Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

Τι μπορεί να μάθει ένας πολιτικός από τις "Βάκχες" του Ευριπίδη;

Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος σηματοδότησε την αρχή του τέλους για τον θεσμό της αρχαιοελληνικής πόλης. Σε αντίθεση με τους Περσικούς πολέμους, που όλοι μαζί αντιμετώπισαν με αξιοθαύμαστη γενναιότητα τον εξωτερικό εχθρό, τώρα στρέφονται η μία πόλη εναντίον της άλλης, διαλύοντας ό,τι είχε επιτύχει η ενότητα.

Η περιγραφή του Θουκυδίδη είναι αποκαλυπτική, όταν περιγράφει τη συμπεριφορά των Αθηναίων, από τον πρώτο κιόλας χρόνο του πολέμου, μετά το πρώτο κύμα του λοιμού: «... οι περισσότεροι, βλέποντας πόσο εφήμερος είναι ο πλούτος και αβέβαιος ο βίος, έσπευδαν να ξοδέψουν τα χρήματά τους και να τα χαρούν. Κανείς δεν ήταν πρόθυμος να υποβληθεί σε οποιονδήποτε κόπο για κάτι που άλλοτε θα φάνταζε χρήσιμο, επειδή σκεφτόταν πως μπορούσε να πεθάνει πριν ολοκληρώσει αυτό για το οποίο θα κοπίαζε. Κατάντησε να θεωρείται καλό και ωφέλιμο, το άμεσο κέρδος και η ευχαρίστηση της στιγμής. Δεν τους συγκρατούσαν ούτε ο φόβος των θεών ούτε οι ανθρώπινοι νόμοι».
Μέσα στον εμφύλιο σπαραγμό, η πολιτική τάξη διασαλεύτηκε, καθώς οι πολιτικοί ηγέτες δεν ενδιαφέρονταν πλέον για το κοινό καλό. Δημοφιλείς γίνονταν όσοι ούρλιαζαν έξαλλα και ο κομματικός φανατισμός έγινε αξία ισχυρότερη από τους οικογενειακούς δεσμούς. «Οι αρχηγοί των κομμάτων πρόβαλλαν ωραία συνθήματα», γράφει ο Θουκυδίδης: Ισότητα των πολιτών ευαγγελιζόταν οι δημοκρατικοί, σωφροσύνη των αριστοκρατών έταζαν οι ολιγαρχικοί. Η κτηνώδης, όμως, συμπεριφορά της μίας παράταξης προς την άλλη, φανέρωνε πως ήταν μόνο συνθήματα. Κι έτσι, «το ήθος, που είναι το κύριο γνώρισμα της ευγενικής ψυχής, κατάντησε να είναι καταγέλαστο κι εξαφανίστηκε» (Ιστορία, ΙΙ και ΙΙΙ).

