Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

Διάσημοι Άθεοι στην αρχαία Αθήνα


Στις Ευμενίδες του Αισχύλου (στ. 151), ο Χορός αποκαλεί τον Ορέστη «άθεον άνδρα», επειδή σκότωσε τη μητέρα του, μολονότι είναι φανερό πως εκείνος δεν αμφιβάλλει για την ύπαρξη των θεών, συνομιλεί μάλιστα με τον Απόλλωνα. Και δεν είναι η μόνη περίπτωση, όπου άθεος χαρακτηρίζεται από τους αρχαίους κι εκείνος που παραβαίνει τους νόμους των θεών ή ασεβεί με κάποιον άλλον τρόπο.
 Πρόσωπα που αρνούνται ευθαρσώς την ύπαρξη οποιονδήποτε θεοτήτων, εμφανίζονται στο δεύτερο μισό του 5ου αιώνα. Αποκαλούνται άθεοι, επίθετο που εξακολουθεί να συγχέεται με τον ασεβή, μία κατηγορία που οδήγησε στη φυλακή, στην εξορία, ακόμα και στον θάνατο αρκετούς Αθηναίους δίκαια ή άδικα. 
Οι γνωστοί σε εμάς άθεοι της εποχής, που πίστευαν πως οι θεοί είναι επινόηση των ανθρώπων, είναι ο Πρόδικος από την Κέα, ο Κριτίας ο Αθηναίος, ο Διαγόρας ο Μήλιος και ο Κινησίας. Αυτοί, κάτω από την επίδραση της σοφιστικής κίνησης, που έθεσε υπό αμφισβήτηση, όχι μόνο τις καθιερωμένες θρησκευτικές αντιλήψεις, αλλά και την εγκυρότητα του ίδιου του Νόμου και την ύπαρξη των θεών, για πρώτη φορά, είτε υπονοούν είτε απερίφραστα διακηρύττουν ότι θεοί δεν υπάρχουν. Κάποιοι από αυτούς, μάλιστα, συμπεριφέρονται με αναίδεια και προβαίνουν σε απρέπειες που προκαλούν την αντιπάθεια των συμπολιτών τους. 

Ο Πρόδικος ο Κεῖος ήταν φυσικός φιλόσοφος και Σοφιστής, στενός φίλος του Σωκράτη. Το όνομά του συνδέεται με τον μύθο του Ηρακλή που καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην Αρετή και στην Κακία, αφήγηση που υπήρχε στο έργο του «Ὥραι» και την οποία επανέλαβε πολλές φορές στις διαλέξεις του. Στην εποχή του ήταν διάσημος για δύο πράγματα: την εμμονή του στην ακριβή χρήση των λέξεων και τις αθεϊστικές του αντιλήψεις.
 Ο Πρόδικος, εξετάζοντας το θέμα ανθρωπολογικά, ισχυρίστηκε πως ο άνθρωπος επινόησε τις θεότητες, από ευγνωμοσύνη για τα αγαθά που του παρείχε η φύση. Δεν είναι τυχαίο, έλεγε, πως οι αρχαιότεροι θεοί σχετίζονται άμεσα με τη διατροφή, όπως είναι η Δήμητρα ή την απόκτηση ευημερίας, όπως ο Διόνυσος. Και κάθε φορά που αντιλαμβάνονταν την αξία κάποιου πράγματος και τη συνεισφορά του στην επιβίωση και στην πρόοδο, το θεοποιούσαν και γιόρταζαν λατρεύοντάς το. Έτσι έγινε με τον ήλιο, τη σελήνη, τα ποτάμια, τη φωτιά.
Αυτή η ορθολογική ερμηνεία της θρησκευτικότητας του ανθρώπου, ρίχνει φως στο φαινόμενο να ταυτίζεται η ονομασία ενός ωφέλιμου πράγματος με το όνομα του αντίστοιχου θεού, ο οποίος θεωρείται και ο εφευρέτης του πράγματος αυτού (για παράδειγμα, η φωτιά ονομάζεται και Ήφαιστος, το τζάκι Εστία, η Γη ταυτίζεται με τη θεά Γαία). Παράλληλα αντικρούει την ερμηνεία του Δημόκριτου, που ισχυριζόταν πως κίνητρο για την επινόηση των θεών ήταν ο φόβος για τα φαινόμενα της φύσης που απειλούσαν την ανθρώπινη ζωή. 

