλλήλους που είχαν απολυθεί από την κυβέρνηση Βενιζέλου, αμνηστεύει τα πολιτικά αδικήματα της προηγούμενης περιόδου και απελευθερώνει τον Τύπο. Στην εξωτερική πολιτική ακολουθεί το πρόγραμμα που είχε χαράξει ο Βενιζέλος, μόνο που τώρα οι σύμμαχοι δεν είναι ευχαριστημένοι. Η νέα κυβέρνηση, μολονότι είχε δηλώσει πως με τα αποτελέσματα των εκλογών ο λαός απεφάνθη σχετικά με τον ποιον επιθυμεί στον θρόνο και ήδη διενεργεί τις κυβερνητικές ενέργειες στο όνομα του Βασιλέως της Ελλάδος Κωνσταντίνου, αποφασίζει και τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος!
Στο δημοψήφισμα της 22ας Νοεμβρίου του 1920, από το οποίο απέχουν οι Φιλελεύθεροι, το 98% των Ελλήνων (!) ψήφισε υπέρ της επιστροφής του Κωνσταντίνου, μολονότι την προηγούμενη ημέρα οι Σύμμαχοι είχαν ανακοινώσει πως θα θεωρούσαν την επιστροφή του έκπτωτου βασιλιά ως πράξη εχθρική, ενώ οι φήμες για αναθεώρηση της συνθήκης των Σεβρών οργιάζουν. Η πίστωση προς την Ελλάδα αναστέλλεται και οι συμμαχικές δυνάμεις, προκειμένου να ανακόψουν τα επεκτατικά σχέδια της Γερμανίας προς ανατολάς, στρέφουν το ενδιαφέρον τους προς την Τουρκία. Ο βασιλιάς, που έχει εντωμεταξύ επιστρέψει, δηλώνει σε συνεντεύξεις του στον ευρωπαϊκό τύπο πως η στάση των συμμάχων οφείλεται σε παρεξήγηση!

Σαράντα μόλις μέρες μετά τον εκλογικό θρίαμβο, η Ηνωμένη Αντιπολίτευση με το σήμα της ελιάς, δέχεται κριτική ακόμα και από τους φανατικούς της φίλους. Η εφημερίδα «Πολιτεία», που ολόψυχα είχε συσστρατευτεί στον αγώνα εναντίον του Βενιζέλου, τώρα αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο που έχει προκύψει για τη χώρα και διαπιστώνει την απραξία τόσο του βασιλιά όσο και της κυβέρνησης. Οι επικεφαλής των κομμάτων του συνασπισμού ανταγωνίζονται για την πρωτοκαθεδρία και ο Δημ. Ράλλης κρίνεται ανεπαρκής για τις διαπραγματεύσεις με τους συμμάχους. «εδείκνυεν άνθρωπον, όν απέλιπεν το θάρρος» γράφει η φιλοκυβερνητική «Αστραπή» στις 23/1/1921. Οι συνεχείς διαφωνίες ανάμεσα στους συνασπισμένους, οδηγούν σε ανασχηματισμό και αναλαμβάνει καθήκοντα πρωθυπουργού ο Νικόλαος Καλογερόπουλος, μέλος του Λαϊκού Κόμματος. Η κυβέρνηση καλλιεργεί την προσδοκία πως η οποιαδήποτε τροποποίηση στη Συνθήκη των Σεβρών, οπωσδήποτε θα αποβεί προς όφελος της Ελλάδας, διότι θα διευκολύνει την ειρήνευση με την Τουρκία και θα επιτρέψει στο ελληνικό στρατό να κινηθεί χωρίς τους προηγούμενους περιορισμούς.

