Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2019

Τα σχολικά βιβλία του Μεσοπολέμου



Την περίοδο του Μεσοπολέμου στην Ελλάδα, η βασική εκπαίδευση διαρκεί έξι χρόνια και είναι υποχρεωτική. Όσοι μαθητές επιδιώκουν ανώτερες σπουδές, δίνουν εξετάσεις για να συνεχίσουν στο Γυμνάσιο ή στο πρακτικό Λύκειο (από το 1929). Οι υπόλοιποι σταματούν ή εισάγονται χωρίς εξετάσεις στις επαγγελματικές σχολές (εμπορικές, ναυτικές κ.τ.λ). Για τα κορίτσια, μετά από το Δημοτικό, υπήρχαν Γυμνάσια Θηλέων και στη συνέχεια Ανώτερα Παρθεναγωγεία.
Τα παρακάτω βιβλία μας δίνουν μία ιδέα για την ύλη που διδάσκονταν οι μαθητές στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο, από την εποχή της μικρασιατικής καταστροφής ως τις παραμονές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. 


1923 - ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ της ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ για το Δημοτικό.

Αυτό που κάνει εντύπωση στην ύλη του βιβλίου είναι η συμπερίληψη όχι μόνο της Μ. Ασίας, αλλά και της Ανατολικής Θράκης, της Συρίας, της Παλαιστίνης στην επικράτεια της Μεγάλης Ελλάδος.
Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει η διάκριση ανάμεσα στην ελληνική και τη βουλγαρική και σερβική Μακεδονία, που ήδη ονομάζεται Βόρεια Μακεδονία.


1926 - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ για την Β’ Δημοτικού.

Το δωρητήριο του Δ. Καμπούρογλου, όπου μία γριά δωρίζει το σπίτι της σε ένα φτωχό γειτονόπουλο. Η βιογραφία του Ιωάννη Βαρβάκη από τον Απ. Κουρτίδη. Η Σκλαβιά του Παύλου Νιρβάνα, όπου ένας παράξενος άνθρωπος αγοράζει μία καρδερίνα για να της χαρίσει την ελευθερία της. Κι ανάμεσα στα ποιήματα, ένα υπέροχο απόσπασμα από τον Τάφο του Κ. Παλαμά:
«Στο ταξίδι που σε πάει ο μαύρος καβαλάρης,
κοίταξε απ’ το χέρι του τίποτα να μην πάρεις…»


1929 - ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ  για την Γ’ Γυμνασίου.
Σύμφωνα με τον ορισμό που δίνει το ίδιο το βιβλίο, η Ψυχολογία είναι η επιστήμη που μελετά τα ψυχικά φαινόμενα, όπως είναι οι κρίσεις για πρόσωπα και πράξεις, η χαρά και η λύπη, η μνήμη κ.τ.λ.
Η θεωρία που αναπτύσσεται ακολουθεί την τριμερή διαίρεση της ψυχής σε Γνωστικό μέρος, Συναισθητικό και Βουλητικό.
Στο Γνωστικό περιλαμβάνονται τα αισθήματα (οι αισθήσεις) και η αντίληψη του περιβάλλοντος. Στο Συναισθητικό, τα συναισθήματα χωρισμένα σε κατηγορίες, όπως το αυτοσυναίσθημα, το συμπαθητικό συναίσθημα (ενσυναίσθηση), το ηθικό, το θρησκευτικό κ.ά. Το Βουλητικό αφορά τις ορμές και τις επιθυμίες, τις κλίσεις, τη βούληση και τη συνείδηση.

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

Το όραμα του Θ. Κολοκοτρώνη για την απελευθερωμένη Ελλάδα

"Βλέπετε τούτον τον οντά; Είναι αστόλιστος, καθίσματα δεν έχει, οι τοίχοι είναι ξεροί, – τούτη είναι η Ελλάδα καθώς εμείς σας την παραδώσαμε, εμείς οι γέροι εις τους νέους. Εμείς εις τα 1821 εκαθαρίσαμεν τον τόπον, εκουβαλήσαμεν τα λιθάρια, εκτίσαμε την οικοδομήν. Εσείς θα ντύσετε τα γυμνά τείχη, θα φέρετε τις πολύτιμες ζωγραφιές, θα στήσετε τα όμορφα τραπέζια και τους καθρέφτες, τούτο θα κάμει η προκοπή σας και τα γράμματα..."

(Διαβάστε στο GRethexis ολόκληρη την ιστορία από τα Απομνημονεύματα του Θ. Κολοκοτρώνη.)

Χρόνια Πολλά, Ελλάδα! 