Επόμενος άθεος, ο Κριτίας, ο αριστοκράτης μαθητής του Σωκράτη και συγγενής του Πλάτωνα, που έβλεπε την πίστη στους θεούς ως ένα πολύ αποτελεσματικό, πολιτικό εργαλείο που επινόησαν οι ηγεμόνες για να πειθαναγκάσουν τους υπηκόους τους να είναι πειθαρχημένοι. Η ανάγκη αυτή προέκυψε, υποστηρίζει ο Κριτίας, επειδή η νομοθεσία, μπορεί να απέτρεπε τους κακούς από τη διάπραξη εγκλημάτων φανερά, αλλά εξακολουθούσαν τον άνομο βίο τους όταν κανείς δεν τους έβλεπε. Επινοήθηκαν λοιπόν οι θεοί που τα βλέπουν όλα και πάντα, ώστε να περιοριστεί η παρανομία στα κρυφά. 
Το 415 π.Χ κατηγορήθηκε μαζί με τον Αλκιβιάδη για τη βεβήλωση των Ερμών και καταδικάστηκε σε φυλάκιση, ενώ οκτώ χρόνια αργότερα εξορίστηκε. Επέστρεψε το 405 και λίγο μετά εξελέγη μέλος των τριάκοντα τυράννων στην Αθήνα. Με την εξουσία αυτή εξόντωσε τους πολιτικούς του αντιπάλους χωρίς έλεος, άρπαξε περιουσίες συμπολιτών του, ενώ απαγόρευσε στον δάσκαλό του, τον Σωκράτη να διδάσκει. Σκοτώθηκε έναν χρόνο αργότερα, κατά τη διάρκεια της επανάστασης των δημοκρατικών του Θρασύβουλου.

Ο Διαγόρας ο Μήλιος ήταν ποιητής και έγραφε κυρίως διθυράμβους. Αιχμαλωτίστηκε από τους Αθηναίους, όταν κατέλαβαν την Μήλο και ο Δημόκριτος πλήρωσε ένα μεγάλο ποσό για τον ελευθερώσει.  
Σχεδόν παντού όπου γίνεται αναφορά σε αυτόν, τον συνοδεύει το επίθετο «άθεος». Μιλούσε περιπαιχτικά και χωρίς κανέναν σεβασμό για τα μυστήρια, αποκαλύπτοντας μάλιστα τα άρρητα των τελετών. Δικάστηκε ερήμην για ασέβεια, την εποχή που οι Αθηναίοι ετοιμάζονταν για τη Σικελική εκστρατεία. Κατά πάσα πιθανότητα είχε αναμειχθεί σε πολιτικές ταραχές, ενέργεια που μαζί με την καταγωγή του από εχθρική για την Αθήνα πόλη, συνέβαλαν στην καταδίκη του. Εκείνος πάντως φρόντισε να εγκαταλείψει εγκαίρως την πόλη και να καταφύγει στην Κόρινθο, όπου και έζησε ως το τέλος της ζωής του. 
Στο «Περί της φύσης των θεών» του Κικέρωνα, διασώζεται μία αφήγηση που μας δίνει μία ιδέα για την επιχειρηματολογία του Διαγόρα: Ένας φίλος του προσπαθεί να τον πείσει για την ύπαρξη των θεών, λέγοντάς του ότι υπάρχουν πολλές εικόνες ανθρώπων που σώθηκαν από φουρτούνες, επειδή επικαλέστηκαν τους θεούς. Ο Διαγόρας του απαντά «πουθενά, όμως, δεν υπάρχουν οι εικόνες εκείνων που δεν σώθηκαν».

