Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015

Φόβος ή Ελπίδα;

Η ελπίδα και ο φόβος, τα πιο αποτελεσματικά όπλα στα χέρια της εξουσίας, διεκδικούν σε λίγες ώρες την ψήφο μας. Ένα ύποπτο αγαθό σταλμένο απ’ τους θεούς και ο γιος του θεού του πολέμου.
 Ο Δίας φρόντισε να τοποθετήσει την ελπίδα μέσα στο πιθάρι της Πανδώρας, μαζί με όλες τις συμφορές που έπληξαν την ανθρωπότητα, όταν εκείνη το άνοιξε. Φροντίζοντας να μείνει η ελπίδα στο πιθάρι και στη διάθεση των ανθρώπων, ο Δίας μπορεί να τους κυβερνήσει ευκολότερα. Ο Ναπολέων Βοναπάρτης ομολογεί πως «ο ηγέτης είναι έμπορος ελπίδας».
Ο φόβος απ’ την άλλη, γιος του Άρη και της Αφροδίτης, μαζί με τον αδελφό του τον Δείμο (τρόμος) συνοδεύουν πάντα τον πατέρα τους στις μάχες. Ο φιλόσοφος Bertrand Russel διαπιστώνει πως «κανένας άνθρωπος ούτε ομάδα ούτε έθνος δεν μπορεί να ενεργήσει ανθρώπινα ή να σκεφθεί σωστά υπό το κράτος ενός μεγάλου φόβου
Τι είναι, λοιπόν, πιο επικίνδυνο; Ο φόβος ή η ελπίδα; 

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2014

Λαϊκισμός, η πολιτική της φτηνής σαρδέλας

Η ιστορία είναι παλιά, αλλά οι τακτικές και τα επιχειρήματα δεν έχουν αλλάξει και τόσο. Αντικαταστήστε τον πόλεμο με τα μνημόνια, αλλάξτε τα ονόματα και απολαύστε υπεύθυνα.

Μετά τον θάνατο του Περικλή, στην πολιτική σκηνή της Αθήνας επικρατεί ένας βυρσοδέψης που εμφανιζόταν ατημέλητος στην Εκκλησία του Δήμου, ούρλιαζε, έβριζε και καυγάδιζε με το παραμικρό. Τα δημαγωγικά του τερτίπια τα σατιρίζει συχνά ο Αριστοφάνης στα έργα του και φαίνεται πως οι Αθηναίοι, όπως κι εμείς σήμερα, διασκέδαζαν πολύ με τη διακωμώδηση εκείνου που οι ίδιοι είχαν ψηφίσει στρατηγό. 
Ο Κλέων, ο πιο διάσημος δημαγωγός της αρχαιότητας, είναι ο Παφλαγόνας στην κωμωδία «Ιππής», που διδάχτηκε το 424 π.Χ (τον έβδομο χρόνο του Πελοποννησιακού Πολέμου) και πήρε το πρώτο βραβείο στα Λήναια. 
Οι πολιτικοί Δημοσθένης και Νικίας θέλουν να ξεφορτωθούν τον Παφλαγόνα – Κλέωνα, ώστε να τον αντικαταστήσουν με κάποιον καταλληλότερο. Αλλά ποιος μπορεί να τον ανταγωνιστεί σε λαϊκισμό και να κερδίσει την εμπιστοσύνη του Δήμου; 

Πώς γίνεται κάποιος λαοφιλής
Ο κλήρος πέφτει σ’ έναν τυχαίο, φτωχό κι αγράμματο αλλαντοπώλη, τον οποίο προσπαθούν να πείσουν ότι είναι κατάλληλος να κυβερνήσει.
«Σπουδαίος θα γίνεις ακριβώς επειδή είσαι άνθρωπος της αγοράς, θρασύς και πονηρός», του λένε. «Πολιτικός ηγέτης δεν γίνεται ούτε ο μορφωμένος ούτε ο έντιμος, αλλά ο άτιμος και αγράμματος». Μα εκείνος διστάζει. 
«Και πώς θα καταφέρω να εξουσιάσω τον λαό;»

Πέμπτη 24 Απριλίου 2014

Τι μπορεί να μάθει ένας πολιτικός από τις "Βάκχες" του Ευριπίδη;

Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος σηματοδότησε την αρχή του τέλους για τον θεσμό της αρχαιοελληνικής πόλης. Σε αντίθεση με τους Περσικούς πολέμους, που όλοι μαζί αντιμετώπισαν με αξιοθαύμαστη γενναιότητα τον εξωτερικό εχθρό, τώρα στρέφονται η μία πόλη εναντίον της άλλης, διαλύοντας ό,τι είχε επιτύχει η ενότητα.