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

28 Οκτωβρίου 1940 – Η επέτειος της γενναιότητας και της γενναιοδωρίας των Ελλήνων


Ο Ντούτσε της Ιταλίας, ο φόβος και ο τρόμος της Ευρώπης, ο κολλητός του Χίτλερ, ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου του 1940 απλώνει το χέρι του ν’αρπάξει την μικρή Ελλάδα. Οι Αθηναίοι ξύπνησαν από το ουρλιαχτό των σειρήνων στις επτά το πρωί και μισοκοιμισμένοι ακόμα μαθαίνουν για την αιφνίδια κήρυξη του πολέμου της Ιταλίας εναντίον της Ελλάδας.

«Παρακολουθούσα τα πρόσωπα των Ελλήνων κάτω εκεί στον δρόμο, τ’ αχτένιστα μαλλιά, τις αγουροξυπνημένες φάτσες στα παράθυρα και δεν εννοούσαν να τρομάξουν. Ο πανικός; Πού είναι ο πανικός; Έβλεπα ίσα-ίσα ένα περίεργο γέλιο ν’ αυλακώνει σιγά-σιγά τα μούτρα του κόσμου, ένα γέλιο όλο πείσμα, λύσσα κι αγανάκτηση, Ούτε οι γυναικούλες δεν τρόμαξαν, αν και είχαν διδαχτεί μήνες και μήνες πριν πως ο πόλεμος τούτος θα ήταν τέτοιος που δεν τον έβαλε ποτέ ανθρώπου νους.» (περιγράφει εκείνο το πρωινό ο Δημήτρης Ψαθάς στην εφ. «Ταχυδρόμος Ομόνοια», Αλεξάνδρεια Αιγύπτου, 28 Οκτ. 1948).

Είναι εντυπωσιακή η άμεση ανταπόκριση των Ελλήνων στο άχαρο αυτό κάλεσμα. Με τραγούδια έφευγαν οι στρατιώτες για το μέτωπο, με χορούς αντιμετώπιζαν τις τρομερές συνθήκες στα βουνά της Πίνδου. Κι εκείνοι που έμειναν πίσω σχημάτισαν ένα ισχυρό σώμα, όλοι μαζί, ξεχνώντας οι πλούσιοι τις φιλοδοξίες τους και οι φτωχοί την φτώχια τους. Κανείς δεν έμεινε αμέτοχος τη δύσκολη εκείνη ώρα. Όλοι οι Έλληνες, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, «στρατεύτηκαν» και πρόσφεραν ό, τι είχε ο καθένας στον βωμό της ελευθερίας.

Οι επιχειρήσεις και οι σύλλογοι

Από τα πρώτα κιόλας εικοσιτετράωρα του πολέμου, οι εφημερίδες αρχίζουν να δημοσιεύουν δωρεές. Γνωστές οικογένειες πλοιοκτητών εμφανίζονται ανάμεσα στους πρώτους δωρητές: Η οικογένεια Σιγάλα θέτει στη διάθεση του στρατού τρία πλοία και δωρίζει 3 εκ. δρχ. για την ενίσχυση της αεροπορίας. Η οικογένεια Εμπειρίκου 5.000 λίρες Αγγλίας, ο Ευγένιος Ευγενίδης και η Χρυσή Γουλανδρή από 1 εκ. δρχ. για ν’ αναφέρουμε μερικούς μόνο. Μέχρι τις 10 Νοεμβρίου 1940 οι εφοπλιστικές οικογένειες είχαν προσφέρει συνολικά 35 εκ. δρχ. περίπου.

Σύσσωμος συμπαρατάχθηκε στον αγώνα και ο επιχειρηματικός κόσμος. Οι Αφοι Παπαστράτου, οι τρανοί καπνοβιομήχανοι διέθεσαν στην Αεροπορία, στον Ερυθρό Σταυρό και για τις ανάγκες της Κοινωνικής Πρόνοιας 5 εκ. δρχ. μόνο πρώτο δεκαήμερο. Αλλά και αργότερα, βρίσκονται τακτικά στις λίστες των δωρητών που δημοσιεύονται κάθε μέρα στις εφημερίδες. Υπέρ του Εθνικού Εράνου, η Τράπεζα Ελληνικής Εμπορικής Πίστεως (που εξελίχθηκε στη σημερινή Alpha Bank), καταθέτει 200.000 δρχ., ενώ η οικογένεια Κωστόπουλου (ιδιοκτήτες της Τράπεζας) καταθέτουν 100. 000 δρχ. αρχικά και συνεχίζουν με τακτικές συνεισφορές. Όλες οι Τράπεζες ενίσχυαν οικονομικά τον στρατό σε όλη τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου.

