Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2013

4ος αιώνας π.Χ, ένας κόσμος που αλλάζει - 2. Ως τη μάχη της Μαντίνειας (μέρος Β)

                                               Ο πιο πιστός μαθητής του Σωκράτη
Πλάτων

 Ο Πλάτων έζησε από το 428 έως το 348 και οι γονείς του, Αρίστων και Περικτυόνη, ανήκαν σε διαπρεπείς οικογένειες της Αθήνας του Χρυσού αιώνα. Η μητέρα του ήταν αδελφή του Χαρμίδη και εξαδέλφη του Κριτία, του οποίου η γενεαλογική γραμμή καταλήγει στον Σόλωνα.  Όταν πέθανε ο πατέρας του (μάλλον ενώ ο Πλάτων ήταν ακόμα παιδί), η μητέρα του παντρεύτηκε τον Πυριλάμπη, που ήταν εξέχων υποστηρικτής της δημοκρατίας στα χρόνια του Περικλή. Είχε λοιπόν την ευκαιρία να γνωρίσει τόσο τις αρχές της δημοκρατίας όσο και της ολιγαρχίας και να διαμορφώσει τη δική του πολιτική αντίληψη, με το πέρασμα των ετών, όταν βίωσε τα αποτελέσματα της εφαρμογής και των δύο συστημάτων.
Ο Πλάτων γνώριζε τον Σωκράτη από παιδί και συνδέθηκε με βαθιά φιλία μαζί του κατά τη διάρκεια της εφηβείας του. Καταγόμενος από οικογένεια πολιτικών, προοριζόταν και ο ίδιος για τον πολιτικό στίβο, στον οποίο ωστόσο δεν βιάστηκε να εισέλθει. Οι συγγενείς του Χαρμίδης και Κριτίας, ακόλουθοι και αυτοί του Σωκράτη και οπαδοί του ολιγαρχικού πολιτεύματος, παρότρυναν τον Πλάτωνα να πολιτευτεί κατά τη διάρκεια της τυραννίας του 404 π. Χ, όταν εκείνοι είχαν την εξουσία να τον λάβουν υπό την προστασία τους. Η απαράδεκτη όμως συμπεριφορά τους εναντίον του λαού και η εχθρότητα με την οποία αντιμετώπισαν τον Σωκράτη, αποθάρρυνε τον Πλάτωνα και τον κράτησε μακριά από την πολιτική. Η δημοκρατία που ακολούθησε τον απογοήτευσε ακόμα περισσότερο, ειδικά όταν καταδίκασε τον αγαπημένο του φίλο σε άδικο θάνατο και για καλή μας τύχη, έστρεψε το ενδιαφέρον του στη φιλοσοφία.