Η περιγραφή του Θουκυδίδη είναι αποκαλυπτική, όταν περιγράφει τη συμπεριφορά των Αθηναίων, από τον πρώτο κιόλας χρόνο του πολέμου, μετά το πρώτο κύμα του λοιμού: «... οι περισσότεροι, βλέποντας πόσο εφήμερος είναι ο πλούτος και αβέβαιος ο βίος, έσπευδαν να ξοδέψουν τα χρήματά τους και να τα χαρούν. Κανείς δεν ήταν πρόθυμος να υποβληθεί σε οποιονδήποτε κόπο για κάτι που άλλοτε θα φάνταζε χρήσιμο, επειδή σκεφτόταν πως μπορούσε να πεθάνει πριν ολοκληρώσει αυτό για το οποίο θα κοπίαζε. Κατάντησε να θεωρείται καλό και ωφέλιμο, το άμεσο κέρδος και η ευχαρίστηση της στιγμής. Δεν τους συγκρατούσαν ούτε ο φόβος των θεών ούτε οι ανθρώπινοι νόμοι».
Μέσα στον εμφύλιο σπαραγμό, η πολιτική τάξη διασαλεύτηκε, καθώς οι πολιτικοί ηγέτες δεν ενδιαφέρονταν πλέον για το κοινό καλό. Δημοφιλείς γίνονταν όσοι ούρλιαζαν έξαλλα και ο κομματικός φανατισμός έγινε αξία ισχυρότερη από τους οικογενειακούς δεσμούς. «Οι αρχηγοί των κομμάτων πρόβαλλαν ωραία συνθήματα», γράφει ο Θουκυδίδης: Ισότητα των πολιτών ευαγγελιζόταν οι δημοκρατικοί, σωφροσύνη των αριστοκρατών έταζαν οι ολιγαρχικοί. Η κτηνώδης, όμως, συμπεριφορά της μίας παράταξης προς την άλλη, φανέρωνε πως ήταν μόνο συνθήματα. Κι έτσι, «το ήθος, που είναι το κύριο γνώρισμα της ευγενικής ψυχής, κατάντησε να είναι καταγέλαστο κι εξαφανίστηκε» (Ιστορία, ΙΙ και ΙΙΙ).

Δεν είναι παράξενο που η  δεύτερη δημοκρατία, μετά το τέλος του πολέμου, ήταν προβληματική και ανίκανη να θεραπεύσει τις πληγές. Η μεγάλη στροφή από το «εμείς» στο «εγώ» είχε επιτευχθεί και εξελισσόταν γοργά, καθώς οι αξίες της πόλης, στην οποία τα πάντα μεταβάλλονται συνεχώς προκαλώντας ανασφάλεια και φόβο, εγκαταλείπονται.
Η αλλαγή αυτή αποτυπώθηκε έντονα και στη θρησκευτικότητα. Σιγά–σιγά οι μυστηριακές, φυσικές λατρείες που κάτω από την επίδραση του ορθολογισμού είχαν ενσωματωθεί στις αστικές τελετές, άρχισαν να αναβιώνουν. Οι ταλαιπωρημένοι Έλληνες αναζήτησαν την χαμένη ενότητα και ασφάλεια στις αρχέγονες, χαρούμενες και εκστατικές λατρείες, εισάγοντας νέες θεότητες από την Ανατολή. 
Αυτό συνέβη και με τη λατρεία του Διονύσου, που αν και πανάρχαιος, επανεμφανίζεται, ταυτισμένος με τον Σαβάζιο, ως θεότητα της Λυδίας. Στην ελληνική παράδοση είναι γιος του Δία και της εγγονής του βασιλιά Κάδμου, του γενάρχη των Θηβαίων.
Πουθενά δεν ήταν εντονότερο το αίσθημα της συλλογικότητας της πόλης όσο στο θέατρο, μία καθαρά διονυσιακή έμπνευση. Η ταύτιση με τον ήρωα που αγωνίζεται προϋποθέτει την εκμηδένιση της ατομικότητας μέσα στο σύνολο. Ή όπως γράφει ο Νίτσε στη «Γέννηση της τραγωδίας»: «Ο ήρωας (της τραγωδίας) είναι ο Διόνυσος των Μυστηρίων που υποφέρει, ο θεός που νιώθει μέσα του τις οδύνες της εξατομίκευσης».
Και ο Διόνυσος ανεβαίνει για πρώτη φορά στη σκηνή του θεάτρου στις Βάκχες του Ευριπίδη. Ως τότε, οι θεοί εμφανίζονται μόνο «από μηχανής», επάνω στο θεολογείο. Τώρα όμως, το 405 π.Χ, που διδάσκεται αυτό το δράμα, είναι η ώρα να διερευνηθούν αυτές οι οδύνες, του ανθρώπου που μαθαίνει να ζει μακριά από την ασφάλεια του συνόλου, αντιμετωπίζοντας τον εαυτό του ως μονάδα. 

