Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2014

Επιχειρηματίες αξέχαστοι!

Προϊόντα παμπάλαια που άντεξαν στον χρόνο και παραμένουν δημοφιλή μέχρι τις μέρες μας. Ποιος τα επινόησε; Ποιος σκέφτηκε πρώτος να φτιάξει κύβους με αποξηραμένα μυρωδικά; Ποιος ανακάλυψε τη νοστιμιά στις νιφάδες καλαμποκιού; Πώς ένα καραβόπανο του 16ου αιώνα έγινε η πρώτη ύλη για τα διασημότερα παντελόνια όλων των εποχών; 


 Μία καλή προίκα και σούπα εις τον κύβο! 
 Ο Carl Heinrich Knorr γεννήθηκε το 1800 στο Seaside Brunswick. Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος και ο ίδιος ασχολήθηκε από νωρίς με τις επιχειρήσεις. 


Ίδρυσε την εταιρία παραγωγής αποξηραμένων μυρωδικών και αλεύρων από λαχανικά το 1834,, την οποία αναγκάστηκε να πουλήσει το 1855 λόγω οικονομικών προβλημάτων και να στραφεί στο εμπόριο υφασμάτων. Τρία χρόνια αργότερα, όμως, επιστρέφει στα τρόφιμα και χτίζει ένα νέο εργοστάσιο με κεφάλαια από την περιουσία της δεύτερης συζύγου του, με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά. 

Το πρώτο προϊόν της εταιρίας ήταν ένα κοκκινωπό συστατικό μαγειρικής από ραδίκι, το οποίο γρήγορα προώθησε από το Heilborn σε πολλές περιοχές της Γερμανίας.

Τη δεκαετία του 1870 μαζί με τους γιους του, Carl και Alfred, ξεκινούν την παραγωγή αποξηραμένων υλικών για σούπα σε σκόνη και παρόμοια προϊόντα που καταναλώνουμε έως σήμερα και που, ως το τέλος της δεκαετίας ήταν γνωστά σε ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο. Ο γνωστός κύβος κυκλοφόρησε το 1912. 

Ο τελευταίος της οικογένειας Knorr  εργάστηκε στην εταιρία το 1976 και από το 1998 η εταιρία ανήκει στη Unilever.

Ένας πωλητής με μυαλό «ξυράφι».


Ο King C. Gillette ήταν ένας πωλητής της Crown Holdings, που ήταν εταιρία κατασκευής δοχείων αλουμινίου (τα γνωστά σήμερα κουτάκια αναψυκτικών). Σύντομα αντιλήφθηκε πόσο προσοδοφόρα είναι πώληση προϊόντων μίας χρήσης και αυτό του έδωσε την ιδέα για τα γνωστά μας ξυραφάκια.
Η ιδέα υπήρχε ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα, αλλά ο Gillette κατόρθωσε να κάνει τα ξυραφάκια μίας χρήσης προσιτά στον πολύ κόσμο. Η παραγωγή άρχισε το 1903 και το λογότυπο ήταν το πορτρέτο του κατασκευαστή με την υπογραφή του. 

Την πρώτη χρονιά πούλησε μόνο 51 ξυριστικές μηχανές και 168 ξυραφάκια. Ο Gillette επέμεινε και επένδυσε πολύ στην διαφήμιση και στη μείωση του κόστους παραγωγής επιλέγοντας σύγχρονα μηχανήματα.  Τον δεύτερο χρόνο πούλησε 90.000 μηχανές και 123.000 ξυραφάκια. Ως το 1908, η εταιρία του είχε εγκαταστάσεις στις ΗΠΑ, στη Βρετανία, στη Γαλλία και στον Καναδά. Λίγο αργότερα ο Gillette πουλά την εταιρία στον John Joyce.

Το 1932 πεθαίνει πάμφτωχος, καθώς είχε ξοδέψει το μεγαλύτερο μέρος των κερδών του στην κατασκευή ενός ακινήτου 500 τετραγωνικών στο Palm Springs και ένα ράντζο στη Σάντα Μόνικα, περιουσία που εξανεμίστηκε στην Κρίση του 1929.
Σήμερα τα προϊόντα Gillette διακινούνται από την εταιρία Procter and Gamble.