Αρκετές βιομηχανίες διέθεσαν τις εγκαταστάσεις, το προσωπικό τους και τις πρώτες ύλες για την παραγωγή ρουχισμού και άλλων αναγκαίων για τον στρατό:

«Η Εριοβιομηχανία «Θάνος Ι. Καββαδίας» στη Ν. Φιλαδέλφεια προσέφερε 150 κλινοσκεπάσματα και διέθεσε δωρεάν το νήμα για την κατασκευή πουλόβερ ενός συντάγματος.» Η εταιρία αδελφών Δούμα παραχωρεί για τις ανάγκες του αγώνα το εργοστάσιό της που βρισκόταν στην οδό Εμμ. Μπενάκη 4 «προς κατασκευήν, δια των 24 εργατριών μας, ειδών χρησίμων δια τας ανάγκας της Υγειονομικής Υπηρεσίας του Κράτους.» Κάθε μέρα διάβαζε κανείς ειδήσεις τέτοιου είδους.

Με χρηματικές δωρεές συμμετείχαν σύλλογοι, ασφαλιστικά ταμεία, οργανώσεις επαγγελματιών και εργατών, ιδιωτικές λέσχες και συνεταιρισμοί:

«Ο Ισραηλιτικός Σύλλογος, απέστειλε το σύνολο της περιουσίας του, 1 εκ. δρχ.» την πρώτη κιόλας εβδομάδα. Τα ταμεία των εργατικών ενώσεων προσέφεραν συνολικά 65 εκ. δρχ. το πρώτο δεκαπενθήμερο του πολέμου. Οι ναυτεργατικές οργανώσεις 5 εκ. δρχ, η Ένωση Συντακτών 1 εκ., ο σύνδεσμος λαϊκών αγορών 53.000 δρχ., μεταξύ πολλών άλλων.

Οι πολίτες, πλούσιοι και φτωχοί

Οι γνωστές αστικές οικογένειες καταθέτουν γενναιόδωρα τον οβολό τους για τον αγώνα: οικογένεια Στεφάνου Δέλτα, Σκουζέ, Χαροκόπου, Πεσματζόγλου και πολλοί άλλοι καταθέτουν αρκετές χιλιάδες δρχ. για την ενίσχυση της Αεροπορίας και για τον Ερυθρό Σταυρό στην αρχή και αργότερα στον επίσημο Πανελλήνιο Έρανο. Αλλά και οι φτωχότεροι έδιναν με χαρά ό, τι είχαν. Κάθε μέρα στις εφημερίδες δημοσιεύεται δελτίο με τα ονόματα των δωρητών και τα ποσά που κατέβαλε ο καθένας. Ακόμα και εκείνα των 50 και των 100 δρχ. Κάποιες δωρεές είναι ιδιαιτέρως συγκινητικές:

Ο Μιχαλάκης Δ. Παπαγιάννης, μαθητής Γ’ Δημοτικού διαθέτει στην κυβέρνηση μία χρυσή λίρα. «Με αυτή τη λίρα χρυσώσανε την κούνια μου όταν γεννήθηκα και μου την εφύλαγε ο μπαμπάς μου για να μου τη δώσει όταν μεγαλώσω. Τώρα όμως που έχουμε πόλεμο, σας τη στέλνω για να την κάμετε μία οβίδα να πέσει στην Ιταλία», γράφει στη συνοδευτική επιστολή.

Χιλιάδες Έλληνες πρόσφεραν τα κοσμήματά τους: «Υπέρ του Πανελληνίου Εράνου η Στάσα Ιωάννου Μαγκούζου προσέφερε τα χρυσαφικά της από πλατίνα, διαμάντια και πολύτιμους λίθους.»

Κάποιοι πρόσφεραν το μοναδικό κόσμημα που είχαν, όπως ο Γεώργιος Θ. Πρωτοπαππάς από την Γορτυνία, που τη βέρα του. Στην επιστολή που συνοδεύει τη δωρεά του γράφει πως όταν τελειώσει ο πόλεμος, θα φτιάξει νέα βέρα, στην οποία θα χαράξει τις ημερομηνίες έναρξης του πολέμου και της τελικής νίκης της Ελλάδας.

Υπήρχαν όμως κι εκείνοι που δεν είχαν ούτε χρήματα ούτε κοσμήματα να προσφέρουν, έβρισκαν όμως τρόπο να λάβουν μέρος στην πανεθνική προσπάθεια.