Η Υπόθεση
Ο Πενθέας, ο νεαρός βασιλιάς της Θήβας (εγγονός και αυτός του Κάδμου), είναι πραγματιστής, αντιπροσωπευτικό δείγμα του σκληροπυρηνικού ορθολογιστή του 5ου αιώνα, που καμαρώνει για την αδούλωτη στις δεισιδαιμονίες σκέψη του. Φυσικά, δεν δέχεται καν την ύπαρξη ούτε του Διονύσου ούτε κανενός άλλου θεού. 
Αλλά ο Διόνυσος, έχει έρθει από την Ανατολή για να εδραιώσει στον τόπο αυτό την λατρεία του, η οποία έχει παραγκωνιστεί εξαιτίας των νέων ηθών.  Στην αρχή είναι μεταμφιεσμένος, ώστε να μην καταλάβει κανείς πως είναι ο θεός. 
Ο Πενθέας συνέλαβε όσες γυναίκες, πιστές του Διονύσου βρήκαν οι άνθρωποί του στο βουνό  και  χλευάζει τον παππού του και τον μάντη Τειρεσία που «βακχεύουν», μένοντας πιστοί στην αρχαία λατρεία. Ο Τειρεσίας προσπαθεί να τον συνετίσει: « ... δύο πρόσωπα είναι τα πιο σπουδαία στον κόσμο: το ένα είναι η θεά Δήμητρα –η γη, πες την εσύ με όποιο όνομα θέλεις – κι αυτή με τους ώριμους καρπούς τρέφει  τους θνητούς· το άλλο αυτός ήρθε μετά· ο γιος της Σεμέλης βρήκε κι έφερε στους θνητούς το υγρό ποτό του σταφυλιού, που διώχνει τη λύπη απ’τους ταλαίπωρους ανθρώπους».
«Ο ίδιος αυτός ο θεός προσφέρεται ως σπονδή στον Δία για το καλό των ανθρώπων», συνεχίζει ο Τειρεσίας, αλλά ο Πενθέας είναι εξαγριωμένος! Ούτε στα λόγια του πατέρα του πείθεται , όταν τον παρακαλεί να είναι τουλάχιστον συγκαταβατικός κι ας μην πιστεύει ο ίδιος. Ο νεαρός βασιλιάς είναι αποφασισμένος να καταστρέψει ό,τι και όποιον σχετίζεται με τούτον τον θεό που παρασύρει τις γυναίκες στην ερωτική ακολασία και ανατρέπει την τάξη. 
Συλλαμβάνει τον παράξενο ξένο (που δεν ξέρει ακόμα πως είναι ο Διόνυσος), μέχρι να μαζέψει από τον Κιθαιρώνα όλες τις γυναίκες που επιδίδονται στη λατρεία του (τις Βάκχες), αλλά εκείνος  σπάει τα δεσμά και βγαίνει από τη φυλακή. Και δεν έφτανε αυτό, αλλά φτάνει και η είδηση πως ανάμεσα στις Βάκχες που εντόπισαν στο βουνό ήταν και η Αγαύη, η μητέρα του Πενθέα. Αυτός όμως, ούτε τώρα αλλάζει γνώμη.
Ο Διόνυσος θα οδηγήσει τον Πενθέα στην παράνοια. Θα τον ντύσει με ρούχα γυναικεία και θα τον οδηγήσει στον Κιθαιρώνα. Εκεί υπό την επήρεια της ιερής μανίας, η Αγαύη με τις αδερφές της θα τον διαμελίσουν. Η κατάληξη είναι δραματική τόσο για τον Πενθέα όσο και για την οικογένειά του, που εξορίζεται από την Θήβα (εκτός από τον Κάδμο και τη σύζυγό του, που λαμβάνουν την υπόσχεση πως, μετά από πολλά βάσανα, θα κατοικήσουν στη χώρα των Μακάρων). 
Και ο χορός κλείνει το έργο με  τα εξής λόγια: «πολλά τα τελειώνουν απροσδόκητα οι θεοί. Όσα απ’τον νου μας πέρασαν, δεν έγιναν και για εκείνα που δεν ελπίζαμε βρήκε τρόπο ο θεός».

