Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

4ος αιώνας π.Χ, ένας κόσμος που αλλάζει - 2. Ως τη μάχη της Μαντίνειας (μέρος Γ)

Η Ακαδημία και η αναζήτηση της δικαιοσύνης

Carl Johan Wahlbom - Η Ακαδημία του Πλάτωνα
 Το 390 ο Πλάτων πραγματοποιεί την πρώτη του επίσκεψη στον τύραννο των Συρακουσών Διονύσιο, ενώ λίγο νωρίτερα είχε επισκεφτεί την Κ. Ιταλία, όπου ήρθε σε επαφή με τους πυθαγόρειους. Επιστρέφοντας, ίδρυσε την Ακαδημία, την φιλοσοφική σχολή που θα παρέμενε το πνευματικό κέντρο της διανόησης έως το 509 μ.Χ που σφραγίστηκε από τον Ιουστινιανό. Σε αντίθεση με τη σχολή του Ισοκράτη, που δεν είχε σε εκτίμηση την επιστημονική μελέτη και θεμελίωνε το εκπαιδευτικό του πρόγραμμα στην διδασκαλία της χρήσης του λόγου, ο Πλάτων επιδιώκει τη σύζευξη της επιστήμης με την πολιτική ως τον μόνο τρόπο επίτευξης δίκαιης διακυβέρνησης. Για'αυτό, στην είσοδο της σχολής υπήρχε η επιγραφή: Μηδεὶς ἀγεωμέτρητος εἰσήτω μου τὴν στέγην. Στο τέλος του 4ου αιώνα, από την Ακαδημία αποφοιτούσαν πρωτοπόροι μαθηματικοί και διοικητικά στελέχη άριστα καταρτισμένα, ενώ καθιερώνεται ο θεσμός του εκπαιδευτικού ιδρύματος στο οποίο συρρέουν μαθητές από όλον τον κόσμο, αντικαθιστώντας το προηγούμενο σύστημα που απαιτούσε από τον δάσκαλο να ταξιδεύει προς αναζήτηση μαθητών. Στο σύστημα διδασκαλίας του Πλάτωνα οφείλουμε, επίσης, τον απεγκλωβισμό της εκπαιδευτικής διαδικασίας από την απλή ακρόαση διαλέξεων και την ανάδειξη της αξίας της προσωπικής έρευνας.