Δεν είναι παράξενο που η  δεύτερη δημοκρατία, μετά το τέλος του πολέμου, ήταν προβληματική και ανίκανη να θεραπεύσει τις πληγές. Η μεγάλη στροφή από το «εμείς» στο «εγώ» είχε επιτευχθεί και εξελισσόταν γοργά, καθώς οι αξίες της πόλης, στην οποία τα πάντα μεταβάλλονται συνεχώς προκαλώντας ανασφάλεια και φόβο, εγκαταλείπονται.
Η αλλαγή αυτή αποτυπώθηκε έντονα και στη θρησκευτικότητα. Σιγά–σιγά οι μυστηριακές, φυσικές λατρείες που κάτω από την επίδραση του ορθολογισμού είχαν ενσωματωθεί στις αστικές τελετές, άρχισαν να αναβιώνουν. Οι ταλαιπωρημένοι Έλληνες αναζήτησαν την χαμένη ενότητα και ασφάλεια στις αρχέγονες, χαρούμενες και εκστατικές λατρείες, εισάγοντας νέες θεότητες από την Ανατολή. 
Αυτό συνέβη και με τη λατρεία του Διονύσου, που αν και πανάρχαιος, επανεμφανίζεται, ταυτισμένος με τον Σαβάζιο, ως θεότητα της Λυδίας. Στην ελληνική παράδοση είναι γιος του Δία και της εγγονής του βασιλιά Κάδμου, του γενάρχη των Θηβαίων.
Πουθενά δεν ήταν εντονότερο το αίσθημα της συλλογικότητας της πόλης όσο στο θέατρο, μία καθαρά διονυσιακή έμπνευση. Η ταύτιση με τον ήρωα που αγωνίζεται προϋποθέτει την εκμηδένιση της ατομικότητας μέσα στο σύνολο. Ή όπως γράφει ο Νίτσε στη «Γέννηση της τραγωδίας»: «Ο ήρωας (της τραγωδίας) είναι ο Διόνυσος των Μυστηρίων που υποφέρει, ο θεός που νιώθει μέσα του τις οδύνες της εξατομίκευσης».
Και ο Διόνυσος ανεβαίνει για πρώτη φορά στη σκηνή του θεάτρου στις Βάκχες του Ευριπίδη. Ως τότε, οι θεοί εμφανίζονται μόνο «από μηχανής», επάνω στο θεολογείο. Τώρα όμως, το 405 π.Χ, που διδάσκεται αυτό το δράμα, είναι η ώρα να διερευνηθούν αυτές οι οδύνες, του ανθρώπου που μαθαίνει να ζει μακριά από την ασφάλεια του συνόλου, αντιμετωπίζοντας τον εαυτό του ως μονάδα. 

Η Υπόθεση
Ο Πενθέας, ο νεαρός βασιλιάς της Θήβας (εγγονός και αυτός του Κάδμου), είναι πραγματιστής, αντιπροσωπευτικό δείγμα του σκληροπυρηνικού ορθολογιστή του 5ου αιώνα, που καμαρώνει για την αδούλωτη στις δεισιδαιμονίες σκέψη του. Φυσικά, δεν δέχεται καν την ύπαρξη ούτε του Διονύσου ούτε κανενός άλλου θεού. 
Αλλά ο Διόνυσος, έχει έρθει από την Ανατολή για να εδραιώσει στον τόπο αυτό την λατρεία του, η οποία έχει παραγκωνιστεί εξαιτίας των νέων ηθών.  Στην αρχή είναι μεταμφιεσμένος, ώστε να μην καταλάβει κανείς πως είναι ο θεός. 
Ο Πενθέας συνέλαβε όσες γυναίκες, πιστές του Διονύσου βρήκαν οι άνθρωποί του στο βουνό  και  χλευάζει τον παππού του και τον μάντη Τειρεσία που «βακχεύουν», μένοντας πιστοί στην αρχαία λατρεία. Ο Τειρεσίας προσπαθεί να τον συνετίσει: « ... δύο πρόσωπα είναι τα πιο σπουδαία στον κόσμο: το ένα είναι η θεά Δήμητρα –η γη, πες την εσύ με όποιο όνομα θέλεις – κι αυτή με τους ώριμους καρπούς τρέφει  τους θνητούς· το άλλο αυτός ήρθε μετά· ο γιος της Σεμέλης βρήκε κι έφερε στους θνητούς το υγρό ποτό του σταφυλιού, που διώχνει τη λύπη απ’τους ταλαίπωρους ανθρώπους».
«Ο ίδιος αυτός ο θεός προσφέρεται ως σπονδή στον Δία για το καλό των ανθρώπων», συνεχίζει ο Τειρεσίας, αλλά ο Πενθέας είναι εξαγριωμένος! Ούτε στα λόγια του πατέρα του πείθεται , όταν τον παρακαλεί να είναι τουλάχιστον συγκαταβατικός κι ας μην πιστεύει ο ίδιος. Ο νεαρός βασιλιάς είναι αποφασισμένος να καταστρέψει ό,τι και όποιον σχετίζεται με τούτον τον θεό που παρασύρει τις γυναίκες στην ερωτική ακολασία και ανατρέπει την τάξη. 
Συλλαμβάνει τον παράξενο ξένο (που δεν ξέρει ακόμα πως είναι ο Διόνυσος), μέχρι να μαζέψει από τον Κιθαιρώνα όλες τις γυναίκες που επιδίδονται στη λατρεία του (τις Βάκχες), αλλά εκείνος  σπάει τα δεσμά και βγαίνει από τη φυλακή. Και δεν έφτανε αυτό, αλλά φτάνει και η είδηση πως ανάμεσα στις Βάκχες που εντόπισαν στο βουνό ήταν και η Αγαύη, η μητέρα του Πενθέα. Αυτός όμως, ούτε τώρα αλλάζει γνώμη.
Ο Διόνυσος θα οδηγήσει τον Πενθέα στην παράνοια. Θα τον ντύσει με ρούχα γυναικεία και θα τον οδηγήσει στον Κιθαιρώνα. Εκεί υπό την επήρεια της ιερής μανίας, η Αγαύη με τις αδερφές της θα τον διαμελίσουν. Η κατάληξη είναι δραματική τόσο για τον Πενθέα όσο και για την οικογένειά του, που εξορίζεται από την Θήβα (εκτός από τον Κάδμο και τη σύζυγό του, που λαμβάνουν την υπόσχεση πως, μετά από πολλά βάσανα, θα κατοικήσουν στη χώρα των Μακάρων). 
Και ο χορός κλείνει το έργο με  τα εξής λόγια: «πολλά τα τελειώνουν απροσδόκητα οι θεοί. Όσα απ’τον νου μας πέρασαν, δεν έγιναν και για εκείνα που δεν ελπίζαμε βρήκε τρόπο ο θεός».

