Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2013

Βάδισε ο Μαχάτμα Γκάντι στον δρόμο του Σωκράτη;


«Σήμερα ο κόσμος τιμά τη μνήμη του Σωκράτη, του οποίου η διδασκαλία έχει ωφελήσει εκατομμύρια ανθρώπους. Οι κατήγοροι και οι δικαστές του έχουν καταδικαστεί από τον κόσμο, ο Σωκράτης έχει κατακτήσει την αθανασία και η Ελλάδα χαίρει μεγάλης εκτίμησης εξαιτίας αυτού και άλλων σαν αυτόν.....Έχουμε πολλά για τα οποία πρέπει να αγωνιστούμε, όχι μόνο στη Ν. Αφρική, αλλά και στην Ινδία. Μόνο όταν πετύχουμε σε αυτό το έργο μπορεί η Ινδία να απαλλαγεί από τις πολλές τις θλίψεις. Πρέπει να μάθουμε να ζούμε και να πεθαίνουμε όπως ο Σωκράτης. Ήταν, άλλωστε, ένας μεγάλος Satyagrahai (αυτός που αναζητά και προσκολλάται στην αλήθεια). Υιοθέτησε την Satyagraha κόντρα στους ίδιους τους συμπολίτες του. Ως αποτέλεσμα, οι Έλληνες έγιναν ένας σπουδαίος λαός.  
Εάν, από δειλία ή φόβο ατίμωσης ή θανάτου, αποτύχουμε να συνειδητοποιήσουμε ή να εξετάσουμε τις αδυναμίες μας και αποτύχουμε να τραβήξουμε την προσοχή του κόσμου σε αυτές, δεν θα προσφέρουμε τίποτα καλό στον σκοπό της Ινδίας, ανεξαρτήτως του αριθμού των εξωτερικών μέτρων που μπορεί να υιοθετήσουμε και παρά τις συνεδριάσεις του Κογκρέσου που μπορεί να συγκαλέσουμε, ακόμα και αν γίνουμε εξτρεμιστές..... Όταν η ασθένεια διαγνωσθεί και αποκαλυφθεί η φύση της δημόσια και όταν μέσω των ορθών μέτρων, το σώμα (πολιτική) της Ινδίας θεραπευθεί και καθαριστεί μέσα κι έξω, θα αποκτήσει ανοσία στα μικρόβια της νόσου, δηλαδή, στην καταπίεση από τη Βρετανία και άλλους. Αν, όμως, το ίδιο το σώμα είναι σε κατάσταση αποσύνθεσης, τότε, αν καταστρέψουμε ένα είδος μικροβίων, θα δεχτεί επίθεση από κάποιο άλλο είδος και αυτό θα καταστρέψει το ίδιο το σώμα της Ινδίας.»
Ο Γκάντι παρουσιάζει με αυτά τα λόγια τη μετάφραση της Απολογίας του Σωκράτη, με τίτλο  Η ιστορία ενός στρατιώτη της αλήθειας, καθώς θεωρεί τον Σωκράτη τον πρώτο μαχητή της ειρηνικής διαμαρτυρίας. Η ειρηνική διαμαρτυρία είναι για τον Γκάντι η αντίσταση των δυνατών, αυτών που, ενώ έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν βία, επιλέγουν να μην το κάνουν και κερδίζουν τον αντίπαλο με την δύναμη του πνεύματός τους. Τους ονομάζει στρατιώτες της αλήθειας. Η ομοιότητά του με τον Σωκράτη έγκειται στο ότι και οι δύο είχαν αφιερώσει τη ζωή τους στην αναζήτηση και υπεράσπιση της αλήθειας με κίνδυνο τη ζωή τους. Και οι δύο δέχτηκαν πρόθυμα τον θάνατο, αρνούμενοι να την προδώσουν.