Σωκράτης
Η Β΄ Δημοκρατία, που μετρούσε μόλις τέσσερα χρόνια ζωής, θα έμπαινε στο μικροσκόπιο της των διανοητών της εποχής, με αυστηρότερο κριτή τον Πλάτωνα, ο οποίος αφιερώνει τους πρώτους διαλόγους του αποκλειστικά στην ανάδειξη της προσωπικότητας και της διδασκαλίας του δασκάλου του. Σε αυτούς τους διαλόγους τίθεται το σωκρατικό ερώτημα «τί ἐστιν» και σε καθένα από αυτά αναζητείται ο ακριβής ορισμός της κάθε αρετής. Η κυρίαρχη μορφή του Σωκράτη καθοδηγεί αυτή την αναζήτηση των επί μέρους ορισμών, για να φτάσει στον «Πρωταγόρα» να θέσει το ζήτημα της ενότητας όλων των αρετών και το κατά πόσον θα μπορούσε κανείς να τις διδάξει. Η ενότητα των αρετών θεωρείται, ωστόσο, δεδομένη και ταυτίζεται με τη γνώση, τη σοφία, την ηθική τελείωση, «το καλόν» που απασχολεί τον Πλάτωνα ιδιαιτέρως στους διαλόγους αυτής της περιόδου. Το δεύτερο ερώτημα δεν θα απαντηθεί με σαφήνεια, αλλά ο Πλάτων κάνει μία εξαιρετική παρουσίαση της τέχνης του διαλόγου και της επιχειρηματολογίας, καθώς οι διαλεγόμενοι, Σωκράτης και Πρωταγόρας, καταλήγουν στο τέλος να υποστηρίζει ο ένας την αρχική θέση του άλλου. Το ίδιο ερώτημα κυριαρχεί και στον «Ευθύδημο», που άνετα μπορούμε να χαρακτηρίσουμε κωμωδία με πρωταγωνιστές δύο «εριστικούς» σοφιστές που καλούνται να αποδείξουν πως είναι ικανοί να διδάξουν την αρετή. Αυτοί, όμως, κάνουν επίδειξη αποστομώνοντας ο ένας τον άλλον, παίζοντας απλώς με τις λέξεις χωρίς να λένε τίποτα ουσιαστικό. Ο Σωκράτης διακόπτει το παιχνίδι τους και οδηγεί τη συζήτηση στην ουσία του θέματος που είναι ο ορισμός του καλού. Εξετάζοντας τις αρετές καταλήγει πως στην πραγματικότητα υπάρχει ένα μόνο καλό πράγμα: η γνώση, χωρίς την οποία ο άνθρωπος δεν γνωρίζει πώς να χρησιμοποιήσει τις αρετές του, ακόμα και αν τις διαθέτει όλες. Και υπάρχει ένα μόνο κακό: η ἀμαθία (η ανοησία), η οποία μπορεί να μετατρέψει την μεγαλύτερη αρετή σε θανατηφόρο όπλο. Το ένα και μοναδικό καλό, λοιπόν, που είναι η γνώση των ηθικών αξιών, του ορθού τρόπου ζωής, εντέλει ταυτίζεται με την πολιτική τέχνη.
Αυτός ο ορθός τρόπος ζωής εξετάζεται στον «Γοργία», ο οποίος συνομιλώντας με τον Σωκράτη θα ισχυριστεί πως η μέγιστη αρετή είναι ικανότητα της αγόρευσης, εφόσον ένας καλός αγορητής αποκτά δύναμη όταν μπορεί να πείθει το ακροατήριό του για οτιδήποτε θελήσει. Αν μάλιστα είναι και ηθικός άνθρωπος, τότε δεν χρειάζεται να γνωρίζει άλλα πράγματα για να επιτύχει στην αποστολή του. Αν ξέρει να πείθει, δεν έχει σημασία το πόσο καλά γνωρίζει το αντικείμενο για το οποίο μιλά. Για τον Σωκράτη όμως, η ρητορική δεν είναι καν τέχνη, αλλά μία τεχνική που έχει ως στόχο την παροχή ευχαρίστησης χαϊδεύοντας τα αφτιά των ακροατών και η δύναμη που αποκτά ο καλός ρήτορας δεν έχει καμία αξία αν δεν προσφέρει κάτι καλό, μάλιστα καθιστά τον «δυνατό» δυστυχή. Έτσι, η συζήτηση φτάνει στο καίριο σημείο του ορισμού της ευτυχίας σε σχέση με την απόδοση δικαιοσύνης, για να καταλήξει στην εφαρμογή των αρχών αυτών στην πολιτική ζωή.  Ο νέος συνομιλητής, ο Καλλικλής, είναι ένας αξιόλογος αντίπαλος, υπέρμαχος της επικρατούσας ηθικής αντίληψης που υιοθετεί τον Νόμο της Φύσης, την επικράτηση, δηλαδή, του δυνατού. Αυτός που υπερέχει σε πνευματικά προσόντα δικαιούται να απολαμβάνει προνομιακή θέση σε σχέση με τους ανίκανους και να τους κυβερνά, γιατί αυτός γνωρίζει πώς να διοικεί ορθά την πόλη.  Ισχυρίζεται πως η συμβατική ηθική που εμποδίζει την επικράτηση του ισχυροτέρου, επειδή τάχα είναι αδικία,  είναι επινόηση των αδυνάτων και πως πραγματική αρετή και ευτυχία είναι να χρησιμοποιεί κανείς στο έπακρο τις δυνατότητές του για την ικανοποίηση των επιθυμιών του. Ο Σωκράτης  θα ξεκινήσει την συζήτηση περί ηδονής και κατά πόσον αυτή ταυτίζεται με την ευτυχία, μέσα από την οποία θα αποδείξει πως
ό, τι είναι ευχάριστο δεν είναι απαραιτήτως και καλό και πως ο ηγέτης οφείλει να φροντίζει για το καλό των πολιτών προωθώντας σε αυτούς ένα υψηλό ιδανικό πρότυπο. Ό, τι κάνει ο γιατρός για το σώμα μας, οφείλει να πράττει ο πολιτικός για την ψυχή μας, που σημαίνει πως συχνά θα πρέπει να καταστέλλει τις βλαβερές επιθυμίες των πολιτών.