Στη δεκαετία που ακολουθεί την ίδρυση της σχολής, ο Πλάτων περνά στα χρόνια της ακμής του προσφέροντας στη φιλοσοφία εξαιρετικά έργα, μεταξύ των οποίων είναι ο Φαίδων, ο Φαίδρος, το Συμπόσιο ο Παρμενίδης, ο Θεαίτητος κ.ά. Εδώ θα αναφερθούμε στην «Πολιτεία», τον διάλογο που κυκλοφορεί λίγο μετά από το 380 και με τον οποίο γίνεται ξεκάθαρη η άποψη του Πλάτωνα περί ταύτισης πολιτικής και ηθικής. Οι νόμοι οφείλουν να διαπλάθουν την προσωπική ηθική του καθενός και σε αυτή την ηθική θεμελιώνεται κάθε πολιτική σκέψη και πρακτική. Το έργο αυτό διευκρινίζει τον κανόνα του δικαίου που οφείλει ο άνθρωπος να ακολουθεί στη ζωή του. Τι είναι δικαιοσύνη και τι αδικία; Πώς επηρεάζουν την ανθρώπινη ψυχή και ποιο από τα δύο εξασφαλίζει την ευτυχία; Για να καταλήξει σε μία απάντηση, ο Πλάτων θα εξετάσει τις τρεις απόψεις περί ηθικής.
Η συμβατική, παραδοσιακή ηθική που επιδιώκει την εντιμότητα, τη φιλαλήθεια και την απόδοση στον καθένα αυτού που του ανήκει. Αυτό σημαίνει να ωφελείς τους φίλους σου και να βλάπτεις τους εχθρούς σου, αλλά ο Σωκράτης δεν μπορεί να συμφωνήσει με έναν κανόνα που επιτρέπει την πρόκληση βλάβης σε κάποιον.
Η δεύτερη άποψη είναι η μοντέρνα ηθική της εποχής εκείνης, που είναι η άρνηση της ηθικής. Δίκαιο είναι ό, τι συμφέρει τον ανώτερο, ο οποίος επιβάλλεται στους κατώτερους αναγκάζοντάς τους να τηρούν νόμους που εξασφαλίζουν την εξουσία του. Οι άνθρωποι τηρούν τους κανόνες επειδή θέλουν να αποφύγουν την τιμωρία και κανείς δεν είναι δίκαιος από επιλογή. Εδώ βρίσκεται και ο μύθος του Γύγη, ο οποίος προέβη σε κάθε είδους άδικες πράξεις, μόλις έπεσε στα χέρια του ένα δαχτυλίδι που του επέτρεπε να γίνεται αόρατος όποτε το επιθυμούσε. Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος από τη φύση του είναι πλεονέκτης και θα έκανε οτιδήποτε για να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του. Η κοινωνική ζωή όμως, απαιτεί την υποταγή σε κανόνες, κάτι που όλοι κάνουν απρόθυμα, εφόσον «κανείς δεν είναι δίκαιος με τη θέλησή του».
Απόσπασμα από την Πολιτεία
Φυσικά, ο Σωκράτης πρεσβεύει ακριβώς το αντίθετο, πως κανείς δεν είναι κακός με τη θέλησή του, αλλά πράττει την αδικία από άγνοια. Αν όμως η πόλη διέθετε ένα θρησκευτικό και εκπαιδευτικό σύστημα τέτοιο που θα παρείχε την απαιτούμενη γνώση, κανείς δεν θα έπραττε το κακό. Προκειμένου να αναδείξει τη σημασία των ηθικών φαινομένων, ο Σωκράτης θα μιλήσει για αυτά σε μία μεγαλύτερη κλίμακα και κάπως έτσι φτάνει στην ίδρυση της πολιτείας, αναζητώντας τον τρόπο να καταστεί αυτή δίκαιη και πηγή ευτυχίας για όλους. Χτίζοντας βήμα-βήμα την πολιτεία του, ο Πλάτων δια στόματος Σωκράτη ή αντίστροφα, θα καταλήξει στο συμπέρασμα πως καμία πόλη δεν μπορεί να διοικηθεί με δικαιοσύνη, εάν δεν έχει έντιμους κυβερνήτες και κανείς δεν μπορεί να γίνει έντιμος, αν δεν εκπαιδευθεί κατάλληλα. Η Παιδεία είναι το μυστικό, διότι μόνο μέσω αυτής μπορεί η πόλη να γαλουχήσει τη νέα γενιά ηγετών που θα κατέχουν τη γνώση, θα είναι οι επιστήμονες της αρετής και θα κυβερνούν ανθρώπους που ο καθένας θα κάνει ευσυνείδητα τη δουλειά που του ταιριάζει. Οι μεν πολιτικοί άρχοντες και φύλακες της πόλης θα έχουν ως κίνητρο τη φιλοτιμία (την καλώς εννοούμενη φιλοδοξία), η δε τάξη των εργαζομένων θα στοχεύει στην ανάπτυξη της οικονομίας. Με τον τρόπο αυτό η φιλοσοφία και η ζωή της πράξης είναι αλληλένδετες και αλληλοεξαρτώμενες, επειδή η επιτυχημένη ηθική-πολιτική οφείλει να θεμελιώνεται στην επιστήμη. Σε αυτό το σημείο βρίσκεται η μεγάλη διαφορά στη σκέψη του Πλάτωνα από τον Ισοκράτη. Ενώ ο δεύτερος θεωρεί αδύνατη τη γνώση και προωθεί την καλή διαχείριση της γνώμης ως μέσο για έναν επιτυχημένο βίο, ο πρώτος θεωρεί πως μόνο η κατάκτηση της γνώσης οδηγεί στην αρετή και στην ευτυχία.

Κόντρα στην άποψη των σοφιστών που επικρατεί εκείνη την εποχή, ο Πλάτων δεν δέχεται τη σχετικότητα όταν πρόκειται για θέματα που αφορούν τις αρετές. Είναι άλλο πράγμα η «λαϊκή αρετή», η οποία εξαρτάται από τα κριτήρια που θέτει κάθε κοινωνία, και άλλο η φιλοσοφική αρετή. Η πρώτη είναι απλώς η καλή υπόληψη , είναι η τεχνική προσαρμογής στις παραδόσεις της κοινότητας και αποτελεί απλή απομίμηση της δεύτερης, η οποία απαιτεί την επίγνωση γενικών και σταθερών αρχών και είναι καθαρή γνώση.  Για τον λόγο αυτό, ο μόνος δρόμος για την κατάκτηση της αρετής, τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, είναι η αγωγή που θα διαπλάθει σοφούς κι ενάρετους ανθρώπους, που όμως θα είναι δίκαιοι. Διότι, τι καλό μπορεί να προσφέρει ένας γενναίος  ηγέτης που δεν χρησιμοποιεί το θάρρος και τη δύναμή του δίκαια; Ή πως θα θεωρήσουμε ενάρετο έναν πολίτη που διάγει συνετό βίο, αλλά αδικεί τους συμπολίτες του;

