Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Η Πορεία της Αυτοκρατορίας – Πώς ζωγράφισε ο Thomas Cole την κυκλική διαδρομή της ιστορίας

Sic transit gloria mundi - (Έτσι περνάει η δόξα η κόσμου)

Ο Thomas Cole δημιούργησε μια σειρά από πέντε πίνακες σε διάστημα τριών ετών (1833-1836), αποτυπώνοντας στον καμβά τα στάδια των πολιτισμού στο διάβα της ιστορίας. Το ίδιο τοπίο παρουσιάζεται από διαφορετική οπτική γωνία, αναδιαμορφωμένο ανάλογα με τις αλλαγές που επισυμβαίνουν σε κάθε στάδιο, δημιουργώντας την ιστορία της ανόδου και της πτώσης μιας αυτοκρατορίας.




Η Άγρια Κατάσταση ( The Savage State)
Ο Cole επιλέγει να πρωτοεμφανίσει την πολιτεία μια συννεφιασμένη μέρα, ακριβώς στο πρώτο χάραγμα της μέρας. Ο πυρήνας της πολιτείας, στα δεξιά, είναι ένας καταυλισμός, που αχνοφαίνεται στο ημίφως και παραπέμπει στις ινδιάνικες κοινωνίες της Αμερικής. Στα αριστερά, ένας κυνηγός δρασκελίζει το μονοπάτι, καθώς ακολουθεί βιαστικά ένα ελάφι. Η μεγάλη έμφαση στις γραμμές των βράχων, η ολιγάριθμη κοινότητα και η σκοτεινιά, προκαλούν ένα αίσθημα αγριότητας και ανασφάλειας.



Η Αρκαδική ή Ποιμενική Κατάσταση (Arcadian or Pastoral State)
Πρόκειται για μια εξιδανικευμένη αρχαϊκή ελληνική κοινωνία.
Η οπτική γωνία έχει μετατοπιστεί αρκετά μέτρα πιο πίσω, δεξιότερα και λίγο πιο ψηλά. Μια ανοιξιάτικη μέρα στο ίδιο μέρος, αιώνες αργότερα η φύση έχει εξημερωθεί. Η άγρια βλάστηση έχει αντικατασταθεί από εκτάσεις έτοιμες να καλλιεργηθούν. Οι έντονες αντιθέσεις από την φωτοσκίαση έχουν υποχωρήσει και κυριαρχεί το πράσινο.
Η κινητικότητα είναι εντυπωσιακή: άνθρωποι παντού, οργώνουν, ταξιδεύουν με κανό, ναυπηγούν πλοιάρια, βόσκουν κοπάδια ή απλώς χορεύουν. Ένας ηλικιωμένος χαράζει γεωμετρικά σχέδια στο έδαφος, ενώ αριστερά, ένα αγόρι ζωγραφίζει στη γέφυρα τη μορφή μιας γυναίκας. Η κοινωνία αυτή βρίσκεται ήδη στον δρόμο της επιστήμης και της τέχνης. Ο μεγαλιθικός ναός στο βάθος με τους καπνούς, υποδηλώνει την τέλεση θυσιών και ο κομμένος κορμός ενός δέντρου, κάτω δεξιά, μας προετοιμάζει για την καταστροφή που έρχεται.



Η Ολοκλήρωση της Αυτοκρατορίας (The Consummation of Empire)
Τώρα, ο ζωγράφος «στέκεται» περίπου εκεί που στον πρώτο πίνακα υπήρχε ο καταυλισμός. Και οι δύο πλευρές του ποταμού είναι γεμάτες με μαρμάρινες κιονοστοιχίες, ενώ ο μεγαλιθικός ναός έχει μετατραπεί σε ένα τεράστιο θολωτό κτήριο δωρικού τύπου, που επιβάλλεται στο τοπίο. Οι παραστάσεις στα ανάγλυφα του κτηρίου έχουν ως θέμα το κυνήγι, που μας θυμίζει την άγρια ζωή του πρώτου πίνακα. Η μέρα είναι φωτεινή, καλοκαιρινή και ο ορίζοντας καθαρός.
Στις εκβολές του ποταμού δεσπόζουν δύο φάροι, και πάμπολλα πλοιάρια πλέουν προς τα ανοιχτά της θάλασσας, υποδηλώνοντας αυξημένη δραστηριότητα. Ένα χαρούμενο πλήθος στα μπαλκόνια παρακολουθεί την έλευση ενός βασιλιά ή νικηφόρου στρατάρχη, σε μια θριαμβευτική πομπή πάνω στη γέφυρα που ενώνει τις δύο όχθες. Σε πρώτο πλάνο, φρέσκο νερό αναβλύζει από ένα σιντριβάνι. Ο άνθρωπος έχει επιβληθεί πλήρως στο περιβάλλον. Η απεικόνιση είναι εμπνευσμένη από την ένδοξη εποχή της Ρώμης.




Η Καταστροφή της Αυτοκρατορίας (The Destruction of Empire)
Ο τέταρτος πίνακας μοιάζει πάρα πολύ με τον πρώτο, με τη διαφορά πως η οπτική γωνία έχει μετακινηθεί λίγο πιο πίσω και σχεδόν στο κέντρο του ποταμού. Η πόλη λεηλατείται βάναυσα, κατά τη διάρκεια μιας ισχυρής καταιγίδας. Οι εισβολείς πυρπολούν τα κτίρια, βιάζουν και σκοτώνουν τους κατοίκους. Η μεγάλη γέφυρα έχει καταστραφεί και το πρόχειρο κατασκεύασμα που την αντικατέστησε λυγίζει από το βάρος των στρατιωτών και των προσφύγων. Οι μαρμάρινες κολώνες έχουν αποκοπεί και σε πρώτο πλάνο, το άγαλμα ενός ήρωα έχει αποκεφαλιστεί βηματίζοντας πλέον προς ένα αβέβαιο μέλλον, όπως ακριβώς ο κυνηγός του πρώτου πίνακα. Η δράση που απεικονίζεται είναι, πιθανόν, εμπνευσμένη από τη λεηλασία της Ρώμης από τους Βανδάλους το 455.




  
Η Ερήμωση (Desolation)
Στον τελευταίο πίνακα, το τοπίο έχει αρχίσει να επιστρέφει στην άγρια κατάσταση από την οποία ξεκίνησε. Δεν υπάρχουν καθόλου άνθρωποι, παρά μόνο τα απομεινάρια των έργων τους, που ξεπροβάλλουν ανάμεσα στους θάμνους: οι κατεστραμμένοι φάροι, οι βάσεις της γέφυρας και κομμάτια από τις κολώνες. Η κολώνα μπροστά έχει μετατραπεί σε καταφύγιο των πουλιών και το ελάφι που υπήρξε το θήραμα του κυνηγού στον πρώτο πίνακα και μια πέτρινη μορφή στη ζωοφόρο του θολωτού κτηρίου στον  τρίτο πίνακα, απολαμβάνει τώρα ελεύθερο το τοπίο.
Η εποχή της ερήμωσης αποτυπώνεται με τα μουντά χρώματα του ουρανού, την ώρα που το φεγγάρι ξεπροβάλλει ανάμεσα στα σύννεφα, σε αντίθεση με την πρωτόγονη εποχή που ήταν ντυμένη με τα απαλά χρώματα της χαραυγής. Η πορεία από την ανατολή του ήλιου ως την εμφάνιση της σελήνης ολοκληρώθηκε και αναμένει την επόμενη χαραυγή.