Πίσω από τον μύθο
Ο Διόνυσος προσφέρει απλόχερα την ελευθερία από τα δεσμά του πολιτισμού σε όλους, ακόμα και στους δούλους. Δεν έχει ούτε ιερείς ούτε μάντεις. Είναι ανατρεπτικός, αχαλίνωτος και ανάλγητος, όπως η φύση. Είναι αυτό που πρόκειται να αντιμετωπίσει ο άνθρωπος έξω από την ασφάλεια της πόλης. Σωστά είχε πει ο Αριστοτέλης πως αν κάποιος ζει εκτός της πόλης, δεν μπορεί να είναι άνθρωπος. Είναι είτε θηρίο είτε θεός. 
Ο Πενθέας χειρίστηκε το ζήτημα επιπόλαια. Υπερεκτίμησε την δύναμη του ορθολογισμού και υποτίμησε τη δύναμη των άλογων δυνάμεων του ανθρώπινου πνεύματος, ακόμα και του δικού του. Γιατί ο Διόνυσος κατόρθωσε, χρησιμοποιώντας το υπερ-όπλο του ορθολογισμού, την πειθώ, να τον πείσει να υποκύψει στις δικές του άλογες ορμές. Και το διδάσκει αυτό ο «αρχιερέας» του ορθολογισμού, ο ποιητής του διαφωτισμού, ο Ευριπίδης! 
Την ανάγκη να ξεκουράζεται το ανθρώπινο πνεύμα, εντρυφώντας στην Διονυσιακή εμπειρία, υποδήλωνε η λατρεία από κοινού στους Δελφούς του γλεντζέ Διονύσου και του ορθολογιστή Απόλλωνα. Ο άνθρωπος ως μονάδα, μέσα από τη φαντασία γνωρίζει τα μυστικά της ψυχής του, χαλαρώνει, ενδυναμώνεται και ύστερα είναι έτοιμος να δημιουργήσει και να μεγαλουργήσει για τη δική του πρόοδο, αλλά και της κοινότητας. Λατρεύει τον Διόνυσο για να προσεγγίσει και να κατανοήσει τον Απόλλωνα. 
Αλλά πρέπει να το κάνει προσεκτικά, όπως επισημαίνει ο Νίτσε: «Από το διονυσιακό θεμέλιο δεν πρέπει να εισχωρήσει στη συνείδηση του ανθρώπου τίποτα παραπάνω απ΄ό,τι μπορεί να ξεπεράσει πάλι από την απολλώνια δύναμη της μεταμόρφωσης».

Μία σκέψη ακόμα...
Σε περιόδους έντονης ανησυχίας και δυστυχίας, οι άνθρωποι βιώνουν καταστάσεις τις οποίες δεν μπορούν να τιθασεύσουν με τη δύναμη της λογικής. Θυμώνουν, αρνούνται να σκεφτούν, να εξετάσουν. Εύκολα στρέφονται προς το παλιό, το γνωστό, το ασφαλές, οτιδήποτε τους κάνει να νιώθουν σημαντικοί και χαρούμενοι. 
Ίσως, αυτό που θέλει να πει  ο Ευριπίδης στους Αθηναίους είναι πως ο συνετός ηγέτης καλά θα κάνει να μην χλευάζει αυτή την επιλογή. Πως πουθενά δεν οδηγεί η επίδειξη ορθολογισμού, πως δεν μπορεί να νικήσει αυτό που δεν κατανοεί, πως δεν είναι σοφό να το υποτιμά. Τέτοιες ώρες, ο ικανός ηγέτης εντοπίζει το σημείο ισορροπίας ανάμεσα στην άλογη παρόρμηση και την ορθολογική σκέψη, τη μέση οδό που θα κατευνάσει τα πνεύματα, θα δώσει μιάν ανάσα και θα ανοίξει δρόμο για το μέλλον, με βήμα αργό και σταθερό. Ικανότητα που διέθεταν οι ηγέτες που οδήγησαν την Αθήνα στη μεγάλη της δόξα κατά τους Περσικούς πολέμους.
Αν δεν το κάνει, κι εκείνος θα καταστραφεί από το χέρι εκείνων που τον «γέννησαν», και οι γύρω του θα υποφέρουν εξαιτίας της δικής του αφροσύνης. Γιατί ο Διόνυσος, που είναι – όχι τυχαία – εξάδελφος του Πενθέα, θυμώνει πολύ όταν τον αγνοούν, οδηγεί τους πάντες στα άκρα και κερδίζει πάντα.