Πίσω από τον μύθο
Ο Διόνυσος προσφέρει απλόχερα την ελευθερία από τα δεσμά του πολιτισμού σε όλους, ακόμα και στους δούλους. Δεν έχει ούτε ιερείς ούτε μάντεις. Είναι ανατρεπτικός, αχαλίνωτος και ανάλγητος, όπως η φύση. Είναι αυτό που πρόκειται να αντιμετωπίσει ο άνθρωπος έξω από την ασφάλεια της πόλης. Σωστά είχε πει ο Αριστοτέλης πως αν κάποιος ζει εκτός της πόλης, δεν μπορεί να είναι άνθρωπος. Είναι είτε θηρίο είτε θεός. 
Ο Πενθέας χειρίστηκε το ζήτημα επιπόλαια. Υπερεκτίμησε την δύναμη του ορθολογισμού και υποτίμησε τη δύναμη των άλογων δυνάμεων του ανθρώπινου πνεύματος, ακόμα και του δικού του. Γιατί ο Διόνυσος κατόρθωσε, χρησιμοποιώντας το υπερ-όπλο του ορθολογισμού, την πειθώ, να τον πείσει να υποκύψει στις δικές του άλογες ορμές. Και το διδάσκει αυτό ο «αρχιερέας» του ορθολογισμού, ο ποιητής του διαφωτισμού, ο Ευριπίδης! 
Την ανάγκη να ξεκουράζεται το ανθρώπινο πνεύμα, εντρυφώντας στην Διονυσιακή εμπειρία, υποδήλωνε η λατρεία από κοινού στους Δελφούς του γλεντζέ Διονύσου και του ορθολογιστή Απόλλωνα. Ο άνθρωπος ως μονάδα, μέσα από τη φαντασία γνωρίζει τα μυστικά της ψυχής του, χαλαρώνει, ενδυναμώνεται και ύστερα είναι έτοιμος να δημιουργήσει και να μεγαλουργήσει για τη δική του πρόοδο, αλλά και της κοινότητας. Λατρεύει τον Διόνυσο για να προσεγγίσει και να κατανοήσει τον Απόλλωνα. 
Αλλά πρέπει να το κάνει προσεκτικά, όπως επισημαίνει ο Νίτσε: «Από το διονυσιακό θεμέλιο δεν πρέπει να εισχωρήσει στη συνείδηση του ανθρώπου τίποτα παραπάνω απ΄ό,τι μπορεί να ξεπεράσει πάλι από την απολλώνια δύναμη της μεταμόρφωσης».