Ένας λιγότερο γνωστός σε εμάς, αλλά διαβόητος εκείνη την εποχή, ήταν ο Κινησίας (450-390 π.Χ περ.), ένας Αθηναίος ποιητής και μουσικός (πολύ κακός, μάλιστα). Οι πολύ εξεζητημένες χορογραφίες του, οι συγκεχυμένες μελωδίες του, που ο κόσμος δυσκολευόταν να τραγουδήσει, η άσχημη εμφάνισή του και η πρωτότυπη ιδέα του να καταργήσει τα χορικά στις κωμωδίες (με νόμο που πρότεινε και ψηφίστηκε το 400 π.Χ) τον έκαναν αγαπημένο στόχο των κωμικών. Το τελευταίο μάλιστα, του χάρισε το διόλου κολακευτικό επίθετο «χοροκτόνος». Η ίδια η Μουσική, σε μία κωμωδία του Φερεκράτη, τον αποκαλεί «κατάρατο Αττικό» και διαμαρτύρεται γι’ αυτόν στη Δικαιοσύνη.
Αυτός, λοιπόν, ο Κινησίας ήταν μέλος ενός συλλόγου ασεβών, των «κακοδαιμονιστών», οι οποίοι έκαναν οτιδήποτε μπορούσε να προκαλέσει το θρησκευτικό συναίσθημα των Αθηναίων. Η αγαπημένη τους απασχόληση ήταν να οργανώνουν δείπνα τις αποφράδες ημέρες*, κατά τη διάρκεια των οποίων χλεύαζαν τους θεούς και τους νόμους. Ο Λυσίας αναφέρει πως ο Κινησίας ήταν ο δράστης μίας πράξης βεβήλωσης του αγάλματος της Εκάτης (παρόμοια πράξη με εκείνη της κοπής των Ερμών). Δεν γνωρίζουμε τίποτ’ άλλο γι’ αυτόν, εκτός του ότι πέθανε πάμπτωχος.

Όπως μας ενημερώνει ο Θουκυδίδης, οι Αθηναίοι, μετά την φρικτή εμπειρία του Πελοποννησιακού Πολέμου «αποφάσιζαν να χαρούν τη ζωή τους όσο ταχύτερα μπορούσαν, επιδιδόμενοι στις απολαύσεις, διότι θεωρούσαν και τη ζωή και τον πλούτο εξ ίσου εφήμερα. [….], έκριναν ότι δεν υπήρχε καμία διαφορά μεταξύ ευσεβείας και ασεβείας […] επειδή κανείς δεν πίστευε πως θα επιζήσει, για να δώσει λόγο για τα εγκλήματά του και τιμωρηθεί γι’ αυτά.»  Η γοργή εξάπλωση της ανηθικότητας και της απολίτιστης συμπεριφοράς. οδήγησε τους Αθηναίους να ψηφίσουν την πρόταση του Διοπείθη περί ασεβείας, το 431 π.Χ. 

Δεν θα πρέπει, ακόμα, να μας διαφεύγει το γεγονός πως πρόκειται για μία εποχή έντονων πολιτικών ταραχών και συχνά πίσω από την κατηγορία περί ασεβείας, κρύβονταν πολιτικές σκοπιμότητες. Τέτοια ήταν η περίπτωση του Σωκράτη, που ενώ ήταν βαθύτατα θρησκευόμενος, εκτελέστηκε το 399 ως ασεβής. 
Κάπως έτσι, μία κοινωνία που ήταν πάντα ανοιχτή στις διαφορετικές απόψεις, που, τις καλές εποχές, διασκέδαζε συζητώντας με τους ξένους επισκέπτες της για άλλους θεούς και άλλα έθιμα, όπως κάθε κοινωνία που αντιμετωπίζει την διάλυση, στρέφεται σε οτιδήποτε μπορεί να προσφέρει ένα στέρεο θεμέλιο για την θεραπεία της. Και αυτή δεν ήταν μία καλή εποχή για αμφισβητήσεις, πόσω μάλλον για προκλήσεις. 

*Αποφράδες ημέρες ήταν οι γρουσούζικες μέρες, συνήθως ημερομηνίες κατά τις οποίες είχαν συμβεί τραγικά γεγονότα. Τις ημέρες αυτές δεν λειτουργούσαν οι δημόσιες υπηρεσίες, δεν διοργανώνονταν εκδηλώσεις πολιτικές ή θρησκευτικές και δεν σταματούσαν οι εμπορικές συναλλαγές. Αποφράς, από την πρόθεση από και το ρήμα φράζω = λέγω, διότι ούτε καν αναφέρονταν σε αυτές. 


ΠΗΓΕΣ
E.R. Dodds, The Greeks and the Irrational, Berkeley: U. California Press, 1951 
W. K. C. Guthrie, The Sophists, Cambridge University, 1971
Θουκυδίδη, Ιστορίη, βιβλίο Β΄