Διαβάστε τις Βάκχες εδώ

Κυριακή 14 Ιουλίου 2013

4ος αιώνας.π.Χ, ένας κόσμος που αλλάζει - 4. Ως τη μάχη της Χαιρώνειας (Μέρος Β)

Ασημένιος στατήρας από την Κύπρο
της εποχής του Ευαγόρα Α, με το κεφάλι
του Ηρακλή. Βρετανικό Μουσείο.
Εντυπωσιάζοντας ένα νέο κοινό
Αυτή την εποχή, η ιστοριογραφία απομακρύνεται από την αυστηρότητα του Θουκυδίδη, καθώς υιοθετεί τεχνικές από τη ρητορεία και επιδιώκει τον εντυπωσιασμό πλησιάζοντας περισσότερο την τραγωδία. Δίνεται μεγάλη έμφαση στο ύφος της αφήγησης και στα παραδείγματα, τα οποία είναι κατάλληλα για την εκπαίδευση του πολίτη και διευκολύνουν την κατανόηση των ηθικών προβληματισμών. Αυτόν τον χαρακτήρα έχουν και τα ιστορικά έργα του Ξενοφώντα, τα οποία είναι περισσότερο επιφανειακές, αν και εντυπωσιακές, αφηγήσεις ειδικά αν συγκριθούν με την επιστημονική διερεύνηση των γεγονότων του Θουκυδίδη.
 Καθώς η πολυφυλετική αυτοκρατορία ανατέλλει, εμφανίζονται ολοένα και περισσότερες πολιτικές βιογραφίες, έπαινοι σπουδαίων ανδρών και μελέτες για την προσωπικότητα του καλού μονάρχη, έργα με τα οποία το κοινό προετοιμάζεται ψυχολογικά για τη θέση του στον νέο κόσμο. Πολλά από αυτά ακολουθούν το παράδειγμα του «Ευαγόρα» που είχε γράψει ο Ισοκράτης και οι συγγραφείς τους είναι μαθητές του.

Οι μαθητές του Ισοκράτη γράφουν ιστορία.
Ανάμεσα στους πιο γνωστούς ιστορικούς του 4ου αιώνα συναντάμε τον Κτησία, τον Θεόπομπο και τον Έφορο. Επηρεασμένοι τόσο από την ρητορική τέχνη, όσο και από το γενικότερο πνεύμα της εποχής που αναζητά γοητευτικές ιστορίες, τούτοι οι ιστορικοί δεν ακολουθούν τον δρόμο που χάραξε ο Θουκυδίδης, αλλά επιστρέφουν στον Ηρόδοτο.