Μία σκέψη ακόμα...
Σε περιόδους έντονης ανησυχίας και δυστυχίας, οι άνθρωποι βιώνουν καταστάσεις τις οποίες δεν μπορούν να τιθασεύσουν με τη δύναμη της λογικής. Θυμώνουν, αρνούνται να σκεφτούν, να εξετάσουν. Εύκολα στρέφονται προς το παλιό, το γνωστό, το ασφαλές, οτιδήποτε τους κάνει να νιώθουν σημαντικοί και χαρούμενοι. 
Ίσως, αυτό που θέλει να πει  ο Ευριπίδης στους Αθηναίους είναι πως ο συνετός ηγέτης καλά θα κάνει να μην χλευάζει αυτή την επιλογή. Πως πουθενά δεν οδηγεί η επίδειξη ορθολογισμού, πως δεν μπορεί να νικήσει αυτό που δεν κατανοεί, πως δεν είναι σοφό να το υποτιμά. Τέτοιες ώρες, ο ικανός ηγέτης εντοπίζει το σημείο ισορροπίας ανάμεσα στην άλογη παρόρμηση και την ορθολογική σκέψη, τη μέση οδό που θα κατευνάσει τα πνεύματα, θα δώσει μιάν ανάσα και θα ανοίξει δρόμο για το μέλλον, με βήμα αργό και σταθερό. Ικανότητα που διέθεταν οι ηγέτες που οδήγησαν την Αθήνα στη μεγάλη της δόξα κατά τους Περσικούς πολέμους.
Αν δεν το κάνει, κι εκείνος θα καταστραφεί από το χέρι εκείνων που τον «γέννησαν», και οι γύρω του θα υποφέρουν εξαιτίας της δικής του αφροσύνης. Γιατί ο Διόνυσος, που είναι – όχι τυχαία – εξάδελφος του Πενθέα, θυμώνει πολύ όταν τον αγνοούν, οδηγεί τους πάντες στα άκρα και κερδίζει πάντα.

Διαβάστε τις Βάκχες εδώ

Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Μπροστά στη θεότητα που πεθαίνει

Πέρα από τα αυστηρά θρησκευτικά δόγματα, ο θεός που πεθαίνει, συνήθως με επώδυνο τρόπο, είναι η έκφραση της αγωνίας του ανθρώπου μπροστά στον πόνο, την εγκατάλειψη και τον θάνατο. Την μόνη βεβαιότητα της ζωής, που πεισματικά αρνούμαστε να αποδεχτούμε. 
Από την αυγή της ανθρώπινης ιστορίας, θεότητες πεθαίνουν και ανασταίνονται, όπως το φως διαδέχεται το σκοτάδι.
Ο θάνατος του Χριστιανικού θεού, ανθρώπου ή θεανθρώπου (ανάλογα με το δόγμα) απεικονίστηκε από σπουδαίους καλλιτέχνες, κυρίως κατά τη διάρκεια της Αναγέννησης. Το θέμα είναι το ίδιο, αλλά ο καθένας προβάλλει μία διαφορετική διάσταση του δράματος, ανάλογα με τη «θέση» από την οποία το παρακολουθεί.
Και ο κάθε θεατής, σε ό,τι και όποιον και αν πιστεύει, ακόμα και αν δεν πιστεύει σε τίποτα, θα βρει τον εαυτό του να στέκεται δίπλα σε κάποιον από αυτούς τους καλλιτέχνες, πριν εντοπίσει ακριβώς το δικό του σημείο «λήψης».