Εντωμεταξύ, στη μικρά Ασία η εκστρατεία συνεχίζεται και ο ελληνικός στρατός θριαμβεύει. Οι σύμμαχοι, όμως, αποφασίζουν την αναθεώρηση της Συνθήκης των Σεβρών και την αποστολή διασυμμαχικής αποστολής στη Μ. Ασία και τη Θράκη, για να εξακριβώσει την εθνολογική σύσταση των περιοχών. Αυτή η ενέργεια ουσιαστικά θέτει υπό αμφισβήτηση τις αποφάσεις της Συνθήκης, σύμφωνα με την οποία τα εδάφη αυτά θα αποδίδονταν στην Ελλάδα, ξαφνιάζει την ελληνική κυβέρνηση και τη φέρνει σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, εφόσον με την απόφαση αυτή, η Ελλάδα και η Τουρκία θα πρέπει να τα βρουν μεταξύ τους. Η προεκλογική διαβεβαίωση πως οι σύμμαχοι θα ήταν αδύνατον να μην υποστηρίξουν το συμφέρον της Ελλάδας, διότι τάχα από αυτό εξαρτάται και το δικό τους, κατέρρευσε!
 Οι βενιζελικές εφημερίδες (η «Πατρίς», ο «Ελεύθερος Τύπος» κ.α.) γράφουν πως, ουσιαστικά, η υπόθεση της Σμύρνης έχει χαθεί και η Θράκη μετά βίας σώζεται. Τα δημοσιεύματα αυτά θορυβούν μέρος του κυβερνητικού Τύπου, που ανησυχεί τώρα για την διασάλευση της τάξης, όπως κάποτε ανησυχούσε ο Βενιζέλος, και ζητά από την κυβέρνηση να εφαρμόσει, έστω και ήπια, λογοκρισία! «Να εγκαθιδρυθεί η προληπτική λογοκρισία, η οποία θα μας απαλλάξει από τα καθημερινά διαγγέλματα του κ. Βενιζέλου προς τον λαόν, όστις τον ελάκτισεν, εν πλήρη γνώσει ότι λακτίζει έναν τύραννο και έναν αδικητήν. Θα μας απαλλάξει από όλας τας ανατρεπτικάς προπαγάνδας του κ. Βενιζέλου».(Πρωτεύουσα, 18Φεβ 1921)

Ο θρίαμβος μετατρέπεται σε όλεθρο! 
Η αλλαγή της στάσης των Συμμάχων ενδυνάμωσε τον Κεμάλ και δημιούργησε ανασφάλεια στην ελληνική μεριά. Οι Γάλλοι προσπαθώντας να προωθήσουν τα δικά τους συμφέροντα στην περιοχή, προλαβαίνοντας τους Άγγλους, θα υπογράψουν με την Τουρκία το Σύμφωνο της Άγκυρας, εξασφαλίζοντας πώληση όπλων στον στρατό του Κεμάλ και διάφορες οικονομικές απολαβές στην περιοχή, με αντάλλαγμα την Κιλικία. Παρόμοια συμφωνία κάνει ο Κεμάλ και με την Ιταλία. Η Αγγλία έχει επίσης το βλέμμα της στραμμένο στην Τουρκία, αλλά δεν την υποστηρίζει ανοιχτά ούτε συμφωνεί με την απομάκρυνση των ελληνικών στρατευμάτων. Οι ΗΠΑ δεν αναμειγνύονται προς το παρόν  και η Σοβιετική Ένωση είχε υπογράψει Σύμφωνο Φιλίας με τον Κεμάλ ήδη από τον Μάρτιο. Η κάθε χώρα, όπως γίνεται από αρχαιοτάτων χρόνων, φροντίζει για το συμφέρον της! Εκτός από μία.
Η Ελλάδα, ενώ είναι πλέον ολομόναχη και με μία ευνοϊκή Συνθήκη Ειρήνης να μένει στα χαρτιά, είναι αναγκασμένη να συνεχίσει τον πόλεμο. Με πρωτοβουλία του Γούναρη, που δεν μπορεί πλέον να πάει κόντρα στην πατριωτική φρενίτιδα που έχει καταλάβει τον λαό, κλιμακώνει τις πολεμικές επιχειρήσεις, μολονότι προεκλογικά είχε ταχθεί υπέρ της λήξης του πολέμου και της ειρηνικής επίλυσης του προβλήματος. Ο ελληνικός στρατός θα συρθεί ως τον Σαγγάριο ποταμό και μετά από πολύνεκρη μάχη θα επιστρέψει στις αρχικές του θέσεις. Ο Γούναρης απελπισμένος ζητά ανεπιτυχώς τη διαμεσολάβηση των ξένων Δυνάμεων για την επίτευξη συμβιβασμού με την Τουρκία. Η προσπάθεια δανεισμού απέβη εξίσου άκαρπη και τότε η άλλοτε φιλολαϊκή κυβέρνηση αναγκάζεται, τον Μάρτιο του 1922, να συνάψει εσωτερικό, αναγκαστικό δάνειο διχοτομώντας το νόμισμα. Οι Έλληνες χάνουν σε μία μέρα το 50% των χρημάτων τους ενώ εξακολουθούν να θρηνούν θύματα στη Μ. Ασία, με αποκορύφωμα την καταστροφή στο Αφιόν Καραχισάρ και την πυρπόληση της Σμύρνης τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς. Επτακόσιες χιλιάδες νεκροί και πάνω από ένα εκατομμύριο διωγμένοι από τα σπίτια τους.