Ο Πλάτων δεν δέχεται με κανέναν τρόπο την άποψη πως καλό είναι ότι είναι καλό για τον καθένα ξεχωριστά.  Θα επιμείνει πως το κοινό καλό προηγείται οποιουδήποτε ατομικού συμφέροντος, διότι μόνο σε μια κοινωνία που ευημερεί μπορεί και ο κάθε πολίτης ξεχωριστά να γίνει ευτυχισμένος. Μια τέτοια πόλη παρουσιάζει στην «Πολιτεία» του, μια πόλη που αποτελεί μια αλληγορία του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου και με την οποία ο Πλάτων διδάσκει τον τρόπο επίτευξης της πολυπόθητης ψυχικής ισορροπίας.  Η πολιτεία που οραματίστηκε, μας εξηγεί ο ίδιος «....υπάρχει  στα λόγια – γιατί στη γη επάνω δεν νομίζω ότι υπάρχει πουθενά. Όμως, είπα, ίσως υπάρχει στον ουρανό, σαν ένα υπόδειγμα για όποιον θέλει να βλέπει και βλέποντας να χτίζει μια πολιτεία μέσα του. Αν υπάρχει κάπου αυτή η πολιτεία  ή αν θα υπάρξει, αυτό δεν έχει καμία σημασία, γιατί εκείνος θα πράττει σύμφωνα με τους νόμους αυτής της πολιτείας και καμιάς άλλης» (592b 2-4)

Πλάτων
Μετά την συγγραφή των κυρίως μεταφυσικών του έργων (Θεαίτητος, Παρμενίδης), ακολουθεί ένα δεύτερο ταξίδι στις Συρακούσες το 366, αυτή τη φορά μετά από πρόσκληση του Δίωνα, στενού φίλου του Πλάτωνα, ο οποίος του ζήτησε να αναλάβει την καθοδήγηση του Διονυσίου Β΄. Ο Δίων ανησυχούσε για την απειρία του νεαρού γυναικάδελφού του, που μόλις είχε αναλάβει το τιμόνι της πόλης και ήλπιζε πως ο Πλάτων θα μπορούσε να τον εμπνεύσει με τη διδασκαλία του. Φαίνεται πως και ο Πλάτων έτρεφε αυτή την ελπίδα, όπως αποκαλύπτει ο ίδιος στην Έβδομη Επιστολή του, αλλά ούτε αυτή η προσπάθεια είχε επιτυχία, κυρίως επειδή οι αυλικοί του τυράννου, φοβούμενοι πως θα χάσουν την πολιτική τους επιρροή, φρόντισαν να διαβάλουν τον Πλάτωνα και τον φίλο του και να πείσουν τον νεαρό Διονύσιο να θέσει υπό περιορισμό τον πρώτο και να εξορίσει τον δεύτερο.

Το 365 ο φιλόσοφος επιστρέφει στη Αθήνα για να δεχτεί νέα πρόσκληση το 361, όταν ο κίνδυνος της κατάληψης της Σικελίας από τους Καρχηδονίους ήταν πλέον ορατός και ήταν ανάγκη να κατανοήσει ο Διονύσιος πως πρέπει να κατορθώσει την ενοποίηση των πόλεων του νησιού σε έναν ισχυρό συνασπισμό, ώστε να αποφευχθεί η καταστροφή. Κατόπιν πιέσεων από τους πυθαγόρειους και από τον Δίωνα, ο Πλάτων πραγματοποιεί απρόθυμα την τρίτη του επίσκεψη στη Σικελία, η οποία αποδείχθηκε χειρότερη από τις προηγούμενες. Χρειάστηκε η μεσολάβηση του πυθαγόρειου Αρχύτα για να καταφέρει να φύγει και να επιστρέψει στην Αθήνα ένα χρόνο αργότερα.

Σημ: όλες οι χρονολογίες είναι π.Χ, εκτός αν αναφέρεται διαφορετικά.