Ο Κτησίας από την Κνίδο είναι ο συγγραφέας των «Περσικών», που γράφτηκε στις αρχές του
Η Αφροδίτη της Κνίδου του Πραξιτέλη, 4ος αι.
Ρωμαϊκό αντίγραφο, Μουσείο Βατικανού
αιώνα. Πρόκειται για την ιστορία των Ασυρίων, των Μήδων και των Περσών, που ξεκινά από την εποχή του μυθικού βασιλιά Νίνου και φτάνει ως το 398, παρέχοντας πολύτιμες μαρτυρίες για τις συνήθειες στην περσική αυλή. Έχοντας ζήσει ο ίδιος πολλά χρόνια στην αυλή του Αρταρτέρξη Β’ ως προσωπικός του γιατρός, οπωσδήποτε είναι ένας αξιόπιστος μάρτυρας και η εξαιρετική αφηγηματική του ικανότητα του χάρισε δημοφιλία, όχι μόνο ανάμεσα στους συγχρόνους του, αλλά και στους μεταγενέστερους που διασκεύαζαν τα έργα του ή τα χρησιμοποιούσαν ως πηγές.
Ο Θεόπομπος από τη Χίο ήταν ένας από εκείνους που επιχείρησαν να συμπληρώσουν την ιστορία του Θουκυδίδη. Από το έργο του, τα «Ελληνικά», σώζονται μόνο αποσπάσματα, που είναι όμως αρκετά για να μας δώσουν μία ιδέα. Εξιστορεί τα γεγονότα από το 411 έως το 394,  δηλαδή έως την μάχη της Κνίδου που θα σημάνει το τέλος της σπαρτιατικής ηγεμονίας.
 Γόνος, αριστοκρατικής οικογένειας που είχε εξοριστεί από τους δημοκρατικούς της Χίου, ταξίδεψε πολύ κατά τη διάρκεια της ζωής του. Μαθήτευσε κοντά στον Ισοκράτη γύρω στο 360 και αργότερα εγκατέλειψε τη σταδιοδρομία του ρήτορα για να αφοσιωθεί στην Ιστορία. Εκτός από τα «Ελληνικά» του, μεγάλη απήχηση είχαν τα 58 βιβλία του που ονομάστηκαν «Φιλιππικά» και αναφέρονται στα ιστορικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στην Ελλάδα και στη Μέση Ανατολή κατά το διάστημα της βασιλείας του Φιλίππου της Μακεδονίας (359-336). Το έργο δεν έχει σωθεί, αλλά γνωρίζουμε από μεταγενέστερες παραπομπές σε αυτό πως ήταν πλούσιο σε μυθολογικές αναφορές, πληροφορίες για τον πολιτισμό και τις θρησκευτικές αντιλήψεις στις περιοχές αυτές, καθώς και σημαντικά στοιχεία που αφορούν την πολιτική και τις πολεμικές συγκρούσεις. Δεν παραλείπει, ακόμα, να αναφερθεί στους δημαγωγούς της Αθήνας και στους τυράννους των Συρακουσών, αποκαλύπτοντας τη συμπάθειά του για το αριστοκρατικό πολίτευμα και την αγωνία του για την καθιέρωση μιας συντηρητικής κοινωνικής οργάνωσης.
Εκτός από ιστορία, έγραψε και αυτός εγκώμια (του Φιλίππου, του Αλεξάνδρου και του Μαύσωλου) και με το τελευταίο νίκησε σε έναν διαγωνισμό που είχε προκηρύξει η Αρτεμισία.
Αν και στο έργο του παρατηρούνται υπερβολές στο ύφος και στην έκφραση, στο πλαίσιο της τάσης που επικρατεί αυτή την εποχή προς εντυπωσιασμό του αναγνώστη, από πολλούς ο Θεόπομπος θεωρείται ο σημαντικότερος από τους ιστορικούς των οποίων τα έργα δεν έχουν διασωθεί. Σίγουρα, όμως, είναι χαρακτηριστικός εκπρόσωπος της σχολής του Ισοκράτη, που «βλέπει» το μέλλον του ελληνισμού στην ενοποίηση του ελληνικού χώρου υπό τον Μακεδόνα βασιλιά.
Μαθητής του Ισοκράτη ήταν και ο Έφορος από την Κύμη, ο οποίος συνέγραψε τριάντα βιβλία ιστορίας, στο δεύτερο μισό του 4ου αιώνα. Ξεκινά από την κάθοδο των Δωριέων στην Πελοπόννησο και φτάνει ως την έναρξη της βασιλείας του Φιλίππου. Η ιδιαιτερότητα του Έφορου είναι η τάση του να προσεγγίζει τους μύθους ορθολογικά και να προβαίνει σε εντυπωσιακές συρραφές πληροφοριών, δημιουργώντας μία ενιαία εξιστόρησή τους, που κατέληγε κάπως βεβιασμένη, έθεσε όμως τα θεμέλια για ένα νέο είδος ιστοριογραφίας. Εκείνο που βασίζεται στην έρευνα αρχείων και όχι πια στην προσωπική εμπειρία του ιστορικού. Επιπλέον, είναι η πρώτη σοβαρή απόπειρα συγγραφής παγκόσμιας ιστορίας.
Μεγάλη άνθηση θα γνωρίσει και η συγγραφή Ατθίδων, ένα είδος που συναντάμε ήδη από τον 5ο αιώνα στο έργο του Ελλάνικου. Πρόκειται για ιστορίες της Αττικής που μοιάζουν περισσότερο με χρονογραφήματα και περιέχουν ενδιαφέροντα στοιχεία για την πολιτική και θρησκευτική ζωή της πόλης.
Στα μέσα του 4ου αιώνα, κυκλοφορεί η «Πρωτογονία» του Κλειτόδημου (ή Κλείδημου), ο οποίος φαίνεται πως διέθετε λογοτεχνικό χάρισμα. Μία Ατθίδα οκτώ βιβλίων έγραψε και ο γνωστός μας Ανδροτίων, μαθητής του Ισοκράτη και πολιτικός αντίπαλος του Δημοσθένη. Τοπική ιστορία με έντονο το μυθολογικό στοιχείο, γράφει λίγο μετά το 340 ο Φανόδημος, ο οποίος υπήρξε μέλος της Βουλής δύο χρόνια νωρίτερα.