Προϊόντα σοκολάτας σε φαντεζί περιτύλιγμα
 Ο Philippe Suchard ίδρυσε τη σοκολατοποιία του το 1825 στο Neuchâtel της Ελβετίας, επιστρέφοντας από ένα σύντομο ταξίδι στις ΗΠΑ. Τα προϊόντα από κακάο ήταν ακόμα πανάκριβα και χρειάστηκε μεγάλος αγώνας μέχρι να καθιερωθούν στο ευρύ κοινό. Το 1880 και ύστερα από μία παραλίγο χρεοκοπία, τα προϊόντα του είναι διάσημα και ανοίγει δεύτερο εργοστάσιο, αυτή τη φορά στη Γερμανία.
Ο Suchard είχε την ιδέα να χρησιμοποιήσει υδροηλεκτρική ενέργεια από το διπλανό ποτάμι, μειώνοντας αρκετά το κόστος παραγωγής. Επίσης, ο ίδιος επέλεξε το λιλά χρώμα για τις συσκευασίες του, μαντεύοντας σωστά πως αυτό το προκλητικό και αταίριαστο (για την εποχή) με τη σοκολάτα χρώμα θα έκανε βαθιά εντύπωση στους καταναλωτές.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1880, τα σοκολατοειδή του Suchard αποτελούσαν το μισό της παραγωγής της Ελβετίας.

Παράλληλα, ο Suchard δοκιμάζει την τύχη του και με άλλου είδους επιχειρήσεις, όπως προϊόντα ασφάλτου, εξόρυξη σιδήρου και εκτροφή μεταξοσκώληκα, που όμως αποδείχθηκαν ζημιογόνες. Σε ηλικία 76 ετών (το 1883) έκανε τον γύρο του κόσμου σε πέντε μήνες. Τον επόμενο χρόνο πέθανε και την επιχείρηση κληρονόμησε η κόρη του.
Η σοκολάτα Μίλκα (Milch (γάλα) και Kakao) εμφανίζεται στην αγορά το 1901, 17 χρόνια μετά τον θάνατό του Suchard. Το 1970 η εταιρία συγχωνεύεται με την Jacobs και σχηματίζει τη Jacobs-Suchard (που αγόρασε και τις δικές μας σοκολάτες "Παυλίδης").
Σήμερα ανήκει στην Kraft Foods.

Όταν το καραβόπανο έγινε παντελόνι εργασίας.
 Το 1870 στη Ν. Υόρκη, ο Γερμανός Löb Strauß, που έγινε γνωστός ως Levi Strauss, είχε την ιδέα να χρηματοδοτήσει μία επιχείρηση που θα κατασκεύαζε εργατικά παντελόνια και φόρμες από ένα ύφασμα γνωστό στην Ευρώπη από τον 16ο αιώνα. 
Το ύφασμα αυτό το χρησιμοποιούσαν οι ναυτικοί από τη Γένοβα για να σκεπάζουν τα καράβια τους, καθώς ήταν πολύ ανθεκτικό. Στην Ευρώπη το ονόμαζαν Bleu de Genes, δηλαδή το μπλε από τη Γένοβα, και όταν ο Strauss το καθιέρωσε στην Αμερική, έγινε παγκοσμίως γνωστό ως blue Jean ή απλά Levi’s, από το μικρό όνομα του επιχειρηματία. 

Η πατέντα των παντελονιών που έμελλε να κατακτήσουν τον κόσμο, κατοχυρώθηκε το 1873 από τον Levis Strauss και τον Jacob Davis. Ο δεύτερος ήταν ράφτης, μετανάστης από την Λετονία, που αγόραζε jean ύφασμα από το κατάστημα του Strauss. Συνήθιζε να ενισχύει τις ραφές με πριτσίνια από χαλκό και κάποια στιγμή σκέφτηκε να εφαρμόσει αυτή την τεχνική για να δημιουργήσει πιο ανθεκτικά παντελόνια. Ο Strauss χρηματοδότησε την παραγωγή. Οι εργάτες, οι μεταλλωρύχοι και αργότερα οι cowboys λάτρεψαν τα jeans, ενώ σύντομα έγιναν μόδα για τους νέους κάθε κοινωνικής τάξης.

Ο Strauss πέθανε άτεκνος το 1902 σε ηλικία 73 ετών αφήνοντας πίσω του μία περιουσία σημερινής αξίας 160 εκατομμυρίων δολαρίων. Ένα σημαντικό τμήμα αυτών, τα κληροδότησε σε εβραϊκά και καθολικά ιδρύματα, κυρίως ορφανών παιδιών. Τα υπόλοιπα έμειναν στους γιους της αδελφής του. 
Ο Davis ήταν αυτός που επέβλεπε τις εργασίες στο εργοστάσιο του San Francisco, όπου και πέθανε το 1908, αφήνοντας την επίβλεψη της επιχείρησης στον γιο του, αν και είχε πουλήσει τα δικαιώματα της πατέντας το 1907 στους Strauss, στους απογόνους των οποίων ανήκει η επιχείρηση έως σήμερα.


