Σάββατο, 4 Ιανουαρίου 2014

Το τιγκάμηλο

«Διαολίζεις τον κώνωπα και καταπίνει τιγκάμηλο»
Έτσι είχε διασκευάσει η αείμνηστη μαμά μου τη γνωστή ευαγγελική ρήση «Διυλίζουν τον κώνωπα και καταπίνουν την κάμηλο» και μου την έλεγε κάθε φορά που έκανα ή έλεγα κάτι πολύ εκνευριστικό που την έβγαζε από τα ρούχα της. Ένιωθε σαν κουνούπι που κάποιος το διαολίζει και από τα νεύρα του καταπίνει αμάσητο το τιγκάμηλο. Στο μυαλό της  το τιγκάμηλο ήταν ένα μυστηριώδες φυτό (προφανώς συνειρμός από το φασκόμηλο), με το οποίο τρέφονταν τα κουνούπια σε περιόδους νευρικής κρίσης.
Όταν έγινα μεγάλο παιδί και ένιωθα πια μορφωμένη, δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό και επιχείρησα να την επιμορφώσω.  Της εξήγησα πώς είναι η φράση στην πραγματικότητα και πως λέγεται όταν κάποιος ασχολείται με μικρής σημασίας ζητήματα, παραβλέποντας  τα σημαντικά.
Εκείνη, ένιωθε πολύ άβολα κάθε φορά που αντιμετώπιζε τον μεγάλο της πόνο. Ποτέ δεν ξεπέρασε το ότι οι γονείς της, με τη βία, της στέρησαν το σχολείο. Κάθε φορά που την διόρθωνα γνώριζα ότι θα θυμώσει και ότι θα επινοήσει κάτι για να μπαλώσει όπως-όπως το λάθος της. Η μαμά μου ήθελε να μαθαίνει καινούργια πράγματα, αλλά δεν άντεχε να παραδεχτεί πως δεν τα γνώριζε.
Ετούτη τη φορά μου λέει «Δηλαδή, δεν μπορεί κάποιος, αντί να διυλίζει τον κώνωπα να τον διαολίζει; Πρέπει να το πει κάποιος σπουδαίος για να το λέω κι εγώ;»
«Όχι. Αλλά, αν χρησιμοποιείς μία γνωστή φράση, πρέπει να την λες όπως ειπώθηκε»
«Γιατί;  Θα μου κόψει το επίδομα αυτός που την είπε;» μου είπε με ύφος κώνωπα που έψαχνε απεγνωσμένα τιγκάμηλο! Είχε εκείνο το ύφος, το ανακατεμένο θλίψη, αγωνία και θυμό. Ήταν ώρα να κατευνάσω τα πνεύματα.
«Αν σου αρέσει έτσι, μπορείς να το λες κι έτσι. Άλλωστε, μπορεί να καθιερωθεί και να το επαναλαμβάνουν οι επόμενες γενιές ως δικό σου απόφθεγμα. "Όπως έλεγε και η κυρά-Λένη", θα λένε».
Ήξερα ότι μέσα της χαμογελούσε, αλλά διατηρούσε, όπως το συνήθιζε, το θυμωμένο της ύφος. Για λίγο. Πάντα ήταν για λίγο.
Αλλάξαμε συζήτηση και λέγαμε περί ανέμων και υδάτων, όταν σε μία άσχετη στιγμή, καμιά ώρα μετά, με ρωτάει  με αφέλεια:
«Δεν πιστεύω να εννοούσες ότι δεν υπάρχει το τιγκάμηλο;»
Ήθελα να γελάσω, αλλά δεν το έκανα. Ήξερα πως για εκείνη ήταν ένα σοβαρό ερώτημα και η απάντηση είχε σημασία.
«Γιατί να μην υπάρχει;», της είπα. «Αρκεί να ακολουθήσεις ένα διαολισμένο κουνούπι, να δεις πού πάει και τα πίνει».
Η μάνα έφυγε από τον κόσμο τούτο με τα διαολισμένα κουνούπια, ένα μήνα μετά από αυτή τη συζήτηση.
Εγώ όμως, κάθε φορά που εκνευρίζομαι με κάτι, νιώθω σαν κουνούπι που δεν βρίσκει τιγκάμηλο να καταπιεί. Και αυτή η εικόνα αποδείχτηκε εξαιρετικό εργαλείο διαχείρισης θυμού. Πιάνει κάθε φορά. Γελάω μόνη μου, καθώς ακούω το οργισμένο κουνούπι  να τριγυρίζει στο μυαλό μου ψάχνοντας το καταπραϋντικό βοτάνι και σκέφτομαι πως δεν χρειάζεται να έχεις μάστερ για να δίνεις μαθήματα στα παιδιά σου.
Η αλήθεια σου είναι το σπουδαιότερο μάθημα, αυτό που το παιδί σου ποτέ δεν θα ξεχάσει.