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

Πίνακες ζωγραφισμένοι με το στόμα

Η "Ένωση Ζωραφική με το Στόμα και το Πόδι" ιδρύθηκε από καλλιτέχνες χωρίς χέρια, με στόχο την αυτοσυντήρησή τους και την ενθάρρυνση και άλλων ατόμων με αναπηρίες. Κάθε χρόνο πωλούν αναπαραγωγή των έργων τους σε κάρτες και ημερολόγια.

 Οι πίνακες που ακολουθούν είναι ζωγραφισμένοι με το στόμα.







Σοκάκι στην Ξάνθη, του Τριαντάφυλλου Ηλιάδη



Μπουκέτο. , του Μέι Σατ


Φθινοπωρινές διαδρομές, του Μάριο Μάζκα




Κυνηγοί, του Ρόναλντ Τάμπορ




ΠΙΚ ΝΙΚ, του Μάριο Μάζκα




Οι φίλοι του χειμώνα, της Ρόζμαρι Βέμπερ



ΖΩΣΠ, Λουκάρεως 31, 11475 Αθήνα, τηλ. 2106452947

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

Μια παραβολή για το Δημόσιο

Ένας κτηματίας, βγαίνει το πρωί να βρει εργάτες για το αμπέλι του. Βρίσκει μερικούς, συμφωνούν να τους πληρώσει ένα δηνάριο μεροκάματο και τους στέλνει στον αμπελώνα να εργαστούν. Λίγες ώρες μετά, πηγαίνει πάλι και βλέπει κι άλλους εργάτες που δεν είχαν βρει δουλειά. Τους προσλαμβάνει κι αυτούς και τους υπόσχεται να τους ανταμείψει δίκαια. Έκανε την ίδια βόλτα άλλες δύο φορές βλέπει κι άλλους εργάτες να περιμένουν και τους προσλαμβάνει κι αυτούς. Μία ώρα πριν τη λήξη της εργάσιμης μέρας, βλέπει ότι παραμένουν κι άλλοι άνεργοι στο ίδιο σημείο και τους προσλαμβάνει με τη συμφωνία να τους πληρώσει δίκαια.

Ήρθε το βράδυ και δίνει εντολή στον επιστάτη να πληρώσει τους εργάτες ξεκινώντας από τους τελευταίους. Πήραν όλοι από ένα δηνάριο. Οι πρώτοι περίμεναν να λάβουν περισσότερα, εφόσον είχαν δουλέψει περισσότερες ώρες, αλλά πήραν κι αυτοί ένα δηνάριο. Λένε λοιπόν στον εργοδότη: «Αυτοί δούλεψαν μόνο μία ώρα και τους έκανες ίσους με εμάς, που βαστάξαμε το βάρος όλης της ημέρας και τον καύσωνα;» Κι εκείνος απάντησε: «Φίλε, δεν σε αδικώ. Δεν συμφώνησες μαζί μου να πληρωθείς ένα δηνάριο; Πάρε αυτό που δικαιούσαι λοιπόν και πήγαινε. Θέλω να δώσω και σε αυτόν που δούλεψε λιγότερο, τα ίδια. Ή μήπως δεν έχω το δικαίωμα να πράξω ότι θέλω με την περιουσία μου; Ή μήπως ο οφθαλμός σου είναι πονηρός, διότι εγώ είμαι αγαθός;» – Κατά Ματθαίον κ’ 1-16

Με αυτή την παραβολή ο Ιησούς παρουσίασε το περίφημο «Οὕτω θέλουσι εἶσθαι οἱ ἔσχατοι πρῶτοι καί οἱ πρῶτοι ἔσχατοι», που αναφέρεται κυρίως στους αρχιερείς που διεκδικούσαν τα πρωτεία της πίστης περιφρονώντας τον λαό, που όφειλαν να φροντίζουν. Ωστόσο αυτό που μου κινεί το ενδιαφέρον, είναι η αντίληψη του εργοδότη περί δικαιοσύνης στις οικονομικές συναλλαγές. Μια αντίληψη που και ο Ιησούς αποδέχεται, εφόσον τη χρησιμοποιεί ως παράδειγμα για να εξηγήσει τη διαχείριση της πνευματικής περιουσίας. Αναρωτιέμαι αν ο εργοδότης είναι φιλελεύθερος ή σοσιαλιστής. Κι ο εργαζόμενος που ζητά περισσότερα από τα συμφωνηθέντα είναι όντως πονηρός ή τον πνίγει το άδικο;

Αν έχει δίκιο ο εργοδότης, τότε η αμοιβή της εργασίας είναι καθαρά ζήτημα συμφωνίας. Φαίνεται λογικό. Σου κάνω μια πρόταση, συμφωνείς και δεν έχεις λόγο στις συμφωνίες που κάνω με οποιονδήποτε άλλον. Όμως κι ο εργάτης έχει δίκιο να αισθάνεται αδικημένος, διότι αν ήξερε πως θα έπαιρνε τα ίδια χρήματα για μιας ώρας εργασία, πιθανόν να περίμενε μερικές ώρες για να προσληφθεί αργότερα. Σύναψε μια συμφωνία δίχως να έχει ολοκληρωμένη πληροφόρηση. Οι έσχατοι, από την άλλη μεριά, ευνοήθηκαν ιδιαιτέρως γιατί πήραν μεροκάματο χωρίς να αποδώσουν όσα αντιστοιχούν σε αυτό το ποσό. Πληρώθηκαν χωρίς να προσφέρουν τα αναμενόμενα. Η λογική λέει ότι θα έπρεπε να πάρουν μικρότερο μεροκάματο. Γιατί ένας εργοδότης να κάνει κάτι τέτοιο;



Νομίζω πως η απάντηση βρίσκεται στην ψυχοσύνθεση του εργοδότη. Στο τέλος ισχυρίζεται πως είναι αγαθός (που σημαίνει καλός, όχι βλάκας όπως σήμερα). Ήθελε λοιπόν να κάνει αυτή την καλοσύνη και να δώσει σε όλους ίδιο ποσό. Σκέφτηκε ίσως, πως με λιγότερο από ένα δηνάριο θα δυσαρεστούσε τους εργάτες και θα τους καθιστούσε υποδεέστερους των πρώτων. Το κριτήριο του δεν είναι η απόδοση της εργασίας, αλλά η κοινωνική ισότητα. Κι έτσι επιλέγει να είναι αγαθός, αλλά άδικος εφόσον δεν επιβραβεύει την σκληρή εργασία. Το πιθανότερο είναι ότι την επόμενη μέρα, όταν θα βγει νωρίς το πρωί για να βρει εργάτες, δεν θα βρει κανέναν. Θα εμφανιστούν όλοι κατά το μεσημέρι, άλλοι το απόγευμα και άλλοι μια ώρα πριν το σχόλασμα. Δεν έχουν κανένα κίνητρο να πράξουν διαφορετικά. Κι ο εργοδότης που αγνοεί τη δικαιοσύνη, σκάβει μόνος του τον λάκκο του γιατί με αυτή την τακτική, σύντομα θα μειωθεί η παραγωγή του και θα πτωχεύσει.

Γνωρίζετε κανέναν τέτοιο εργοδότη; Κάποιον που να πληρώνει μεροκάματα χωρίς να περιμένει τα ανάλογα αποτελέσματα; Ιδιώτη δεν θα βρείτε.