Η Ταφή, Caravaggio, 1602, Vatican
Μόνοι μπροστά στο τέλος της διαδρομής
Ο «φακός» του Καραβάτζιο σημαδεύει το νεκρό σώμα, απομακρύνοντας το βλέμμα μας από τα υπόλοιπα πρόσωπα. Σε αντίθεση με τους περισσότερους συναδέλφους του, που επικεντρώνονται στο δράμα τη μητέρας, αυτός ενδιαφέρεται να παρουσιάσει το νεαρό, δυνατό και άψυχο σώμα.
Το χέρι του Ιησού ακουμπά το έδαφος, συμβολίζοντας την κάθοδο του Θεού στον κόσμο των ανθρώπων, ενώ το χέρι του άντρα αριστερά ακουμπά την πληγή στο σώμα του, που νεκρό πια, έχει λυτρωθεί από τον πόνο.
Το αμέσως επόμενο που τραβά την προσοχή μας, και πάλι δεν είναι η ηλικιωμένη μητέρα, αλλά η γυναίκα επάνω δεξιά (η Μαρία του Κλεόπα), που έχει υψωμένα τα χέρια εκφράζοντας μίαν απόγνωσή που πλησιάζει την έκσταση! 
Η γυναίκα στη μέση (μάλλον η Μαγδαληνή), μοιάζει να δυσκολεύεται να αποδεχτεί αυτό που βλέπει, ενώ η μητέρα του Ιησού, επιδιώκει χωρίς καμία ένταση, ένα τελευταίο άγγιγμα, που όμως δεν κατορθώνει.
Μία ομάδα ανθρώπων που βιώνουν τη θλίψη ο καθένας μόνος του. Δεν έχουν καμία επικοινωνία μεταξύ τους, γιατί έτσι βιώνει ο άνθρωπος την απώλεια των αγαπημένων του. Μόνος, στο ημίφως, μέχρι να έρθει η και η δική του στιγμή να περάσει στο πρώτο πλάνο.  

Ο νεκρός Χριστός του Mantegna, 1490, Brera, Milan. 
Η παγωμένη αλήθεια του θανάτου
Ένα από τα παγκόσμια αριστουργήματα, αυτός ο πίνακας δίνει μορφή στον ίδιο τον θάνατο, τη μοναδική βεβαιότητα της ζωής.  
Τα ψυχρά χρώματα, η γωνία της «λήψης» δημιουργούν την εντύπωση  πως ο νεκρός Χριστός βρίσκεται  σε νεκροτομείο και τίποτα δεν παραπέμπει στην συγκεκριμένη εποχή που εκείνος έζησε. Είναι ένας νεκρός κάθε τόπου και κάθε εποχής!

Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

Σώνει και καλά, μεταρρυθμίσεις πάλι;

Ο σιδηρόδρομος και η χρεοκοπία του 1893! Αυτά έρχονται στο μυαλό των περισσότερων όταν ακούν το όνομα του Χαρίλαου Τρικούπη. Ωστόσο, ο πρωθυπουργός αυτός τόλμησε κάποιες μεταρρυθμίσεις συγκλονιστικές για την εποχή του (και όχι μόνο).
Ήταν αυτός που μείωσε τον αριθμό των βουλευτών από 240 σε 150, που προσπάθησε να απαλλάξει το δικαστικό σώμα από τα κομματόσκυλα και τόλμησε να πατάξει τη φοροδιαφυγή. Ήταν αυτός  που όρισε αυστηρά κριτήρια για την επιλογή των δημοσίων υπαλλήλων, που αναδιοργάνωσε την Αστυνομία, που εκσυγχρόνισε το εκπαιδευτικό σύστημα και ίδρυσε τεχνικές σχολές, που στήριξε τη βιομηχανική παραγωγή, για να αναφέρουμε μερικά.

Και όλα αυτά, φυσικά, με δανεικά από το εξωτερικό, τα οποία ακολουθούν φόροι. Και τότε η αντιπολίτευση του Δηλιγιάννη έδωσε τα ρέστα της. Ξεσήκωσε τον κόσμο εναντίον του «Φορομπήχτη» και ο Τρικούπης χάνει τις επόμενες εκλογές. Κυβερνά για λίγο ο Δηλιγιάννης και τα κάνει μαντάρα. Ο Τρικούπης θα επανέλθει το 1892, αλλά είναι πλέον αργά.
Και κάπως έτσι, εν ολίγοις, η χώρα οδηγήθηκε στην χρεοκοπία και στον Διεθνή Έλεγχο.