Κατά λάθος, νιφάδες από χρυσάφι.
 Ο  Will Keith Kellogg, ήταν ένας φανατικός χορτοφάγος, φιλάνθρωπος, μέλος της εκκλησίας των Αντβεντιστών της Εβδόμης Ημέρας. Νέος ακόμα, έβγαλε τα πρώτα του χρήματα πουλώντας σκούπες και στη συνέχεια εργαζόταν μαζί με τον αδελφό του (John  Harvey Kellog) στο Θεραπευτήριο Battle Creek Sanitarium. Στο Κέντρο αυτό, πιστοί στην ολιστική αντιμετώπιση του ανθρώπου, εφάρμοζαν θεραπείες βασισμένες στην υγιεινή διατροφή (με φυτικές ίνες, λίγες πρωτεΐνες, ξηρούς καρπούς, καθόλου καφεΐνη και αλκοόλ), τη θεραπεία μέσω άσκησης και καθαρού αέρα, την υδροθεραπεία και άλλες παρόμοιες πρακτικές, δημοφιλείς στα μέλη της συγκεκριμένης εκκλησίας. 
Το 1894, τα δύο αδέρφια άφησαν μαγειρεμένο σιτάρι στην άκρη μέχρι να τελειώσουν άλλες δουλειές. Όταν επέστρεψαν να ετοιμάσουν το πρωινό, αυτό είχε μπαγιατέψει και δεν ήταν πλέον βρώσιμο. Δεδομένου ότι δεν υπήρχαν χρήματα για πέταμα, αποφάσισαν να το περάσουν από τους κυλίνδρους με τους οποίους ετοίμαζαν φύλλα ζύμης και προς μεγάλη τους έκπληξη, η διαδικασία αυτή παρήγαγε τις γνωστές μας νιφάδες Kellogg’s Corn Flakes. Τις έψησαν και τις σέρβιραν στους ασθενείς τους, που έμειναν ενθουσιασμένοι με το νόστιμο, τραγανό τους γεύμα. 

Τα αδέρφια συμπεριέλαβαν το νέο προϊόν στη διατροφή των ασθενών του Θεραπευτηρίου. Ένας από αυτούς τους ασθενείς νοσηλευόταν για νευρικό κλονισμό, ονόματι Charles William Post, εμπνεύστηκε από το νέο προϊόν και το 1897 προχωρά στην παραγωγή ενός ροφήματος με βάση τα δημητριακά, που ονόμασε Postum, και δημητριακών (τα Grape Nuts). 
To 1904 κυκλοφορεί τα δικά του corn flakes με την ονομασία Elijah's Manna που μετά από διαμαρτυρίες κληρικών μετονομάστηκαν σε Post Toasties. Ο Post επένδυσε τα κέρδη του στο Real Estate και τα πολλαπλασίασε. Το 1914 η υγεία του επιδεινώθηκε και μη μπορώντας να αντέξει τους επίμονους κοιλιακούς πόνους, αυτοκτόνησε με το όπλο του. 

Οι κληρονόμοι του εξαγόρασαν και άλλες εταιρίες και μετονόμασαν τον κολοσσό που δημιουργήθηκε σε General Food Corporation το 1929 και General Foods αργότερα. Το 1985 η εταιρία πέρασε στη Philipp Morris και to 1989 ενοποιήθηκε με την Kraft Foods.

Ο Kellog έφτιαξε τη δική του επιχείρηση το 1906 και οι νιφάδες του γνώρισαν τεράστια επιτυχία. Το 1930, στη διάρκεια της μεγάλης οικονομικής κρίσης, μείωσε το ωράριο των υπαλλήλων του σε 30 ώρες την εβδομάδα, δημιουργώντας άλλη μία βάρδια, προκειμένου να προσφέρει δουλειά σε περισσότερους ανθρώπους και έμεινε σταθερός σε αυτή την πρακτική ως τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο. 
Η επιχείρηση ήταν εξαιρετικά κερδοφόρα και εξαγόρασε πολλές σημαντικές εταιρίες της εποχής. Ο  Will Keith Kellogg πέθανε σε ηλικία 91 ετών από καρδιά.
Σήμερα η επιχείρηση απασχολεί 30000 υπαλλήλους και το 2012 ήταν η δεύτερη σε μέγεθος εταιρία παραγωγής σνακ στον κόσμο (μετά την PepsiCo). 

Κάποιοι βοηθήθηκαν από ένα ατύχημα και κάποιοι απλώς είχαν μία έξυπνη ιδέα. Κάποιοι πάτησαν στην εφεύρεση κάποιου άλλου και κάποιοι είχαν την τύχη να βρουν χρηματοδότη την κατάλληλη στιγμή. Όλοι όμως ήταν παρατηρητικοί, δημιουργικοί και είχαν όρεξη για δουλειά. Και πάνω απ'όλα τόλμησαν!