Γνωρίζετε εργαζόμενους που απαιτούν να πληρώνονται και να δουλεύουν όσο γίνεται λιγότερο; Που ζητούν, αλλά αρνούνται να προσφέρουν επειδή θεωρούν ότι είναι δικαίωμά τους να πληρώνονται είτε εργάζονται είτε όχι; Στον ιδιωτικό τομέα δεν θα βρείτε.

Το συμπέρασμα είναι πως η παραπάνω διδασκαλία είχε μεγάλη επιρροή στον δημόσιο τομέα της χώρας μας, ο οποίος, ως αγαθός εργοδότης, θεωρούσε την έγκαιρη προσέλευση στην εργασία άξια επιδότησης, εφόσον οι εργαζόμενοι δεν το είχαν σε τίποτα να περιμένουν ως το μεσημέρι για να εμφανιστούν. Η καλή απόδοση δεν είναι απαραίτητη, ο αγαθός εργοδότης πληρώνει έτσι κι αλλιώς. Και οι πρώτοι, μένουν πάντα με το παράπονο, καταβάλλοντας πολλαπλάσιο κόπο για να καλύψουν την ανυπαρξία των έσχατων. Και οι πρώτοι σιωπούν, ενώ οι έσχατοι συνεχώς διαμαρτύρονται και απεργούν. Οι δε εργαζόμενοι ή άνεργοι του ιδιωτικού τομέα, που δεν έτυχαν ποτέ αγαθού εργοδότη, αναζητούν την ερμηνεία της ύπαρξής τους σε άλλη παραβολή. Την παραβολή του ασώτου, στην οποία τους δόθηκε ο ρόλος του καλού γιου ενός συμπονετικού, αλλά ολίγον άδικου πατέρα, πρόσωπο που θα μπορούσε να ταυτιστεί με τον αγαθό εργοδότη.

Υ. Γ Το ίδιο αποτέλεσμα παρατηρούμε και στον πνευματικό τομέα. Η βεβαιότητα πως η ανταμοιβή είναι ίδια για όλους, κάνει τους περισσότερους να αδιαφορούν για το ηθικό τους χρέος κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Η εξομολόγηση και η μετάνοια, μόλις μας γνέψουν τα κυπαρίσσια, μας καθιστά έτοιμους για τις αιώνιες ανταμοιβές. 




(Πρώτη δημοσίευση, Αύγουστος 2012, baxalon.gr)

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2013

Ibn Khaldun - Ο ορθολογιστής του Ισλάμ

Ο Ibn Khaldun καταγόταν από το  Hadhramawt, της νοτιοανατολικής Υεμένης, αλλά γεννήθηκε και ανατράφηκε στην Τύνιδα, όπου εγκαταστάθηκε η οικογένειά του μετά την κατάληψη της Ιβηρικής χερσονήσου από τους Χριστιανούς το 1248. Γεννήθηκε το 1332 και έλαβε την κλασική ισλαμική εκπαίδευση. Στα 17 του, η πανδημία πανώλης (Μαύρος Θάνατος) έφτασε στον τόπο του και του στέρησε τους γονείς του και πολλούς από τους δασκάλους του. Τρία χρόνια αργότερα ξεκινά τη σταδιοδρομία του στην Αυλή του κυβερνήτη της Τύνιδας και αργότερα, αναλαμβάνει καθήκοντα Γραμματέα και Δικαστή στην Αυλή του σουλτάνου του Μαρόκου, το κεντρικό πνευματικό κέντρο της βορειοδυτικής Αφρικής. Μετά από παραμονή μερικών ετών στην Ανδαλουσία και στην Αλγερία, όπου ανέλαβε καθήκοντα πρωθυπουργού (χάτζιμπ) του εμίρη Αμπού Αμπντάλα, επιστρέφει στην Τύνιδα για να αφιερώσει τη ζωή του στη μελέτη και την έρευνα.  Το 1348 εγκαθίσταται στο Κάιρο και υπηρετεί ως δικαστής, αποκτώντας εξαιρετική φήμη ως πολέμιος της διαφθοράς και της ευνοιοκρατίας. Εκεί ολοκλήρωσε το διασημότερο έργο του, το Muqaddemah (=προλεγόμενα), το οποίο του χάρισε τον τίτλο του πρωτοπόρου της σύγχρονης ιστοριογραφίας, της κοινωνιολογίας.

Κοινωνία και Πολιτική

Ο Khaldun εξετάζει τα αποτελέσματα της σκληρής ανατροφής και βίαιης αντιμετώπισης γενικότερα, των παιδιών από τους γονείς, των υπαλλήλων από τους εργοδότες του ή των αρχομένων από τους ηγέτες. Οι ποιότητες του χαρακτήρα αναπτύσσονται μέσα από την ομαλή επικοινωνία των μελών της κοινότητας και όταν αυτή εμποδίζεται, το άτομο χάνει την ενεργητικότητά του, γίνεται δειλός και καταφεύγει στην αναζήτηση ισχυρού προστάτη. Αυτή η παθητικότητα επεκτείνεται και στον ηθικό τομέα, ώστε το άτομο δεν είναι ικανό να αγωνιστεί για την απόκτηση της αρετής. Έτσι καταλήγουν οι λαοί που έχουν υποστεί μακροχρόνια καταπίεση από σκληρούς κατακτητές.
Στο επίκεντρο της πολιτικής του σκέψης βρίσκεται η Asabiyah, δηλαδή, η δύναμη συνοχής στις ομάδες που στη σύγχρονη ορολογία θα αποκαλούσαμε αλληλεγγύη. Αυτή η δύναμη είναι εγγενής και σχετίζεται με τη συλλογική συνείδηση και την πορεία προς την επίτευξη κοινού σκοπού, ενώ όταν ενισχυθεί με κάποια θρησκευτική πίστη, μπορεί να γίνει ακατανίκητη. Αν και δεν της αποδίδει φυλετικό χαρακτήρα, θεωρεί ότι είναι πιο ισχυρή στις νομαδικές κοινότητες και βαίνει μειούμενη καθώς η ομάδα μεγαλώνει και ενδυναμώνεται.
Πιο συγκεκριμένα, κάθε ομάδα εμπεριέχει εκτός από την Asabiyah, και τα κοινωνικά και ψυχολογικά στοιχεία από τα οποία θα προκύψει η παρακμή της. Οι ομάδες που πρόκειται να καταλάβουν κάποια στιγμή την εξουσία, είναι αυτές με την πιο ισχυρή συνοχή και αναπτύσσονται μακριά από το κέντρο της υπάρχουσας εξουσίας και σε συγκρινόμενες με την κατεστημένη τάξη, θεωρούνται βάρβαροι. Όταν τα καταφέρουν και βρεθούν στην πολυπόθητη θέση εξουσίας, αρχίζουν να υιοθετούν τα πολιτιστικά στοιχεία και τις συνήθειες των κατακτημένων και προσηλώνουν την προσοχή τους στο πώς θα διατηρήσουν την εξουσία και τον νέο τρόπο ζωής. Καταλήγουν έτσι σε μία κατάσταση πιο παθητική, χάνουν την πειθαρχημένη τάξη τους και οι εσωτερικοί δεσμοί χαλαρώνουν, μέχρι που αρχίζουν και δημιουργούνται υποομάδες, φατρίες που επιδιώκουν η κάθε μία τα δικά της συμφέροντα. Όταν φτάσει σε αυτό στο στάδιο, είναι η ώρα που μια άλλη, περιφερειακή ομάδα με ισχυρή Asabiyah θα αρχίσει μια νέα, πανομοιότυπη αναρρίχηση προς την εξουσία. 