Κι επειδή δεν φαίνεται να έχουν αλλάξει και πάρα πολλά από τότε, και ακόμα παλεύουμε με τους ίδιους δαίμονες, ας το διασκεδάσουμε με τους στίχους του Γ. Σουρή, ο οποίος σατιρίζει με τον μοναδικό του τρόπο τους Έλληνες του τότε και (ποιος να του το’λεγε) τους Έλληνες  έναν αιώνα αργότερα.
Εντάξει, όχι όλους, αλλά καμπόσους!


Προς Τρικούπην επιστολή του πατριώτου Φασουλή (αποσπάσματα)

« (...) Είδα τας νέας σου αρχάς και τα Προγράμματά σου
και είδα πως δεν βρίσκεσαι καθόλου στα σωστά σου,
Ακούς εκεί κατάστασις, ακούς εκεί κεφάλι,
να θέλει σώνει και καλά μεταρρυθμίσεις πάλι,
ενώ εμείς εφέραμε τον κόσμο άνω κάτω
των μασκαράδων να γενεί και φέτος Κομητάτο!

(...) Και όταν εις αυτόν εδώ τον δοξασμένον τόπον
αλλάξουν όλα μας μορφήν, διεύθυνσιν και τρόπον,
δεν εννοείς, Χαρίλαε, που κάνεις τον σωτήρα,
πως παύει το Ρωμαίικο να έχει χαρακτήρα,
πως παύομεν να είμεθα οι παίδες των Ελλήνων,
κι ο Φασουλής σας χαιρετά και φεύγει στο Πεκίνον;

(...) Κι όταν κανένας δεν μπορεί τον άλλον να σουφρώνει
κι ο μαθητής τον δάσκαλο γερά δεν μπαγλαρώνει,
και όταν δεν συγκρούονται στην καθ’ημέραν πάλην
το Ναυτικόν, και ο Στρατός κι η Θέμις κι η Παιδεία,
και πάσ’Αρχή δεν κρέμεται ως τώρα από την άλλην,
ε! τότε βαλ’του ρίγανη, θα είναι αηδία.

(...) Και τι Ρωμηός θα είμ’εγώ, οπόταν ζω εν τάξει,
οπόταν γίνω ἀνθρωπος μη βρέξει και μη στάξει,
όταν δεν έχω Βουλευτή και Υπουργό δικό μου,
μηδέ απ’το  Δημόσιο τραβώ το μερτικό μου,
μηδέ μπορώ να κουνηθώ, μηδέ να κάμω πάσσο,
ωσάν να κάθομαι σ’αυγά και τρέμω μην τα σπάσω;

Κι όταν δεν έχω Υπουργό κι ούτ’ένα Βουλευτή,
που να του σέρνω κάποτε το κάθε του αυτί,
μ’αυτόν να σκυλοβρίζομαι, μ’εκείνον να μαλώνω,
αμμ’δεν τους φτύνω, αδερφέ, αμμ’δεν τους φασκελώνω;
Και τι Ρωμηός θα είμ’εγώ σαν μου πατούν την κάπα
και δεν μπορώ στους άρχοντας να δώσω μία φάπα;

(...) Συγχώρα με, Χαρίλαε, με τα Προγράμματά σου,
άσ’τα να παν στο διάβολο κι εκεί που στέκεις στάσου.
Εμείς δεν είμαστε γι’αυτά, μην κάνεις τέτοιο σάλτο,
αλλιώς να έρθεις στην Αρχή, από τον νου σου βγάλ’το.
Δεν βλέπεις πως απόμεινες με είκοσι μονάχα,
μα θέλεις ολιγότεροι να σ’απομείνουν, Χάχα;

( Ο Ρωμηός, του Γ. Σουρή, 19 Ιαν.  1891)