«Πριν από το αποτέλεσμα πιστεύουμε σε άλλες αιτίες από εκείνες στις οποίες πιστεύουμε μετά το αποτέλεσμα» - Fr. Nietzsche
Τα αποτελέσματα είναι γνωστά. Η Ελλάδα βρέθηκε απομονωμένη, οικονομικά κατεστραμμένη, με το ηθικό καταρρακωμένο να υποδέχεται το 1922 τους πρόσφυγες από τα χαμένα εδάφη. Οι συνταγματάρχες Πλαστήρας και Γονατάς και ο αντιπλοίαρχος Φωκάς επαναστατούν και απαιτούν την απομάκρυνση του Κωνσταντίνου και την ενίσχυση των στρατιωτικών δυνάμεων στη Θράκη. Ο βασιλιάς παραιτείται υπέρ του διαδόχου του Γεωργίου και εκείνοι που κρίθηκαν υπεύθυνοι για την καταστροφή της Μ. Ασίας εκτελέσθηκαν: Ο Δ. Γούναρης, ο αρχηγός του Λαϊκού κόμματος και επικεφαλής της Ηνωμένης Αντιπολίτευσης που έριξε τον Βενιζέλο, ο Ν. Θεοτόκης, μέλος της αντιβενιζελικής παράταξης, ο Π. Πρωτοπαπαδάκης, στέλεχος του Λαϊκού Κόμματος, ο πρωθυπουργός που επινόησε τη διχοτόμηση του χαρτονομίσματος, ο Νικ. Στράτος, ιδρυτής του Εθνικού Συντηρητικού Κόμματος, ο Γ. Μπαλτατζής, στέλεχος στο Νεωτεριστικό κόμμα του Γ. Θεοτόκη, και ο στρατηγός Χατζηανέστης.

Η ελληνική «κοινή γνώμη», σε μία ιδιαιτέρως κρίσιμη στιγμή της ιστορίας της Ελλάδας, ακολούθησε τις επιταγές του συναισθήματος. Εάν είχαν αντίρρηση με την πολιτική του Βενιζέλου, είχαν κάθε δικαίωμα να τον καταψηφίσουν. Είχαν όμως και την υποχρέωση να μελετήσουν προσεκτικά τις συνθήκες και να επιλέξουν την κατάλληλη ώρα για μία τέτοια αλλαγή. Οι σειρήνες της αντιπολίτευσης, που όπως αποδείχθηκε δεν είχε κανένα σχέδιο για την αντιμετώπιση των ζητημάτων της εξωτερικής πολιτικής (ούτε και στα εσωτερικά παρουσιάστηκε κάποια πρόοδος), παρέσυραν τους κουρασμένους πράγματι ψηφοφόρους σε καταστάσεις ακόμα χειρότερες, για τις οποίες θα πλήρωναν με χρήμα και πόνο και οι επόμενες γενιές.
Όπως παρατήρησε ο Πουανκαρέ, όταν ένα σύστημα πεπερασμένης ενέργειας παραμένει περιορισμένο σε έναν πεπερασμένο όγκο, μετά από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, επιστρέφει στην αρχική του κατάσταση.  Η ενέργεια των παππούδων μας, των γονιών μας και η δική μας δεν βρήκε διέξοδο σε έργα δημιουργικά, αντάξια ελεύθερων ανθρώπων. Παρέμεινε εγκλωβισμένη να στροβιλίζεται στα βουλευτικά γραφεία, στις δημόσιες υπηρεσίες και σε ιδεολογήματα που εχθρεύονται την πραγματικότητα. Νομοτελειακά, η ενέργεια αυτή επανέρχεται ξανά και ξανά στην αρχική της κατάσταση. Κι είμαστε πάλι εδώ, να πρέπει να αποφασίσουμε ανάμεσα στο κακό και το χειρότερο, τείνοντας απερίσκεπτα προς το δεύτερο. Έτοιμοι να ζήσουμε, υπό άλλες συνθήκες, την ίδια ζωή και καταδικασμένοι από την επιπολαιότητά μας να καταριόμαστε για πάντα τον δαίμονα που απλώς βάζει τον καθρέφτη μπροστά στη μούρη μας.