Οικονομία

Στην πρώιμη οικονομική θεωρία του Khaldun, κεντρική θέση έχει η άποψη, που θα τύχει πολλών αναλύσεων στους επόμενους αιώνες,  πως κάθε προϊόν που παράγεται αποκτά μια προστιθέμενη αξία από παράγοντες όπως η ώρες εργασίας και η εξειδίκευση του εργαζόμενου. Αντιλαμβάνεται δε την οικονομική διαδικασία με έναν τρόπο εντυπωσιακά φιλελεύθερο για την εποχή του.
Η οικονομία, ισχυρίζεται, αναπτύσσεται όταν οι επιχειρηματίες αισθάνονται ότι αξίζει τον κόπο να εργαστούν σκληρά. Αυτό απαιτεί χαμηλή φορολόγηση. Όταν όμως η κοινωνία αρχίσει να ευημερεί και να παράγει πολλά αγαθά, τότε αυξάνεται η επιθυμία για είδη πολυτελείας, αυξάνουν οι απαιτήσεις και μαζί τους τα έξοδα του κράτους. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον  οι κυβερνήσεις αυξάνουν σταδιακά τη φορολογία, μέχρι που κάποια στιγμή το βάρος γίνεται ασήκωτο για τους φορολογούμενους.
Έτσι οι επιχειρηματίες αποθαρρύνονται, η παραγωγή μειώνεται και τα έσοδα από τους φόρους επίσης. Συχνά, οι κυβερνώντες κάνουν το λάθος, προκειμένου να καλύψουν αυτή τη μείωση στις εισπράξεις των φόρων, να αυξάνουν το ποσοστό των φορολογικών συντελεστών, με αποτέλεσμα να μην μένει πια κανένα κέρδος στον επαγγελματία και επηρεάζει σταδιακά ολόκληρη την κοινότητα. Ο μόνος τρόπος να ενισχυθεί η οικονομία σε μια χώρα είναι, η κυβέρνηση να επιβάλλει όσο το δυνατόν χαμηλότερους φόρους, ώστε ο επιχειρηματίας να μπορεί να αποβλέπει στην επίτευξη κέρδους.


Ελληνική Φιλοσοφία

Στο πρώτο κεφάλαιο του Muqaddima, ο Ibn Khaldun ισχυρίζεται πως «ο άνθρωπος είναι πολιτικός από τη φύση του», αναδιατυπώνοντας την άποψη του Αριστοτέλη πως ο άνθρωπος είναι «ζώον πολιτικόν». Στη συνέχεια, καθώς εξετάζει τη κοινωνική δομή, δίνει έμφαση στη συνεργασία και την αλληλεξάρτηση μεταξύ των μελών της κοινότητας, θυμίζοντας την ανάλυση στα Πολιτικά του Αριστοτέλη, για τον οίκο, το χωριό και την πόλη. (Πολιτικά : 1252 a1-1253 a3).
Στο έκτο βιβλίο του ίδιου έργου, αφιερώνει ένα κεφάλαιο στην κριτική εναντίον της φιλοσοφίας (της ελληνικής ειδικότερα), καθώς θεωρεί ότι η μεγάλη επιρροή που έχει ασκήσει στους μουσουλμάνους στοχαστές, έβλαψε μάλλον το Ισλάμ, παρά το ωφέλησε. Αν και αναγνωρίζει την ποιότητα και την ευφυΐα των φιλοσόφων, καταλήγει στο συμπέρασμα πως η ενασχόληση με τη φιλοσοφία εμποδίζει την ανάπτυξη της αγνής πίστης. Πολλούς αιώνες πριν, την ίδια ανησυχία είχε εκφράσει και απόστολος Παύλος προς τους Κολοσσαείς :"Βλέπετε μὴ σᾶς ἐξαπατήσῃ τις διὰ τῆς φιλοσοφίας και τῆς ματαίας ἀπάτης, κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων, κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων καὶ οὐχὶ κατὰ Χριστόν" (β' 8)
Ο Khaldun αμφισβητεί την άποψη του Αριστοτέλη για τη δυνατότητα του ανθρώπου να αποφαίνεται για το καλό και το κακό με τη χρήση της λογικής του, αφού η πίστη βασίζεται σε δόγματα τα οποία δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτά με λογικό τρόπο. Εκφράζει επίσης τις αντιρρήσεις του για την άποψη πως η ευδαιμονία σχετίζεται με τη γνώση, η οποία κατακτάται μέσω της αντίληψης των πραγμάτων και της επεξεργασίας τους μέσω της διαλεκτικής. Με λίγα λόγια, η νόηση είναι το εργαλείο που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος για να εντοπίσει τις αρετές και να τις αναγνωρίσει ως τον μόνο δρόμο προς την ευδαιμονία, χωρίς να χρειάζεται θρησκευτική καθοδήγηση και θείους νόμους. Ο Khaldun όμως, υποστηρίζει πως ο μόνος τρόπος για να ευτυχήσει ο άνθρωπος είναι να αφαιρέσει το πέπλο που οι αισθήσεις απλώνουν ανάμεσα στην ψυχή και τον κόσμο των μη αισθητών, χρησιμοποιώντας μια παρομοίωση του Πλάτωνα. Η νόηση λειτουργεί εντός πεπερασμένων ορίων και δεν μπορεί να του φανεί χρήσιμη στην περίπτωση αυτή.
Στην πραγματικότητα θεωρεί τις δυνάμεις του νου ως εμπόδια για την αντίληψη των νοητών πραγμάτων. Αν θέλουμε να φτάσουμε στο υπερβατικό, θα πρέπει να ξεφορτωθούμε αυτές τις δυνάμεις, να μάθουμε να αντιλαμβανόμαστε με τη δύναμη της ψυχής και όχι του νου. Οι φιλόσοφοι, κατά τη γνώμη του, υπερεκτιμούν τις διανοητικές μας δυνατότητες.
Είναι φανερό πως ο Ibn Khaldun, όταν αναφέρεται στους φιλοσόφους, εννοεί τον Αριστοτέλη και τους νεοπλατωνικούς, και όχι το σύνολο των φιλοσόφων. Παρά τις αντιρρήσεις και την κριτική που ασκεί, αναγνωρίζει την χρησιμότητα της επιστήμης της Λογικής, ως εργαλείο που ακονίζει το μυαλό και το εκπαιδεύει στην παραγωγή επιχειρημάτων, διαδικασία απαραίτητη στην έκθεση απόψεων. Για τον ίδιο τον Αριστοτέλη, γράφει: « Βελτίωσε τις μεθόδους της Λογικής και συστηματοποίησε τα προβλήματα και τις λεπτομέρειές της. Έδωσε στη Λογική τη θέση που της αναλογεί, ως πρώτη φιλοσοφική αρχή και εισαγωγή στη φιλοσοφία. Γιαυτό αποκαλείται ο Πρώτος Δάσκαλος» . Ενώ η μεθοδολογία που εισηγήθηκε ο Αριστοτέλης είναι το εργαλείο που χρησιμοποιεί και ο Khaldun για να αναπτύξει την επιχειρηματολογία του, η έλλειψη αναφοράς στα συγκεκριμένα πολιτικά συστήματα που ανέλυσε ο Σταγειρίτης φιλόσοφος, μας επιτρέπουν να αμφιβάλλουμε για το αν είχε μελετήσει τα ίδια τα έργα του ή γνώριζε μόνο όσα ήταν διαθέσιμα από τις εργασίες Αράβων στοχαστών που τα παρέδωσαν μεταφρασμένα και σχολιασμένα.
Οπωσδήποτε το έργο του Khaldun ανήκει στην ισλαμική ιστοριογραφία, έλκει όμως την καταγωγή του από την ορθολογική σκέψη του Αριστοτέλη, με οδηγό την οποία εντοπίζει και εξετάζει τα κοινωνικά και οικονομικά φαινόμενα. Οι παρατηρήσεις του που αφορούν τη συνοχή των ομάδων, εξακολουθούν να έχουν ενδιαφέρον και στις μέρες μας, καθώς καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε ζητήματα σχετικά με το πολυπολιτισμικό μοντέλο σύστασης κοινοτήτων, όπου η συνοχή είναι μια πραγματική πρόκληση.
Ο Ibn Khaldun πέθανε εν ώρα εργασίας, στο Κάιρο το 1406.