Ένα από τα πολύ ιδιαίτερα έργα του Πλάτωνα ανήκει επίσης σε αυτή την περίοδο. Πρόκειται για τον «Μενέξενο», στον οποίο παρουσιάζεται ο Σωκράτης να εκφωνεί έναν επικήδειο λόγο (που είχε ακούσει από την Ασπασία!) για τους πεσόντες του Κορινθιακού πολέμου. Το ότι ο Πλάτων κάνει το Σωκράτη πρωταγωνιστή σε ένα επεισόδιο που συνέβη μετά τον θάνατό του, μας κάνει να υποψιαζόμαστε πως ο συγγραφέας βρίσκεται σε παιχνιδιάρικη διάθεση. Στην πραγματικότητα, φαίνεται πως περιπαίζει την εκλαϊκευμένη πατριωτική ρητορική του Ισοκράτη, τον οποίο ωστόσο δείχνει να συμπαθεί. Στόχος του είναι να σατιρίσει τόσο την εμμονή του Ισοκράτη να ταυτίζει την αγάπη για την πατρίδα με το μίσος προς τους βαρβάρους όσο και τις υπερβολές με τις οποίες εξωραΐζει την ιμπεριαλιστική διάθεση της Αθήνας.
 
Στην «Απολογία» ο Σωκράτης που δικάζεται για εισαγωγή νέων θεοτήτων και διαφθορά των νέων (σύμφωνα με το ψήφισμα του Διοπείθη), δίνει απολογούμενος ένα μάθημα ακεραιότητας και συνέπειας, όχι μόνο στους μαθητές του, που μάταια προσπάθησαν να τον πείσουν να δραπετεύσει, και στους κριτές του, αλλά και σε κάθε άνθρωπο, κάθε εποχής. Γραμμένος σε μία εποχή που οι νόμοι περιφρονούνται και η αναρχία αντικαθιστά την λαμπρή δημοκρατία του προηγούμενου αιώνα, ο διάλογος αυτός είναι ταυτόχρονα και μία κριτική, αν όχι καταγγελία, της παρακμής που βιώνει το αθηναϊκό πολίτευμα.
Ο θάνατος του Σωκράτη.
Jacques-Philip-Joseph de Saint-Quentin
Ο Σωκράτης δηλώνει ευθαρσώς πώς δεν πρόκειται να θυσιάσει τις πεποιθήσεις με τις οποίες έζησε όλη του τη ζωή, για να κάνει το χατίρι του λαού που απαιτεί επίδειξη δημοκρατικών φρονημάτων. Γνωρίζει ότι η κατηγορία που του προσάπτουν είναι προσχηματική, καθώς ο νόμος περί αμνηστίας δεν επιτρέπει να κατηγορηθεί κάποιος για πολιτικά παραπτώματα που αφορούν την περίοδο των τυράννων. Ο κατήγορός του, ο Άνυτος, δεν θα μπορούσε να τον κατηγορήσει ευθέως ως επικίνδυνο για τη δημοκρατία λόγω των σχέσεών του με ανθρώπους ολιγαρχικών αντιλήψεων ή αμφιλεγόμενα πρόσωπα, όπως ο Αλκιβιάδης. Δεν είναι τυχαίο πως το ίδιο έτος, ο Ανδοκίδης κατηγορείται για ασέβεια από τον ίδιο Μέλητο που χρησιμοποίησε και ο Άνυτος ως κατήγορο στη δίκη του Σωκράτη. Ο ανόητος Μέλητος ξεμπροστιάζεται από τον Σωκράτη όταν του ζητά να εξηγήσει με ποιο τρόπο θεωρεί πως διαφθείρει τους νέους. Φυσικά, ο κατήγορος