Το θέατρο των Δελφών (4ος αιώνας π.Χ)
Το θέατρο
Η κλασική τραγωδία του 5ου αιώνα υποτάσσεται τώρα, όπως κάθε τι άλλο, στα θέλγητρα της ρητορικής τέχνης. Το χορικό, άλλοτε αναπόσπαστο κομμάτι της δράσης, καταντά απλό «ἐμβόλιμον» και η προσοχή στρέφεται στους διαλόγους. Τα μέλη του χορού (που επιλέγονταν με κλήρωση από τους πολίτες) άλλοτε ήταν οι εκφραστές της κοινής γνώμης, αναπόσπαστο κομμάτι της εξέλιξης του έργου. Το αποτέλεσμα της αλλοίωσης αυτού του σημαντικού ρόλου ήταν η αναβάθμιση της θέσης του σκηνοθέτη και του ηθοποιού εις βάρος του δημιουργού, ενώ εμφανίζονται και δράματα που προορίζονται μόνο για ανάγνωση.
Η προσπάθεια του Αγάθωνα, που τον προηγούμενο αιώνα επιχείρησε να καθιερώσει το εντελώς φανταστικό σενάριο στο θέατρο, δεν βρήκε συνεχιστές. Η θεματολογία εξακολουθεί να προέρχεται από τις αρχαίες πηγές των γνωστών μυθολογικών κύκλων, ενώ στα Διονύσια φαίνεται πως καθιερώνεται η επανάληψη κάποιων παραστάσεων των τριών κλασικών τραγωδών του προηγούμενου αιώνα. Τα νέα έργα όμως που γράφονται, τείνουν προς το μελόδραμα και επιδιώκουν την αδρή παρουσίαση του ανθρώπινου χαρακτήρα μάλλον παρά την ανάδειξη πολιτικών συσχετισμών, όπως συνέβαινε με τους κλασικούς. Έτσι, η Αντιγόνη που παρουσίασε ο μαθητής του Ισοκράτη, ο Αστυδάμας, δεν αυτοκτονεί, αλλά ανατίθεται στον Αίμονα να τη σκοτώσει. Ο ερωτευμένος νέος, όμως, θα την κρύψει στην εξοχή, όπου η ηρωίδα θα γεννήσει έναν γιο. Πολλά χρόνια αργότερα, ο γιος αυτός θα επιστρέψει στη Θήβα και συναντηθεί με τον παππού του.

Η πολιτική εκτοπίζεται σταδιακά και από την κωμωδία, αν και εξακολουθεί να σατιρίζει πολιτικά πρόσωπα και οπαδούς φιλοσοφικών σχολών, με ιδιαίτερη προτίμηση στον Δημοσθένη και τον Φίλιππο, και από τον χώρο της φιλοσοφίας τους οπαδούς του Πλάτωνα και του Πυθαγόρα. Η καινοτομία που παρουσιάζεται στη Μέση Κωμωδία (από την αρχή του αιώνα έως το 320 περίπου) είναι το «ὀνομαστί κωμωδεῖν», δηλαδή η διακωμώδηση συγκεκριμένων, απλών πολιτών, ενώ κατά το πρώτο μισό του 4ου αιώνα, γίνεται μόδα και η παρωδία των μύθων: στον αργαλειό δεν υφαίνει η Πηνελόπη, αλλά ο Οδυσσέας, και ο Ορέστης αντί να σφάξει τον εραστή της μητέρας του, φεύγει από την σκηνή αγκαλιασμένος μαζί του.
Ηθοποιός του 4ου αι. που κρατά τη μάσκα του

Έτσι, το θέατρο, που τον προηγούμενο αιώνα εισήγαγε τον διάλογο στην τέχνη και διαδραμάτισε σπουδαίο εκπαιδευτικό ρόλο, στρέφεται προς τη «Νέα Κωμωδία» με θέματα της καθημερινότητας και μοναδικό στόχο τον εντυπωσιασμό και τη χαλαρή διασκέδαση του θεατή, ο οποίος απομακρύνεται από την πολιτική ζωή και αποκτά μία πιο εσωστρεφή αντίληψη για την ύπαρξη του. Ως εκ τούτου, η τραγικότητα των ηρώων, που ήταν άμεσα συνυφασμένη με τη συλλογική ζωή και στην κατανόησή της συνεπικουρούσε το περιβάλλον υψηλής διανόησης του 5ου αιώνα, υποχωρεί και στη θέση της εγκαθίσταται η εύπεπτη και διασκεδαστική παρουσίαση απλών, καθημερινών χαρακτήρων και καταστάσεων.

Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2013

Ένας δικηγόρος, πρωτοπόρος του θεάτρου.