Πηγές: Stephen Frederic Dale (2006). “Ibn Khaldun: The Last Greek And The First Annaliste Historian”,
International Journal of Middle East Studies
Ibn Khaldūn, Muqaddimah: An Introduction to History, tansl. Franz Rosenthal ,Princeton University Press 1967

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

Ήταν Ιούνιος του 1901…. Η Ισπανία ζει τις συνέπειες της ταπεινωτικής ήττας του 1898, όταν με τη λήξη του αμερικανο-ισπανικού πολέμου, χάνει όλες τις σημαντικές της αποικίες. Οι Ισπανοί βιώνουν μια περίοδο κατάθλιψης, που οδηγεί στην αμφισβήτηση των κατεστημένων αξιών και στην ανάγκη επανακαθορισμού στόχων. Νέες πολιτικές τάσεις εξυμνούν ακραίες αντιλήψεις, δεξιές και αριστερές, ενώ οι διανοούμενοι προσβλέπουν με νοσταλγία στο παρελθόν και αναζητούν τρόπους αναβίωσης της παλιάς δόξας της Ισπανίας, άλλοι επιδιώκοντας την απομάκρυνση από τη μοναρχία κι άλλοι προτείνοντας μια καθαρά απολιτική στάση. Ο κόσμος είναι με το κεφάλι σκυφτό, νιώθει προδομένος και παρά τα οικονομικά οφέλη που προέκυψαν για τη χώρα, τίποτα δεν μπορεί να απαλύνει τα αισθήματα εξευτελισμού. Η μεγάλη τους αυτοκρατορία έχει χαθεί.




Ένας εικοσάχρονος Ισπανός, εγκαταλείπει τη χώρα του και τη βέβαιη ακαδημαϊκή καριέρα στο χώρο των τεχνών, για να εγκατασταθεί στο Παρίσι. Σε ένα διαμέρισμα που μοιράζεται με έναν άλλο καλλιτέχνη, ζωγραφίζει ακατάπαυστα και ρίχνει πολλά από τα έργα του στη φωτιά όταν τα χρήματα δεν αρκούν για τα έξοδα θέρμανσης. Σε συνθήκες ανέχειας και στέρησης ακόμα βασικών αγαθών, οι πίνακες του είναι ζωηροί, με πλούσιο, σχεδόν αφύσικο χρωματισμό, γεμάτοι ένταση. Ξεπερνώντας τα στερεότυπα του ιμπρεσιονισμού της εποχής, ο νεαρός ζωγράφος τολμά να στρεβλώσει τις μορφές ώστε η εντύπωση να μένει ανεξίτηλη στον θεατή.
Την ίδια διάθεση εκφράζει και με έργα που ακολουθούν την τεχνοτροπία Art Nouveau, στολισμένα με μοτίβα που θυμίζουν γοτθική και ιαπωνική τέχνη και απεικονίζουν επιτηδευμένες, συμβολικές μορφές. Τα αρνητικά συναισθήματα της εθνικής ταπείνωσης και η θλίψη από την αυτοκτονία του στενού του φίλου παραμένουν μακριά από τον καμβά, έξω από τη θεματολογία των έργων του, τα οποία πρόκειται να εκτεθούν για πρώτη φορά στη γκαλερί Ambroise Vollard, στα τέλη του Ιουνίου του 1901.



Αμέσως μετά την έκθεση, ο κόσμος του νεαρού που «αγαπά το χρώμα για το χρώμα» σκοτεινιάζει. Οι εντυπώσεις του από το πρόσφατο ταξίδι στην πατρίδα του ζωντανεύουν, ο σιωπηλός πόνος ψάχνει διέξοδο και ο νεαρός ζωγράφος εισέρχεται σε μια περίοδο βαθειάς θλίψης. Στους πίνακές του εμφανίζεται ο αυτόχειρας φίλος του, ο Carlos Casagemas σε σκηνές τυφλών, σκελετωμένων, απελπισμένων ανθρώπων. Θα απεικονίσει φτωχές πόρνες και ζητιάνους, ανήμπορες υπάρξεις, όπως λιπόσαρκες μητέρες που κρατούν ή αγκαλιάζουν τα ταλαιπωρημένα παιδιά τους. Ο παλιός πλουμιστός κόσμος δεν υπάρχει πια. Κάθε σκηνή εκτυλίσσεται μέσα σε ένα σκοτεινό μπλε περιβάλλον και η «μπλε περίοδος» του καλλιτέχνη θα διαρκέσει 4 χρόνια.

Ο ζωγράφος θα περάσει πολλές ψυχολογικές διακυμάνσεις, θα πειραματιστεί με κάθε γνωστή τεχνική της εποχής του και θα επινοήσει μια εντελώς νέα τεχνοτροπία, η οποία εμφανίζει τα αντικείμενα από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία, συντεθειμένα σε αφηρημένες μορφές, γεννήματα της «ροζ περιόδου» που σηματοδοτεί την έξοδο του καλλιτέχνη στο φως.

Αυτό είναι ένα κομμάτι της ιστορίας του ζωγράφου, ο οποίος δοξάζεται μέχρι σήμερα ως ο «πατέρας» κυβισμού, που επηρέασε καταλυτικά την τέχνη του 20ου αιώνα, εμπνέοντας τα μετέπειτα ρεύματα του φουτουρισμού και εξπρεσιονισμού. Από τη θλιμμένη και καταρρακωμένη Ισπανία των αρχών του αιώνα, ο Pablo Picasso κατέκτησε το Παρίσι, την Ευρώπη και τον κόσμο, υπηρετώντας ως τα 91 του χρόνια ένα «ψέμα που μας κάνει να συνειδητοποιούμε την αλήθεια»: την Τέχνη.