Ο Αχμέτ Τσαπούνης «εκ Λιόψης Φιλιατών» έστειλε στον πρωθυπουργό την εξής επιστολή: «Στερούμενος χρημάτων ίνα προσφέρω δια τας πολεμικάς ανάγκας της πατρίδος μας προσφέρω το χωράφι μου κείμενον εις θέσιν Βάρικο χωρίου Λιόπεσι Ηπείρου εκ στρεμμάτων 22. Παρακαλώ ευλαβώς δεχθείτε την μόνην δυνατή προσφορά μου».

Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο στο GRethexis.com 


Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014

1940-41 - Λίγα λόγια από κάτι ψυχές ηρωικές

Κανείς δεν αγαπά τον πόλεμο κι ούτε κανείς λαχταρά να τον ζήσει. Όλοι  όμως αγαπούν την ελευθερία. Και αυτοί οι άνθρωποι δεν την απαίτησαν, δεν την ζητιάνεψαν, αλλά θυσίασαν τα πάντα για να την κερδίσουν. Αυτό μπορούσε να γίνει μόνο με πόλεμο.
Αυτό γιορτάζουμε! Γιορτάζουμε το θάρρος και την αυτοθυσία εκείνων που μπήκαν στα τρένα με το χαμόγελο στα χείλη και έδιναν κουράγιο στους αμάχους αγαπημένους τους. 

Μία συλλογή από επιστολές από και προς το μέτωπο...


 Γράμμα φαντάρου στους γονείς του:
"Για κρύο και κακουχίες μη φοβάσθε. Εδώ τα νεύρα μας γίνονται ατσαλένια. Σεις θα φαντάζεσθε πράγματα φοβερά και τρομερά, ενώ εμάς δεν μας νοιάζει καθόλου. Γι' αυτό να μη στενοχωριέσθε.
Άλλως τε, για όλα τα Ελληνόπουλα του μετώπου φροντίζει η Μεγαλόχαρη ... "


Πατέρας γράφει τα άσχημα νέα στον γιο του:
"Παιδί μου
Μου ζητάς την διεύθυνση του αδερφού σου.
Σου την γράφω: "Πάνθεον Ηρώων"
Σφίξε την καρδιά σου
Σε φιλώ 
Ο πατέρας σου"

Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2014

Τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι;

Για να απαντήσουμε στο φλέγον αυτό ερώτημα, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, όπως λένε και οι τηλεοπτικοί δημοσιογράφοι.
Προ αμνημονεύτων ετών, ο Αριστοτέλης εξήγησε στη "Ρητορική" του πως οι ακροατές εξοργίζονται με  τον ρήτορα εκείνο που «χλευάζει ή καταφρονεί» οτιδήποτε ή οποιονδήποτε αυτοί θεωρούν σημαντικό ή θαυμάζουν. Εξοργίζονται όταν ο ρήτορας ειρωνεύεται κάποιον στον οποίο αυτοί αποδίδουν μεγάλη αξία, γίνονται θηρία όταν τους κάνει να νιώθουν άχρηστοι. Τονίζει ακόμα ο φιλόσοφος πως ο επιτυχημένος ρήτορας δεν είναι ψυχρός ορθολογιστής, αλλά ξέρει να συνδυάζει τη λογική με την ψυχολογία. Κι επειδή η ρητορική είναι τέχνη χρήσιμη κυρίως στους πολιτικούς, είναι σαν μας λέει ο αρχαίος σοφός πως αν βγεις και κουνάς το δάχτυλο στο ακροατήριο, κόντρα σε ό,τι εκείνοι θεωρούν σημαντικό για τη ζωή τους, δεν θα βρεις ούτε την ψήφο σου...

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2013

Βαλτώσαμε!