Ο Μολιέρος (Jean-Baptiste Poquelin) γεννήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 1622 στο Παρίσι. Σπούδασε νομική στην Ορλεάνη, αλλά το όνειρό του ήταν να γίνει θεατρίνος, αν και εκείνη την εποχή οι ηθοποιοί θεωρούνταν περίπου υπόκοσμος και δεν είχαν δικαίωμα ούτε σε χριστιανική κηδεία.
Αγνοώντας τη δυσαρέσκεια του πατέρα του, το 1643 εγκαταλείπει το επάγγελμα του δικηγόρου και ιδρύει τον πρώτο του θίασο, ο οποίος σύντομα θα χρεοκοπήσει. Ο  Jean-Baptiste δεν απελπίζεται. Με κάποιον τρόπο τα χρέη αποπληρώνονται (από τον πατέρα του ή από κάποιον του θιάσου) και ο θίασος αναλαμβάνει και πάλι δράση. Τότε ήταν που άλλαξε και το όνομά του, ίσως για να μην διασύρει το όνομα του πατέρα του, ο οποίος εργαζόταν στη βασιλική αυλή. Το όνομα Μολιέρος ίσως το πήρε από κάποιο χωριό κοντά στο Le Vigan.

 Τρία χρόνια αργότερα τον καλούν να παίξει στην αυλή του βασιλιά, αρχίζει να γίνεται γνωστός στην κοινωνία του Παρισιού και λαμβάνει χρηματοδότηση από τον βασιλιά Λουδοβίκο ΙΔ΄.
Το 1664 αρχίζει να γράφει δικά του έργα. Ετοιμάζοντας τον Ταρτούφο αποκτά τους πρώτους εχθρούς, ενώ ο ίδιος ο βασιλιάς τον προειδοποιεί: «Μην τα βάζεις με τους θρησκόληπτους. Θα σε φάνε.» Ο Μολιέρος όμως, τολμά να παρουσιάσει ένα μέρος της παράστασης σε μια μεγάλη γιορτή στις Βερσαλλίες. Οι ευγενείς επαναστατούν και πιέζουν τον βασιλιά να απαγορεύσει τον Ταρτούφο. Μόλις το 1669, άλλαξε αυτό το κλίμα και μπόρεσε να παρουσιάσει ελεύθερα το έργο του.
Την ίδια εποχή με τον Ταρτούφο, έγραψε τον Δον Ζουάν και τον Μισάνθρωπο, όπου παρουσίασε την απέχθειά του για την υποκρισία των αυλικών. Το 1668, στον Αμφιτρύωνα, ασκεί κριτική στον ίδιο τον βασιλιά.

Αν και η επιθυμία του ήταν να γίνει συγγραφέας τραγικών έργων, διακρίθηκε στην κωμωδία και κυρίως στη φάρσα, όπως παρουσιαζόταν τότε στο Παρίσι από τους Ιταλούς ηθοποιούς. Ίσως δεν είναι τυχαίο πως τα πιο επιτυχημένα του έργα είναι κωμωδίες με έντονα τραγικά στοιχεία, όπως ο Αρχοντοχωριάτης, ο Δον Ζουάν, ο Ταρτούφος, ο κατά φαντασίαν ασθενής ή ο Μισάνθρωπος, ένα ιδιαιτέρως πικρό έργο. Το χιούμορ στα έργα αυτά είναι συχνά ανατριχιαστικό και μοιάζει σαν προάγγελος του θεάτρου του παραλόγου.

Στις 16 Φεβρουαρίου 1673, παίζοντας το τελευταίο του έργο, τον κατά φαντασίαν ασθενή, ο Μολιέρος κατέρρευσε στη σκηνή αιμορραγώντας. Αγνοώντας όλες τις συμβουλές για ξεκούραση, επανήλθε και ολοκλήρωσε την παράσταση. Πέθανε λίγες ώρες μετά και ενταφιάστηκε στον χώρο που έθαβαν τα αβάπτιστα βρέφη, καθόσον, ως ηθοποιός δεν μπορούσε να ταφεί σε ιερό χώρο. Στην κηδεία του, μολονότι έγινε μυστικά με την ανοχή του βασιλιά, παρευρέθησαν περίπου 800 άτομα. Τον 19ο αιώνα τα οστά του μεταφέρθηκαν στο  νεκροταφείο Le Pere Lachaise.
Από τα έργα του:
«Η φυσική ευφυΐα δεν μπορεί να νικήσει τη φυσική ηλιθιότητα»
«Θέλω να ξεχωρίζω από τους υπόλοιπους. Η αλήθεια είναι, πως κάποιος που είναι φίλος όλης της ανθρωπότητας, δεν είναι φίλος για μένα»
«Το καθήκον της κωμωδίας είναι να διορθώνει τους ανθρώπους διασκεδάζοντάς τους»
«Όσο περισσότερο αγαπάμε τους φίλους μας, τόσο λιγότερο τους κολακεύουμε. Η αληθινή αγάπη αποκαλύπτεται όταν δεν δικαιολογεί τίποτα»