Πίνακες :

Courses de tauraux2 (1900)
Couple de Rastaqoueres (1901)
La vie (1903)
Le Demoiselles d’ Avignion (1907)

(Πρώτη δημοσίευση www.baxalon.gr 5/6/2012)

Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

Κιμ Ιλ Σουγκ και Μάο Τσε Τουγκ - Μια ματιά στην άνοδο του κομμουνισμού στη Β. Κορέα και στην Κίνα


Τα κομμουνιστικά κόμματα της Κίνας και της Β. Κορέας ανέβηκαν συγχρόνως στην εξουσία, διέθεταν πληθώρα κοινών ιστορικών και πολιτιστικών στοιχείων, αλλά ακολούθησαν στη συνέχεια διαφορετική πορεία, αν και τις δύο πρώτες δεκαετίες της διακυβέρνησής τους δεν διέφεραν και τόσο πολύ. Οι σημαντικότερες ομοιότητές τους ήταν πως πειραματίστηκαν πολιτικά και ανέπτυξαν λατρεία στα πρόσωπα των τότε ηγετών τους. Από τη δεκαετία του 1970 αρχίζουν να διαφοροποιούνται εντυπωσιακά και εμφανίζονται σταδιακά δύο διαφορετικές εκδοχές του κομμουνισμού.




Η Κίνα και η Κορέα μοιράζονται μια βαθιά ριζωμένη ιστορία Ανατολίτικου Δεσποτισμού, Κομφουκιανισμού και Βουδισμού. Η συγκεντρωτική εξουσία του αυτοκράτορα διήρκεσε έως τα τέλη του 19ου αιώνα και μόνο η κατάκτηση των χωρών από ξένους κατόρθωσε να την αποδυναμώσει στην Κίνα και να την εξαλείψει στην Κορέα.
Ακολουθεί η κυριαρχία της Ιαπωνίας, η οποία ήταν ολοκληρωτική στην Κορέα και πολύ εκτεταμένη στην Κίνα, επηρέασε μακροχρόνια τις δύο χώρες. Έτσι, η κάθε μια δημιούργησε την δική της εκδοχή του κομμουνισμού, συνδυάζοντας αυτή την ιστορική κληρονομιά με τον Μαρξισμό – Λενινισμό. Η κοινή παράδοση συγκεντρωτισμού και συλλογικότητας κατέστησε τις δύο χώρες επιρρεπείς στον κομμουνισμό, τον οποίο προσάρμοσαν στις τοπικές συνθήκες δημιουργώντας παρόμοια καθεστώτα και κοινωνίες.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (CCP) και το Εργατικό Κόμμα της Κορέας (KWP),  ακολούθησαν πολύ διαφορετικές, αν και αλληλένδετες, πορείες προς την εξουσία, με αφετηρία τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ωστόσο, το CCP ενδυναμώθηκε πολύ πιο γρήγορα και, από τα μέσα της δεκαετίας του 1920, αποτέλεσε σημαντική δύναμη στην πολιτική ζωή της Κίνας. Οι κομμουνιστές, μέσα από μακρόχρονους αγώνες στο εσωτερικό της χώρας και τη συμμαχική ήττα της Ιαπωνίας στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, κατάφεραν να θριαμβεύσουν τόσο επί των Ιαπώνων όσο και επί των εσωτερικών αντιπάλων τους, των Κινέζων εθνικιστών. Στην Κίνα, οι κομμουνιστές ανήλθαν την εξουσία το 1949, όταν οι κομμουνιστές είχαν επικρατήσει ολοκληρωτικά, συμμαχώντας με μη κομμουνιστικά στοιχεία: μια ασήμαντη αστική τάξη και μερικούς από τους πλουσιότερους χωρικούς. Στη συνέχεια, προχώρησε σε σταδιακή κρατικοποίηση των βιομηχανιών και κολεκτιβοποίηση της γεωργίας, σε επαχθή φορολόγηση των ιδιωτικών επιχειρήσεων, που αρχικά έγιναν κατά το ήμισυ κρατικές ώσπου το κράτος τις εξαγόρασε, πληρώνοντας στους αρχικούς ιδιοκτήτες σταθερούς τόκους, ενώ τα ονομαστικά επιτόκια συνέχιζαν να αυξάνονται. Η οικονομία της Κίνας ανέκαμψε ταχύτατα, καθώς η αλλαγή εξελίχθηκε βήμα-βήμα και το παλιό οικονομικό σύστημα αντί απλώς να εξαλειφθεί, αποσύρθηκε σταδιακά. Η Β. Κορέα από την άλλη, στο τέλος του πολέμου κατακτήθηκε από την ήδη κομμουνιστική Σοβιετική Ένωση, στο πολιτικό μοντέλο της οποίας βασίστηκε το νεοσύστατο καθεστώς. Χωρίς επιφυλάξεις, εφάρμοσε τις ίδιες, σταλινικές τακτικές.


Μέχρι τη δεκαετία του 1970, και τα δύο καθεστώτα ενστερνίστηκαν την ιδεολογία του Μαρξισμού – Λενινισμού, εφαρμόζοντας την κομμουνιστική αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού. Το κράτος, όχι μόνο κατείχε τα μέσα παραγωγής, αλλά είχε αναλάβει αποκλειστικά τον οικονομικό σχεδιασμό, τις επενδύσεις και την διανομή. Η εξουσία ήταν συγκεντρωμένη στα χέρια των αντίστοιχων κομμάτων, των οποίων η γραμμή έπρεπε να υποστηρίζεται και να εφαρμόζεται αυστηρά από τα μέλη και τις κομματικές οργανώσεις. Οι πολιτικές δομές στις δύο χώρες είναι παρόμοιες. Tα ανώτατα όργανα, λειτουργούσαν πάνω-κάτω με τον ίδιο τρόπο. Παρά τη θεωρητική αρχή για εκλογές, προκειμένου να προκύψουν τα μέλη και τα όργανα του κόμματος, στην πραγματικότητα το ψηφοδέλτιο δεν είχε παρά έναν μόνο υποψήφιο κάθε φορά. Οπωσδήποτε οι χωρικοί και οι προλετάριοι δεν είχαν καμία αντιπροσώπευση τελικά και τα κόμματα μετατράπηκαν σε
απολυταρχικά καθεστώτα, η λειτουργία των οποίων είχε ανατεθεί σε επιλεγμένες ομάδες. Αυτές οι ομάδες είχαν αναλάβει επίσης τη διαφύλαξη της «αγνότητας» της ιδεολογίας, απαγορεύοντας την διακίνηση οποιασδήποτε ιδέας που δεν είχε εγκριθεί από την κυβέρνηση. Εντός αυτών των ομάδων αναπτύχθηκε μεγάλη ένταση, καθώς αγωνίζονταν για την εξουσία, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν φράξιες που συγκρούονταν μεταξύ τους. Οι συγκρούσεις αυτές σταμάτησαν όταν και στις δύο χώρες, η εξουσία περιήλθε στα χέρια ενός ανδρός: του Μάο Τσε Τουνγκ στην Κίνα και του Κιμ Ιλ Σουνγκ στην Β. Κορέα.