Μία δεύτερη ομοιότητα του Γκάντι με τον Σωκράτη είναι η πεποίθηση πως ένας σοφός άνθρωπος ποτέ δεν πρόκειται να γνωρίσει την απόλυτη αλήθεια, αλλά το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να πειραματίζεται με αυτή. Ο τρόπος του Σωκράτη ήταν η μαιευτική μέθοδος, οι ερωτήσεις με τις οποίες «ανάγκαζε» τους συνομιλητές του να ανακαλύψουν την αλήθεια που είχαν μέσα τους.  Και ο Σωκράτης αφιέρωσε τη ζωή του στο ταξίδι της αναζήτησης της αλήθειας, σε τέτοιο βαθμό, ώστε του έμεινε χρόνος να ασχοληθεί με οτιδήποτε άλλο: «Υπηρετώντας τον θεό, κατέληξα πάμπτωχος» (Απολ. 23c).
Κι εδώ φτάνουμε στην τρίτη ομοιότητα: Και οι δύο αντιλαμβάνονται τον θεό έξω από τις καθιερωμένες θρησκευτικές δοξασίες του περιβάλλοντός τους και συνδέουν την ευσέβεια με τη φτώχια. Είναι γνωστό πως ο Σωκράτης ζούσε με ελάχιστους πόρους, ήταν λιτοδίαιτος και εξαιρετικά εγκρατής στο ποτό, μολονότι συμμετείχε σε συμπόσια. Ο έλεγχος επάνω στις σωματικές ανάγκες ήταν παράγοντας ευδαιμονίας. Ο Γκάντι ακολούθησε τον ίδιο δρόμο, θεωρώντας την εγκράτεια μεγάλη αρετή, ειδικά για κάποιον που αναλαμβάνει πολιτική ηγεσία. Ο Σωκράτης δεν δεχόταν αμοιβή για την διδασκαλία του και ο Γκάντι αρνήθηκε πολλές φορές δώρα από τους οπαδούς του. Και οι δύο μοιάζουν καταπληκτικά με τους φύλακες στην πολιτεία του Πλάτωνα.
Ωστόσο, πίσω από αυτές τις ομοιότητες, υπάρχουν σημαντικές διαφορές. Η τοποθέτηση του Σωκράτη στη χορεία των ειρηνιστών είναι ασφαλώς παρακινδυνευμένη. Ο Σωκράτης πολέμησε για την Αθήνα, όποτε εκλήθη να το κάνει και μιλά με υπερηφάνεια για την υπηρεσία του αυτή. Η ειρηνική του στάση απέναντι στην αδικία που υπέστη από τους συμπολίτες του, οφείλεται στην επιθυμία του να μείνει πιστός στους νόμους, όπως αυτοί έχουν θεσπιστεί σε μια δημοκρατική πόλη και όχι στην πρόθεσή του να εισηγηθεί ένα φιλειρηνικό κίνημα. Θεωρούσε πως ο ενάρετος άνθρωπος δεν πρέπει να αδικεί, ακόμα κι όταν αδικείται και πως είναι προτιμότερο να είσαι ο αδικημένος παρά ο αδικών. Το να μην διαπράξει κάποιος αδικία είναι τελείως διαφορετικό από τη διάπραξη μια δίκαιης, έστω και βίαιης πράξης. Ο Σωκράτης υπηρέτησε την ιδέα του «συλλογικού» καλού της δημοκρατικής κοινότητας και της δικαιοσύνης. Όχι κάποια ιδέα περί παγκόσμιας ειρήνης.