Αυτοί, εμείς και οι επόμενοι.
 «Όσοι δεν μεταβούν αύριο να λάβουν την υπέρτατη, θεία ευχαρίστηση να μαυρίσουν τους τυράννους δεν είναι Έλληνες πολίτες. Είναι ανάξιοι ελευθερίας και δεν έχουν κανένα δικαίωμα να λέγονται άνθρωποι» έγραφαν στις εφημερίδες οι οπαδοί της αντιπολίτευσης που θα έσωζε τη χώρα. (Αθηναϊκή, παραμονή εκλογών 1920). Ποιήματα γεμάτα ενθουσιασμό στην «εφ. Αστραπή»: «Σας το λέγουν οι αιώνες πως ξεσκίζουν τη σκλαβιά, με σφαιρίδι στην ελιά, θ’ανατείλει η λευτεριά στο χωριό του βασιλιά», φούσκωναν τι καρδιές των απελπισμένων με αστήρικτες ελπίδες.
Ώσπου ήρθε η μέρα που τα προηγούμενα φάνταζαν παράδεισος μπροστά στα επόμενα:
«... τη συμφορά εφέρατε στη χώρα και τη θλίψη / κι αν είχε ο φτωχός λαός ολίγο χρήμα κρύψει / τ’αρπάξατε, το κόψατε σε δύο ίσα μέρη / και το μισό το πήρατε με το στανιό στο χέρι / Γιατί; για να χορτάσετε εκείνη την ομάδα / που ταπεινώνει σήμερα την ένδοξη Ελλάδα» (Ασμοδαίος του Καΐρου, 10 Σεπ. 1922)

Φυσικά, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πώς θα είχε εξελιχθεί η κατάσταση αν δεν είχε συμβεί η ανατροπή του 1920. Γνωρίζουμε όμως τι συνέβη! Γνωρίζουμε ότι η εξωτερική πολιτική δεν είναι πρόσφορο πεδίο επίδειξης παιδαριώδους ηρωισμού. Θέλει προσοχή, θέλει πονηριά και ψυχραιμία. Είναι εύκολο για ένα κόμμα της αντιπολίτευσης να ξεστομίζει μεγάλα και ηρωικά λόγια: «Θα τους πείσουμε να κάνουν ετούτο», «θα τους αναγκάσουμε να κάνουν το άλλο» ή αστήρικτες προβλέψεις: «είναι αδύνατον να μην....», «δεν θα τολμήσουν να...». Όλα είναι δυνατά σε αυτόν τον κόσμο και η πιθανότητα να εμφανιστεί η μαϊμού με το θανάσιμο δάγκωμα δεν μπορεί να αγνοηθεί. Ό, τι κι αν αποφασίσουμε για τη χώρα μας, για το μέλλον όλων όσων ζουν και θα ζήσουν σε αυτή, μπορεί να αποδειχθεί σωστό ή λάθος. Ας μειώσουμε όμως, όσο μπορούμε τις πιθανότητες αποφεύγοντας τα λάθη που έχουν ήδη συμβεί. Όπως και στην καθημερινή ζωή, οι πιο σωστές αποφάσεις είναι συνήθως εκείνες στις οποίες καταλήγουμε απρόθυμα, επειδή δεν ικανοποιούν το συναίσθημα. Αποφάσεις που θα επιτρέψουν σε μία επόμενη γενιά να νιώσει ευτυχής όταν θα κληθεί να βιώσει τη δική της επανάληψη. Και όταν ο δαίμονας θα της αποκαλύψει πως την πολιτική ζωή που καθιερώσαμε εμείς θα πρέπει να τη ξαναζεί ολόιδια ως το τέλος του χρόνου, ευλογώντας το όνομά μας θα του πει χαμογελώντας: «Είσαι θεός˙ ποτέ μου δεν άκουσα τόσο θείο λόγο!»