Οι δύο αυτοί ηγέτες αιτιολόγησαν τις αλλαγές που επέφεραν, ως προσαρμογή του Μαρξισμού – Λενινισμού στις τοπικές συνθήκες. Ο Μάο, μόλις σιγούρεψε τη θέση του στην ηγεσία της χώρας, αφοσιώθηκε με άνεση στους πολιτικούς του πειραματισμούς. Η θεωρία του στόχευε στην κολεκτιβοποίηση και εκβιομηχάνιση της χώρας, ενέργεια που θα την έφερνε πιο κοντά στον κομμουνισμό και την απάλλασσε μια και καλή από την αστική τάξη . Το «Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός», που θα εξυπηρετούσε αυτό τον στόχο, κατέληξε σε μια τρομακτική περιπέτεια που στοίχισε τη ζωή σε εκατομμύρια Κινέζους, που υπέφεραν και πέθαναν από ασιτία. Το άλλο μεγάλο όραμα του Μάο, η «Πολιτιστική Επανάσταση» οδήγησε σε δημόσιο εξευτελισμό προσώπων, δημεύσεις περιουσιών, καταστροφή μνημείων και βιβλίων, καθώς απέβλεπε στο ξερίζωμα της κινεζικής παράδοσης. Η χώρα οδηγήθηκε σε πολιτιστικό μαρασμό και οικονομική και ανθρωπιστική καταστροφή.


Στη Β. Κορέα, ο Κιμ ακολούθησε μια αντίστοιχη πορεία θέτοντας σε εφαρμογή την Juche, την θεωρία του περί «Εθνικής Αυτάρκειας». Το επιχείρημά του ήταν πως η χώρα που περιστοιχίζεται από μεγάλες δυνάμεις, οι οποίες στο παρελθόν της έχουν επιτεθεί, οφείλει να καταστεί αυτάρκης. Η λογική κατάληξη αυτής της πολιτικής ήταν να απομονώσει εντελώς τη Β. Κορέα από τον υπόλοιπο κόσμο. Ωστόσο, ως το 1991, είχε την υποστήριξη της Σοβιετικής Ένωσης και των κρατών της Ανατολικής Ευρώπης. Μετά την πτώση των σοσιαλιστικών κρατών, η Β. Κορέα αντιμετώπισε μεγάλο λιμό, για την αντιμετώπιση του οποίου έλαβε ετήσια βοήθεια από την Κίνα κατά τη δεκαετία του 1990. Το 2005 ήταν η δεύτερη χώρα, παγκοσμίως, στη λίστα των χωρών που έλαβαν ανθρωπιστική βοήθεια σε τρόφιμα, ενώ μέχρι σήμερα οι Βορειοκορεάτες υποφέρουν από έλλειψη τροφίμων. Υπολογίζεται πως το 25% των εσόδων της χώρας ξοδεύεται σε στρατιωτικές δαπάνες, προκειμένου να εξασφαλιστεί η πολυπόθητη αυτάρκεια.

Πηγές: http://www.historyorb.com (Comparison of Chinese and North Korean Communism up to the 1980s, by James Graham  (απόδοση στα ελληνικά Τ.Κ)
http://www.tovima.gr  18/9/2010 45 εκατ. νεκροί για το «Μεγάλο Αλμα προς τα Εμπρός»
www.wikipedia.org  Mao Zedong, Kim Il-sung

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2013

Βάδισε ο Μαχάτμα Γκάντι στον δρόμο του Σωκράτη;