δεν μπορεί να πει αυτό που στην πραγματικότητα εννοεί, πως δηλαδή ο Σωκράτης ήταν κακή επιρροή για τον Αλκιβιάδη, τον Χαρμίδη, τον Κριτία και άλλους που στράφηκαν τότε εναντίον της δημοκρατίας και αναγκάζεται να καταφύγει στο άλλο μέρος της κατηγορίας, πως οι διαφθείρονται  επειδή διδάσκονται να πιστεύουν θεότητες που δεν παραδέχεται η πόλη. Ο Σωκράτης θεωρεί την κατηγορία αυτή αστεία, εφόσον ο καθένας γνωρίζει πως σε όλη του τη ζωή εκτελούσε την αποστολή που έλαβε από τον θεό: «να φροντίζει για τη φρόνηση, την αλήθεια και το καλό της ψυχής του» και να διδάσκει πως «την αρετή δεν τη δημιουργεί ο πλούτος, αλλά εκείνη είναι η πηγή και του πλούτου και όλων των άλλων αγαθών».
Ο παράξενος αυτός φιλόσοφος δεν θα επικαλεστεί την επιείκεια των δικαστών, δεν θα φέρει τη γυναίκα του και τα παιδιά του μπροστά τους για να τους συγκινήσει, όπως ήταν η συνηθισμένη πρακτική. Και όταν θα του δοθεί η ευκαιρία να προτείνει την ποινή που θεωρεί δίκαιη, θα ζητήσει να σιτίζεται δωρεάν στο πρυτανείο, διότι αυτό ταιριάζει σε ανθρώπους που προσφέρουν μεγάλη υπηρεσία στην πατρίδα τους. Με τον τρόπο αυτό θα εξοργίσει και εκείνους που στην πρώτη ψηφοφορία τον είχαν κρίνει αθώο και θα επισφραγίσει μόνος του τη θανατική του καταδίκη, μένοντας σταθερός στις αντιλήψεις του και υποστηρίζοντας την αλήθεια μέχρι τέλους. Το ότι προτίμησε τον θάνατο από το να παραδεχτεί την ενοχή του για κάτι που δεν διέπραξε, οπωσδήποτε ξένισε τόσο τους συγχρόνους του (ακόμα και τους στενούς του φίλους), αλλά πολύ πιο παράξενο θα ακουγόταν στον μέσο Αθηναίο πολίτη της εποχής που κυκλοφόρησε αυτός ο διάλογος. Από την άλλη, πρόσφερε ένα εξαιρετικό πρότυπο ηθικής και παρρησίας σε εκείνους που δεν είχαν παραδοθεί στην παρακμή, αλλά ήταν αποφασισμένοι να αγωνιστούν για την αποκατάσταση της κοινωνίας και της πολιτικής ζωής.

Καθώς ο Πλάτων ωριμάζει, ο ρόλος του Σωκράτη στα έργα του περιορίζεται, μέχρι που εξαφανίζεται εντελώς στους τελευταίους διαλόγους του. Αυτό καθόλου δεν σημαίνει πως απομακρύνεται από τη σκέψη του Δασκάλου του, απλώς δομεί σταδιακά το δικό του φιλοσοφικό σύστημα, το οποίο επικεντρώνεται στον κόσμο των Ιδεών, την πορεία του φιλοσόφου προς τη θέαση του Αγαθού που είναι η έσχατη αιτία της γνώσης. Η μοναδική αλήθεια.

Σημ: όλες οι χρονολογίες είναι π.Χ, εκτός αν αναφέρεται διαφορετικά.