Αντιθέτως, ο Γκάντι δεν αποδέχεται τη φυσική βία για κανέναν λόγο, δίκαιο ή άδικο. Είναι χαρακτηριστική η δήλωση που έκανε προς το βρετανικό κοινό το 1940: « Θέλω να καταθέσετε τα όπλα σας, ως άχρηστα να σώσουν εσάς ή την ανθρωπότητα. Θα προσκαλέσετε τον κύριο Hitler και τον κύριο Mussolini να πάρουν αυτό που θέλουν από τις χώρες που αποκαλείτε ιδιοκτησία σας.....αν αυτοί οι κύριοι αποφασίσουν να καταλάβουν τα σπίτια σας, θα τα εγκαταλείψετε. Αν δεν σας επιτρέψουν να βγείτε, θα παραδώσετε τους εαυτούς σας, άντρες, γυναίκες και παιδιά, στη σφαγή, αλλά θα αρνηθείτε να δηλώσετε υποταγή σε αυτούς» (S. Wolpert, Gandhi's passion: the life and legacy of Mahatma Gandhi. Oxford University Press, 2002. σ. 197)
Επίσης, ενώ ο Γκάντι έταξε τη ζωή του στην υπεράσπιση των φτωχών και των αδυνάμων, ο Σωκράτης δεν έδειξε κάποιο ενδιαφέρον για αυτό το ζήτημα. Τον απασχολούσε περισσότερο η εύρυθμη λειτουργία της δημοκρατίας και η αφύπνιση των πολιτών σχετικά με τις δυσλειτουργίες που είχαν εμφανιστεί. Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τους δικαστές και τους κατηγόρους του στην Απολογία, είναι αποκαλυπτικός της αγωνίας του αυτής. Από την φιλοσοφία του Σωκράτη, μόνο έμμεσα θα μπορούσε να ωφεληθεί η τάξη των φτωχών και των αδικημένων, αν η πολιτεία αποκαθιστούσε τη Δημοκρατία στην υγιή της μορφή, προάγοντας την αρετή, η οποία «φέρνει και τα υλικά και όσα άλλα αγαθά, ιδιωτικά και δημόσια, μπορεί να απολαύσει ο άνθρωπος» (Απολ. 30b).
Ο Γκάντι, από την άλλη, είχε ταυτίσει την υπηρεσία προς τους φτωχούς με την ίδια την αλήθεια και τη θεωρούσε αυτοσκοπό. Το σχόλιό του πως ο Σωκράτης με τη διδασκαλία του ξεσκεπάζει αυτούς που εκμεταλλεύονται τους συνανθρώπους τους, είναι μάλλον τραβηγμένο. Ακόμα και στον διάλογο με τον δούλο (Μένων), όπου ο Σωκράτης καταρρίπτει το βασικό επιχείρημα υπέρ της κατωτερότητας των δούλων, τη στιγμή που ένας δούλος κατορθώνει να οδηγήσει τη σκέψη του σε ένα μαθηματικό θεώρημα, στην πραγματικότητα δεν καταφέρεται εναντίον του ίδιου του θεσμού της δουλείας ούτε φαίνεται να παρουσιάζει την εκμετάλλευση ως χαρακτηριστικό καταπίεσης. Πολύ δε περισσότερο, δεν προτίθεται να ηγηθεί κάποιου κινήματος υπέρ αυτών ή άλλων αναξιοπαθούντων. 
Ο Σωκράτης και ο Γκάντι ήταν δυο άνθρωποι που επηρέασαν το κόσμο με την ιδεολογία τους, και κυρίως με τη συνέπειά τους. Έζησαν σε διαφορετικούς τόπους, σε διαφορετικό χρόνο και εισηγήθηκαν διαφορετικές πρακτικές, που συμβαίνει να παρουσιάζουν, απλώς, κάποιες ομοιότητες, υπηρετώντας όμως, διαφορετικές αξίες και θέτοντας διαφορετικούς στόχους. Και παρά τις ουσιαστικές διαφορετικές τους, ο Γκάντι ανταποκρίνεται σε αυτή τουλάχιστον την αρχή του Σωκράτη:
«Εκεί που έχει τάξει ο καθένας τον εαυτό του, είτε επειδή θεωρεί ότι αυτό έχει μεγαλύτερη αξία, είτε επειδή υπακούει στον αρχηγό, εκεί πρέπει, έτσι τουλάχιστον πιστεύω, να μείνει χωρίς να υπολογίζει τους κινδύνους, ούτε τον θάνατο ούτε τίποτε άλλο, παρά μόνο την ντροπή» (Απολ. 28d)

Αθηνά Ταρλά

ΠΗΓΕΣ: democratic-individuality.blogspot.gr, hellenicleaders.com, Kathryn Tidrick, Gandhi: A Political and Spiritual Life 2006, Πλάτων, Η δίκη του Σωκράτη, Ωκεανίδα 2007.