«Σήμερα ο κόσμος τιμά τη μνήμη του Σωκράτη, του οποίου η διδασκαλία έχει ωφελήσει εκατομμύρια ανθρώπους. Οι κατήγοροι και οι δικαστές του έχουν καταδικαστεί από τον κόσμο, ο Σωκράτης έχει κατακτήσει την αθανασία και η Ελλάδα χαίρει μεγάλης εκτίμησης εξαιτίας αυτού και άλλων σαν αυτόν.....Έχουμε πολλά για τα οποία πρέπει να αγωνιστούμε, όχι μόνο στη Ν. Αφρική, αλλά και στην Ινδία. Μόνο όταν πετύχουμε σε αυτό το έργο μπορεί η Ινδία να απαλλαγεί από τις πολλές τις θλίψεις. Πρέπει να μάθουμε να ζούμε και να πεθαίνουμε όπως ο Σωκράτης. Ήταν, άλλωστε, ένας μεγάλος Satyagrahai (αυτός που αναζητά και προσκολλάται στην αλήθεια). Υιοθέτησε την Satyagraha κόντρα στους ίδιους τους συμπολίτες του. Ως αποτέλεσμα, οι Έλληνες έγιναν ένας σπουδαίος λαός.  
Εάν, από δειλία ή φόβο ατίμωσης ή θανάτου, αποτύχουμε να συνειδητοποιήσουμε ή να εξετάσουμε τις αδυναμίες μας και αποτύχουμε να τραβήξουμε την προσοχή του κόσμου σε αυτές, δεν θα προσφέρουμε τίποτα καλό στον σκοπό της Ινδίας, ανεξαρτήτως του αριθμού των εξωτερικών μέτρων που μπορεί να υιοθετήσουμε και παρά τις συνεδριάσεις του Κογκρέσου που μπορεί να συγκαλέσουμε, ακόμα και αν γίνουμε εξτρεμιστές..... Όταν η ασθένεια διαγνωσθεί και αποκαλυφθεί η φύση της δημόσια και όταν μέσω των ορθών μέτρων, το σώμα (πολιτική) της Ινδίας θεραπευθεί και καθαριστεί μέσα κι έξω, θα αποκτήσει ανοσία στα μικρόβια της νόσου, δηλαδή, στην καταπίεση από τη Βρετανία και άλλους. Αν, όμως, το ίδιο το σώμα είναι σε κατάσταση αποσύνθεσης, τότε, αν καταστρέψουμε ένα είδος μικροβίων, θα δεχτεί επίθεση από κάποιο άλλο είδος και αυτό θα καταστρέψει το ίδιο το σώμα της Ινδίας.»
Ο Γκάντι παρουσιάζει με αυτά τα λόγια τη μετάφραση της Απολογίας του Σωκράτη, με τίτλο  Η ιστορία ενός στρατιώτη της αλήθειας, καθώς θεωρεί τον Σωκράτη τον πρώτο μαχητή της ειρηνικής διαμαρτυρίας. Η ειρηνική διαμαρτυρία είναι για τον Γκάντι η αντίσταση των δυνατών, αυτών που, ενώ έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν βία, επιλέγουν να μην το κάνουν και κερδίζουν τον αντίπαλο με την δύναμη του πνεύματός τους. Τους ονομάζει στρατιώτες της αλήθειας. Η ομοιότητά του με τον Σωκράτη έγκειται στο ότι και οι δύο είχαν αφιερώσει τη ζωή τους στην αναζήτηση και υπεράσπιση της αλήθειας με κίνδυνο τη ζωή τους. Και οι δύο δέχτηκαν πρόθυμα τον θάνατο, αρνούμενοι να την προδώσουν.
Μία δεύτερη ομοιότητα του Γκάντι με τον Σωκράτη είναι η πεποίθηση πως ένας σοφός άνθρωπος ποτέ δεν πρόκειται να γνωρίσει την απόλυτη αλήθεια, αλλά το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να πειραματίζεται με αυτή. Ο τρόπος του Σωκράτη ήταν η μαιευτική μέθοδος, οι ερωτήσεις με τις οποίες «ανάγκαζε» τους συνομιλητές του να ανακαλύψουν την αλήθεια που είχαν μέσα τους.  Και ο Σωκράτης αφιέρωσε τη ζωή του στο ταξίδι της αναζήτησης της αλήθειας, σε τέτοιο βαθμό, ώστε του έμεινε χρόνος να ασχοληθεί με οτιδήποτε άλλο: «Υπηρετώντας τον θεό, κατέληξα πάμπτωχος» (Απολ. 23c).
Κι εδώ φτάνουμε στην τρίτη ομοιότητα: Και οι δύο αντιλαμβάνονται τον θεό έξω από τις καθιερωμένες θρησκευτικές δοξασίες του περιβάλλοντός τους και συνδέουν την ευσέβεια με τη φτώχια. Είναι γνωστό πως ο Σωκράτης ζούσε με ελάχιστους πόρους, ήταν λιτοδίαιτος και εξαιρετικά εγκρατής στο ποτό, μολονότι συμμετείχε σε συμπόσια. Ο έλεγχος επάνω στις σωματικές ανάγκες ήταν παράγοντας ευδαιμονίας. Ο Γκάντι ακολούθησε τον ίδιο δρόμο, θεωρώντας την εγκράτεια μεγάλη αρετή, ειδικά για κάποιον που αναλαμβάνει πολιτική ηγεσία. Ο Σωκράτης δεν δεχόταν αμοιβή για την διδασκαλία του και ο Γκάντι αρνήθηκε πολλές φορές δώρα από τους οπαδούς του. Και οι δύο μοιάζουν καταπληκτικά με τους φύλακες στην πολιτεία του Πλάτωνα.
Ωστόσο, πίσω από αυτές τις ομοιότητες, υπάρχουν σημαντικές διαφορές. Η τοποθέτηση του Σωκράτη στη χορεία των ειρηνιστών είναι ασφαλώς παρακινδυνευμένη. Ο Σωκράτης πολέμησε για την Αθήνα, όποτε εκλήθη να το κάνει και μιλά με υπερηφάνεια για την υπηρεσία του αυτή. Η ειρηνική του στάση απέναντι στην αδικία που υπέστη από τους συμπολίτες του, οφείλεται στην επιθυμία του να μείνει πιστός στους νόμους, όπως αυτοί έχουν θεσπιστεί σε μια δημοκρατική πόλη και όχι στην πρόθεσή του να εισηγηθεί ένα φιλειρηνικό κίνημα. Θεωρούσε πως ο ενάρετος άνθρωπος δεν πρέπει να αδικεί, ακόμα κι όταν αδικείται και πως είναι προτιμότερο να είσαι ο αδικημένος παρά ο αδικών. Το να μην διαπράξει κάποιος αδικία είναι τελείως διαφορετικό από τη διάπραξη μια δίκαιης, έστω και βίαιης πράξης. Ο Σωκράτης υπηρέτησε την ιδέα του «συλλογικού» καλού της δημοκρατικής κοινότητας και της δικαιοσύνης. Όχι κάποια ιδέα περί παγκόσμιας ειρήνης.
Αντιθέτως, ο Γκάντι δεν αποδέχεται τη φυσική βία για κανέναν λόγο, δίκαιο ή άδικο. Είναι χαρακτηριστική η δήλωση που έκανε προς το βρετανικό κοινό το 1940: « Θέλω να καταθέσετε τα όπλα σας, ως άχρηστα να σώσουν εσάς ή την ανθρωπότητα. Θα προσκαλέσετε τον κύριο Hitler και τον κύριο Mussolini να πάρουν αυτό που θέλουν από τις χώρες που αποκαλείτε ιδιοκτησία σας.....αν αυτοί οι κύριοι αποφασίσουν να καταλάβουν τα σπίτια σας, θα τα εγκαταλείψετε. Αν δεν σας επιτρέψουν να βγείτε, θα παραδώσετε τους εαυτούς σας, άντρες, γυναίκες και παιδιά, στη σφαγή, αλλά θα αρνηθείτε να δηλώσετε υποταγή σε αυτούς» (S. Wolpert, Gandhi's passion: the life and legacy of Mahatma Gandhi. Oxford University Press, 2002. σ. 197)
Επίσης, ενώ ο Γκάντι έταξε τη ζωή του στην υπεράσπιση των φτωχών και των αδυνάμων, ο Σωκράτης δεν έδειξε κάποιο ενδιαφέρον για αυτό το ζήτημα. Τον απασχολούσε περισσότερο η εύρυθμη λειτουργία της δημοκρατίας και η αφύπνιση των πολιτών σχετικά με τις δυσλειτουργίες που είχαν εμφανιστεί. Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τους δικαστές και τους κατηγόρους του στην Απολογία, είναι αποκαλυπτικός της αγωνίας του αυτής. Από την φιλοσοφία του Σωκράτη, μόνο έμμεσα θα μπορούσε να ωφεληθεί η τάξη των φτωχών και των αδικημένων, αν η πολιτεία αποκαθιστούσε τη Δημοκρατία στην υγιή της μορφή, προάγοντας την αρετή, η οποία «φέρνει και τα υλικά και όσα άλλα αγαθά, ιδιωτικά και δημόσια, μπορεί να απολαύσει ο άνθρωπος» (Απολ. 30b).
Ο Γκάντι, από την άλλη, είχε ταυτίσει την υπηρεσία προς τους φτωχούς με την ίδια την αλήθεια και τη θεωρούσε αυτοσκοπό. Το σχόλιό του πως ο Σωκράτης με τη διδασκαλία του ξεσκεπάζει αυτούς που εκμεταλλεύονται τους συνανθρώπους τους, είναι μάλλον τραβηγμένο. Ακόμα και στον διάλογο με τον δούλο (Μένων), όπου ο Σωκράτης καταρρίπτει το βασικό επιχείρημα υπέρ της κατωτερότητας των δούλων, τη στιγμή που ένας δούλος κατορθώνει να οδηγήσει τη σκέψη του σε ένα μαθηματικό θεώρημα, στην πραγματικότητα δεν καταφέρεται εναντίον του ίδιου του θεσμού της δουλείας ούτε φαίνεται να παρουσιάζει την εκμετάλλευση ως χαρακτηριστικό καταπίεσης. Πολύ δε περισσότερο, δεν προτίθεται να ηγηθεί κάποιου κινήματος υπέρ αυτών ή άλλων αναξιοπαθούντων. 
Ο Σωκράτης και ο Γκάντι ήταν δυο άνθρωποι που επηρέασαν το κόσμο με την ιδεολογία τους, και κυρίως με τη συνέπειά τους. Έζησαν σε διαφορετικούς τόπους, σε διαφορετικό χρόνο και εισηγήθηκαν διαφορετικές πρακτικές, που συμβαίνει να παρουσιάζουν, απλώς, κάποιες ομοιότητες, υπηρετώντας όμως, διαφορετικές αξίες και θέτοντας διαφορετικούς στόχους. Και παρά τις ουσιαστικές διαφορετικές τους, ο Γκάντι ανταποκρίνεται σε αυτή τουλάχιστον την αρχή του Σωκράτη:
«Εκεί που έχει τάξει ο καθένας τον εαυτό του, είτε επειδή θεωρεί ότι αυτό έχει μεγαλύτερη αξία, είτε επειδή υπακούει στον αρχηγό, εκεί πρέπει, έτσι τουλάχιστον πιστεύω, να μείνει χωρίς να υπολογίζει τους κινδύνους, ούτε τον θάνατο ούτε τίποτε άλλο, παρά μόνο την ντροπή» (Απολ. 28d)

Αθηνά Ταρλά

ΠΗΓΕΣ: democratic-individuality.blogspot.gr, hellenicleaders.com, Kathryn Tidrick, Gandhi: A Political and Spiritual Life 2006, Πλάτων, Η δίκη του Σωκράτη, Ωκεανίδα 2007.