 Προσπαθώ απεγνωσμένα να αλλάξω γνώμη. Δεν μου αρέσουν τα συμπεράσματα στα οποία έχω καταλήξει. 
Έχω αλλάξει πολλές φορές γνώμη στη ζωή μου και θεωρώ πως μόνο έτσι εξελίσσεται ο άνθρωπος. Όταν έχει το θάρρος να αναγνωρίσει πως, είτε η προηγούμενη γνώμη του ήταν λάθος είτε ήταν κάποτε σωστή αλλά δεν ισχύει πια. 
Και έφτασε η στιγμή που δεν μπορώ να εξελιχτώ. Να πω «αλλάζω γνώμη» και αυτό είναι μαρτύριο. Είναι βάλτος και τον φοβάμαι. 
Ό, τι και αν συμβεί, ό, τι και αν διαβάσω στις ειδήσεις με καθηλώνει στην άποψη που θέλω σαν τρελή ν’ αρνηθώ: Εμείς φταίμε! 
Διαβάζω ιστορία και αυτή μου λέει, πως τίποτα ποτέ δεν άλλαξε, αν δεν το ήθελαν οι πολλοί. Στη Δημοκρατία, γιατί σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς αλλάζεις ό, τι θέλεις και οι πολλοί ακολουθούν. 
Δεν θέλουμε να αλλάξουμε. Μας αρέσει αυτό που είμαστε (στους πολλούς), μας αρέσει η αταξία, ευτυχούμε ζώντας παρορμητικά, αισθανόμαστε ζωντανοί γκρινιάζοντας. Είμαστε ένας λαός που πέρασε δια πυρός και σιδήρου, ξενιτεύτηκε, έχυσε αίμα προστατεύοντας αφηρημένες και υψηλές ιδέες, εργάστηκε σκληρά, γλέντησε τη ζωή, γέλασε και έκλαψε με πάθος. Αγαπώ την Ελλάδα και την ιστορία της και αγαπώ ένα σωρό ιδιοτροπίες που έχουμε, και ας τις λένε οι άλλοι κουσούρια. 
Υπάρχουν δύο πράγματα όμως, που με θλίβουν και βάζουν εμπόδια στην εξέλιξή μου. Ένα είναι αυτό που εντοπίζει ο Ράμφος στη σχέση μας με τον χρόνο. Στην πραγματικότητα είμαστε απροσάρμοστοι και αρνούμαστε να αντιληφθούμε τις αλλαγές που συμβαίνουν γύρω μας. Αυτό το ελάττωμα μας «ευνουχίζει» και δεν μας αφήνει να γονιμοποιήσουμε την εποχή μας. Και μένουμε στο παρελθόν, θλιβερά απολιθώματα ευτυχισμένων εποχών. 
Το άλλο είναι πως δεν είμαστε έντιμοι. Εξαπατούμε τους γύρω μας και αυτό μας κάνει να αισθανόμαστε δυνατοί και έξυπνοι. Ο γιατρός, ο έμπορος, ο δικηγόρος, ο ταξιτζής, ο τεχνίτης και πολλοί άλλοι. Όλοι προσπαθούν να εξαπατήσουν, να κερδίσουν εις βάρος των διπλανών τους, δημιουργώντας ένα κλίμα καχυποψίας, μέσα στο οποίο η πρόοδος είναι αδύνατη. Πείτε μου, πόσο ευτυχισμένοι γίναμε ζώντας με αυτόν τον τρόπο; Πόσο Έλληνες είμαστε από την ώρα που αρνηθήκαμε κάθε μη υλική αξία;

Οι αρχαίοι Έλληνες έγιναν το φως της οικουμένης, επειδή δεν είχαν ένδοξους προγόνους να λιβανίζουν. Ήταν απόλυτα εναρμονισμένοι με την εποχή τους μέχρι που πέρασαν μπροστά από αυτήν. Ήταν άνθρωποι που πρόκοψαν ως άτομα και ως κοινότητες, γιατί εκτιμούσαν και επεδίωκαν τον πλούτο χωρίς να τον βάλουν πρώτο στην κλίμακα των αξιών τους. Πρώτα ήταν η καλή φήμη. Πάνω από όλα! «Τι θα λένε για εμένα, για τους γονείς, τα παιδιά μου και την πόλη μου, όταν θα έχω φύγει από τη ζωή», αυτό απασχολούσε την ψυχή του αρχαίου. Επειδή αγαπούσε τον εαυτό του, αλλά δεν μπορούσε να τον αντιληφθεί έξω από την κοινότητα. Έτσι, το συμφέρον του ήταν το συμφέρον όλων. Κι εμείς παριστάνουμε πως τον θαυμάζουμε χωρίς να του μοιάζουμε σε τίποτα! 

Εμείς σερνόμαστε στα πόδια του κάθε πολιτευτή για να βολευτούμε. Εμείς φοβόμαστε μην αλλάξει κάτι στη βολεμένη ζωή μας, γιατί νιώθουμε τρόμο μπροστά στο καινούργιο. Δειλοί απόγονοι γενναίων προγόνων. Εμείς προδώσαμε το καλό γούστο και σκορπίζουμε τις αισθήσεις μας σε ανίερους βωμούς φάλτσων, ακαλλιέργητων και απολίτιστων όντων, που έχουν το θράσος να αποκαλούν τους εαυτούς τους καλλιτέχνες. Εμείς αποθαρρύνουμε τα παιδιά μας να ασχοληθούν με την αληθινή τέχνη, γιατί δεν φέρνει χρήμα. Αποτρέπουμε την σκέψη, γιατί φοβόμαστε την κριτική. Εμείς βρωμίζουμε τη γειτονιά, την πόλη, την χώρα μας και κάναμε πατρίδα μας τους τέσσερις τοίχους του δανεικού σπιτιού μας. Εμείς δεν ξέρουμε πια να συζητάμε, μονάχα ουρλιάζουμε και εχθρευόμαστε όποιον διαφωνεί μαζί μας. Εμείς γίναμε χειρότεροι και από τους Βάνδαλους!

