Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

Σώνει και καλά, μεταρρυθμίσεις πάλι;

Ο σιδηρόδρομος και η χρεοκοπία του 1893! Αυτά έρχονται στο μυαλό των περισσότερων όταν ακούν το όνομα του Χαρίλαου Τρικούπη. Ωστόσο, ο πρωθυπουργός αυτός τόλμησε κάποιες μεταρρυθμίσεις συγκλονιστικές για την εποχή του (και όχι μόνο).
Ήταν αυτός που μείωσε τον αριθμό των βουλευτών από 240 σε 150, που προσπάθησε να απαλλάξει το δικαστικό σώμα από τα κομματόσκυλα και τόλμησε να πατάξει τη φοροδιαφυγή. Ήταν αυτός  που όρισε αυστηρά κριτήρια για την επιλογή των δημοσίων υπαλλήλων, που αναδιοργάνωσε την Αστυνομία, που εκσυγχρόνισε το εκπαιδευτικό σύστημα και ίδρυσε τεχνικές σχολές, που στήριξε τη βιομηχανική παραγωγή, για να αναφέρουμε μερικά.

Και όλα αυτά, φυσικά, με δανεικά από το εξωτερικό, τα οποία ακολουθούν φόροι. Και τότε η αντιπολίτευση του Δηλιγιάννη έδωσε τα ρέστα της. Ξεσήκωσε τον κόσμο εναντίον του «Φορομπήχτη» και ο Τρικούπης χάνει τις επόμενες εκλογές. Κυβερνά για λίγο ο Δηλιγιάννης και τα κάνει μαντάρα. Ο Τρικούπης θα επανέλθει το 1892, αλλά είναι πλέον αργά.
Και κάπως έτσι, εν ολίγοις, η χώρα οδηγήθηκε στην χρεοκοπία και στον Διεθνή Έλεγχο.

Κι επειδή δεν φαίνεται να έχουν αλλάξει και πάρα πολλά από τότε, και ακόμα παλεύουμε με τους ίδιους δαίμονες, ας το διασκεδάσουμε με τους στίχους του Γ. Σουρή, ο οποίος σατιρίζει με τον μοναδικό του τρόπο τους Έλληνες του τότε και (ποιος να του το’λεγε) τους Έλληνες  έναν αιώνα αργότερα.
Εντάξει, όχι όλους, αλλά καμπόσους!


Προς Τρικούπην επιστολή του πατριώτου Φασουλή (αποσπάσματα)

« (...) Είδα τας νέας σου αρχάς και τα Προγράμματά σου
και είδα πως δεν βρίσκεσαι καθόλου στα σωστά σου,
Ακούς εκεί κατάστασις, ακούς εκεί κεφάλι,
να θέλει σώνει και καλά μεταρρυθμίσεις πάλι,
ενώ εμείς εφέραμε τον κόσμο άνω κάτω
των μασκαράδων να γενεί και φέτος Κομητάτο!

(...) Και όταν εις αυτόν εδώ τον δοξασμένον τόπον
αλλάξουν όλα μας μορφήν, διεύθυνσιν και τρόπον,
δεν εννοείς, Χαρίλαε, που κάνεις τον σωτήρα,
πως παύει το Ρωμαίικο να έχει χαρακτήρα,
πως παύομεν να είμεθα οι παίδες των Ελλήνων,
κι ο Φασουλής σας χαιρετά και φεύγει στο Πεκίνον;

(...) Κι όταν κανένας δεν μπορεί τον άλλον να σουφρώνει
κι ο μαθητής τον δάσκαλο γερά δεν μπαγλαρώνει,
και όταν δεν συγκρούονται στην καθ’ημέραν πάλην
το Ναυτικόν, και ο Στρατός κι η Θέμις κι η Παιδεία,
και πάσ’Αρχή δεν κρέμεται ως τώρα από την άλλην,
ε! τότε βαλ’του ρίγανη, θα είναι αηδία.

(...) Και τι Ρωμηός θα είμ’εγώ, οπόταν ζω εν τάξει,
οπόταν γίνω ἀνθρωπος μη βρέξει και μη στάξει,
όταν δεν έχω Βουλευτή και Υπουργό δικό μου,
μηδέ απ’το  Δημόσιο τραβώ το μερτικό μου,
μηδέ μπορώ να κουνηθώ, μηδέ να κάμω πάσσο,
ωσάν να κάθομαι σ’αυγά και τρέμω μην τα σπάσω;

Κι όταν δεν έχω Υπουργό κι ούτ’ένα Βουλευτή,
που να του σέρνω κάποτε το κάθε του αυτί,
μ’αυτόν να σκυλοβρίζομαι, μ’εκείνον να μαλώνω,
αμμ’δεν τους φτύνω, αδερφέ, αμμ’δεν τους φασκελώνω;
Και τι Ρωμηός θα είμ’εγώ σαν μου πατούν την κάπα
και δεν μπορώ στους άρχοντας να δώσω μία φάπα;

(...) Συγχώρα με, Χαρίλαε, με τα Προγράμματά σου,
άσ’τα να παν στο διάβολο κι εκεί που στέκεις στάσου.
Εμείς δεν είμαστε γι’αυτά, μην κάνεις τέτοιο σάλτο,
αλλιώς να έρθεις στην Αρχή, από τον νου σου βγάλ’το.
Δεν βλέπεις πως απόμεινες με είκοσι μονάχα,
μα θέλεις ολιγότεροι να σ’απομείνουν, Χάχα;

( Ο Ρωμηός, του Γ. Σουρή, 19 Ιαν.  1891)