Θέλω να αλλάξω γνώμη και να πάψω να πιστεύω πως μας αξίζει αυτό που ζούμε. 
Να ζήσω τη μέρα που θα καταλάβουμε πως αυτά που κερδίζει ο επιχειρηματίας και ο «καλλιτέχνης», που αγνοώντας τον νόμο εξακολουθούν και μας πουλάνε τα σκουπίδια τους, είναι αυτά που εξαφανίζονται από το πορτοφόλι του δύστυχου παππού που εξαρτάται από ένα χρεοκοπημένο ταμείο. Δεν είναι ζήτημα χρημάτων τόσο, όσο είναι ζήτημα ηθικής. Πολιτικής ηθικής και όχι θρησκευτικής. Να καταλάβουμε πως ουρλιαχτά και φοβέρες, ρόπαλα και πέτρες ταιριάζουν σε θηρία και όχι σε ανθρώπους. 
Ο κόσμος αλλάζει και ο κόσμος δεν είμαστε μόνο εμείς. Εκείνοι που επιζούν στις μεγάλες αλλαγές είναι οι επινοητικοί, οι έξυπνοι, οι εργατικοί. Όχι αυτοί που έχουν την πιο δυνατή φωνή. Αυτοί χάνονται πρώτοι.
Θέλω να είμαστε αυτοί που είμαστε, αλλά να ζούμε στο σήμερα και να ζούμε έντιμα. Δεν είναι κακό να αλλάξεις αυτό που σε κρατάει κάτω. Δεν ζηλεύω κανέναν λαό, γιατί ο καθένας έχει τα δικά του κουσούρια και δεν πιστεύω στη μίμηση. Με ενδιαφέρει το σπίτι μου και ο τόπος μου, για τον οποίο αδιαφορούμε ακόμα και τώρα που γκρεμίζεται μέρα με τη μέρα. Με ενδιαφέρει, γιατί είναι κομμάτι του εαυτού μου και όλοι είμαστε κομμάτι του. Εμείς είμαστε οι κάτοικοι, το έθνος, ο λαός, το κράτος, όλα εμείς είμαστε. 

Ό, τι δεν αλλάζει, πεθαίνει στη μούχλα σαπίζοντας. Κανένας Περικλής και κανένας Λεωνίδας δεν μας σώζει όσο τους μπαφιάζουμε στα λιβανίσματα. Τα λιβανίσματα είναι για τους νεκρούς!  Ό, τι μπορούν να μας προσφέρουν είναι οι αξίες που υπηρέτησαν και οι οποίες γέννησαν τον ορθολογισμό χωρίς να εξοντώσουν το συναίσθημα και το κέφι για ζωή. Αυτές τις αξίες οφείλουμε να προσαρμόσουμε στην εποχή μας, αντί να πιθηκίζουμε, να τις ζωντανέψουμε και να τις κάνουμε σύγχρονες. Να αγαπήσουμε την Ελλάδα που έχουμε σήμερα, να τη διορθώσουμε, να την κάνουμε να λάμψει. Να φτιάξουμε τους δικούς μας Παρθενώνες, που θα συντροφεύουν τον παλιό, να αναδείξουμε τους δικούς μας Όμηρους, που θα βγάλουν τον παλιό από την μοναξιά του. 
Να υπηρετήσουμε και πάλι τη λογική. Όχι την κοινή. Την ορθή! 
Κι εκείνοι από το τίποτα ξεκίνησαν. Από τους φτωχούς, σκοτεινούς χρόνους σήκωσαν το κεφάλι και αντίκρισαν το φως!

Έχω τόσο μεγάλη ανάγκη να αλλάξω γνώμη!   

Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

Μια φορά κι έναν καιρό, δεν έφταιγε κανείς

Steen-Καυγάς σε χαρτοπαίγνιο

Μια φορά κι έναν καιρό, δύο φίλοι, ένοικοι στην ίδια πολυκατοικία, στην οποία διαχειριστής είναι ο κος Λαμογιόπουλος, συζητούν μεταξύ τους:

κος Πολίτης: Είπες του διαχειριστή να βάλει επιτέλους πυροσβεστήρες στην πολυκατοικία;
κος Βολεψιάδης: Αφού του το είπες εσύ.
Π: Όλοι πρέπει να τον πιέσουμε, γιατί δεν τον βλέπω πολύ πρόθυμο. Καλά, οι υπόλοιποι δεν ανησυχείτε;
Β: Εντάξει μωρέ, μην είσαι μίζερος. Είχαμε κι έξοδα τον τελευταίο καιρό.
Π: Δηλαδή οι τουλίπες στον κήπο και τα καινούργια φαναράκια είναι πιο σημαντικά από την ασφάλειά μας;
Β: Αμάν ρε συ! Σκέτη καταστροφή είσαι. Τι θέλεις τώρα;
Π: Μα δεν σας καταλαβαίνω. Γιατί ποτέ δεν διαμαρτύρεστε όταν κάνει ατασθαλίες; Τον φοβόσαστε;
Β: Δεν τον φοβόμαστε. Αλλά, να! Είναι εξυπηρετικός άνθρωπος και έχει διασυνδέσεις παντού. «Καθάρισε» με τους ημιυπαίθριους και γλιτώσαμε τα πρόστιμα, βρήκε άκρη με τον Δήμο και αφήνουμε τα αυτοκίνητα απέναντι, φρόντισε για τη μονοδρόμηση μπροστά στο σπίτι μας και γλιτώσαμε τη φασαρία. Έχει σκιστεί ο άνθρωπος.

Λίγους μήνες μετά, ένα βραχυκύκλωμα γίνεται η αιτία να τυλιχτεί η πολυκατοικία στις φλόγες. Μόλις που πρόλαβαν οι ένοικοι να βγουν έξω. Ο Βολεψιάδης πανικόβλητος, αρπάζει από τον γιακά τον Λαμογιόπουλο:
Β: Μας κατέστρεψες αλήτη! Ούτε ένας πυροσβεστήρας δεν βρέθηκε πουθενά. Πάει η περιουσία μας, πάει το μέλλον των παιδιών μας!
Εκείνη την ώρα εμφανίζεται ένας άλλος ένοικος, ο κος Πονηράκης.
ΠΟΝ: Για τον πυροσβεστήρα λες; Εδώ ο σιχαμένος είχε στήσει κομπίνα με τον ηλεκτρολόγο και σε κάθε επισκευή έβαζε άχρηστα, μεταχειρισμένα υλικά για να τσεπώνουν τα καινούργια. Με τον υδραυλικό τα ίδια. Με τον συντηρητή του ασανσέρ επίσης. Κάθε φορά που έμπαινα στο ασανσέρ έκανα τον σταυρό μου.
Β: Τι λες μωρέ; Και γιατί δεν είπες τίποτα;
ΠΟΝ: Νόμιζα πως το ξέρατε.
Μαζεύτηκαν και οι υπόλοιποι. Έβριζαν, έφτυναν και χαστούκιζαν τον διαχειριστή, ενώ η φωτιά είχε φουντώσει και «έγλειφε» ήδη το διπλανό κτίριο. Ο κ. Πολίτης επιστρέφει εκείνη την ώρα από τη δουλειά του και βλέπει έντρομος το θέαμα.
Π: Τι στην ευχή κάνετε εδώ μαζεμένοι; Πού είναι η πυροσβεστική;
Εκείνοι όμως, δεν άκουγαν τίποτα. Ούρλιαζαν όλοι μαζί, ο ένας εναντίον του άλλου και όλοι εναντίον του Λαμογιόπουλου. Ο κος Πολίτης καλεί την πυροσβεστική. Η φωτιά σβήνει, αλλά η ζημιά είναι μεγάλη.

Συμφωνούν όλοι να ορίσουν έναν υπηρεσιακό διαχειριστή, που θα αναλάβει τις επισκευές. Ένας προτείνει τον Πολίτη. «Α, όχι αυτόν» αναφώνησαν οι περισσότεροι. «Αυτός είναι γκαντέμης! Είχε λυσσάξει με αυτούς τους πυροσβεστήρες και να τι πάθαμε!» Κι έτσι, προτίμησαν τον Πονηράκη, που είχε το θάρρος να ξεσκεπάσει τις ρεμούλες του Λαμογιόπουλου.
Μάζεψε, λοιπόν, μαστόρια και συνεργεία και εκείνοι του είπαν «τόσα θέλουμε». Η ζημιά μεγάλη, ο λογαριασμός υπερβολικά μεγάλος. Αλλά οι επισκευές έπρεπε να γίνουν αμέσως, γιατί αλλιώς η πολυκατοικία θα κατέρρεε. Λόγω της θλιβερής κατάστασης και επειδή μια πιθανή κατάρρευση θα είχε συνέπειες για όλη τη γειτονιά, τα μαστόρια συμφώνησαν να χρηματοδοτήσουν τις επισκευές και να πληρώνονται με δόσεις σε βάθος χρόνου. Με την προϋπόθεση πως οι ένοικοι θα ήταν συνεπείς στις πληρωμές τους. Ξεκίνησε λοιπόν το έργο ο Πονηράκης, έχοντας την ελπίδα πως όλο και κάποιος «φιλικός» μάστορας θα ήταν πρόθυμος να του εξασφαλίσει και κάποιο κέρδος για τον κόπο του.
Οι ένοικοι τώρα, μόλις είδαν τον λογαριασμό, έπαθαν αποπληξία! Έπρεπε να δώσουν ό,τι έχουν και δεν έχουν για αυτή τη ρημάδα την επισκευή. Πλήρωναν και ξαναπλήρωναν τις δόσεις και αποτελέσματα δεν έβλεπαν. Ο Πονηράκης δεν διευκόλυνε καθόλου τα συνεργεία στη δουλειά τους. Θέλοντας να κρατήσει τη θέση του διαχειριστή και μετά την αποκατάσταση της ζημιάς, προσπαθούσε να μην στεναχωρήσει κανέναν: «Μην πειράξετε αυτόν τον τοίχο, μην αφαιρέσετε αυτά τα πλακάκια, μην τρυπήσετε εδώ, μην αλλάξετε χρώμα εκεί...»
 Αλλά τα μεροκάματα πληρώνονταν κάθε μέρα και η πολυκατοικία εξακολουθούσε να είναι έτοιμη να καταρρεύσει.

Τότε ήταν που ανέλαβε δράση ο  κος Παραμύθης. Τους μάζεψε όλους στο καφενείο της γειτονιάς και έβγαλε έναν λόγο, μαγευτικό:
«Αγαπητοί μου συνένοικοι! Ήρθε η ώρα να αντιμετωπίσουμε ενωμένοι τον κοινό μας εχθρό. Είναι πλέον φανερό πως ο κος Λαμογιόπουλος και ο κος Πονηράκης έβαλαν φωτιά στα σπίτια μας για να δώσουν την ευκαιρία στα συνεργεία να πλουτίσουν! Και αφού κατέστρεψαν τις περιουσίες σας, τώρα κοιτάζουν να σας στερήσουν και το εισόδημά σας! Δεν θα τους το επιτρέψουμε. Θα φτιάξουμε μόνοι μας τα διαμερίσματά μας!»
Μέσα στα χειροκροτήματα και τις επευφημίες, ακούστηκε η φωνή του κου Πολίτη:
Π: «Εφόσον δεν είμαστε σε θέση να χρηματοδοτήσουμε μόνοι μας τις εργασίες, νομίζω πως, ανεξάρτητα από το ποιος είναι ο διαχειριστής, τα συνεργεία μας είναι απαραίτητα»
ΠΑΡ: « Και βέβαια μπορούμε! Θα μας χρηματοδοτήσουν αυτοί που έχουν τα μεγάλα διαμερίσματα. Κάντε με διαχειριστή και θα δείτε!»
Π: «Μα για τη ζημιά ευθύνονται όλοι. Όλοι δεν ανέχτηκαν τις ατασθαλίες του Λαμογιόπουλου; Όλοι δεν αδιαφόρησαν που δεν είχαμε πυροσβεστήρες; Γιατί να πληρώσουν μόνο οι δυο - τρεις; Εγώ νομίζω πως πρέπει....»

Το ακροατήριο έγινε έξαλλο! «Αυτοί, αυτοί να πληρώσουν» ούρλιαζαν. «Θάνατος στους διαχειριστές». Οι περισσότεροι έδειχναν αποφασισμένοι να αναθέσουν τη δουλειά στον Παραμύθη.

Τις επόμενες μέρες, οι τρεις που είχαν τα μεγάλα διαμερίσματα τα πούλησαν όσο-όσο στους μαστόρους και έφυγαν για άλλη γειτονιά. Οι μάστορες, που ήταν τώρα και δανειστές και ιδιοκτήτες, έγιναν ακόμα πιο απαιτητικοί.
Μέχρι σήμερα, αυτή η πολυκατοικία είναι υπό κατάρρευση. Η μόνη της ελπίδα είναι καταφέρει ο κος Πολίτης να πείσει τους υπόλοιπους πως όλοι έφταιξαν και όλοι μαζί έπρεπε τώρα να πληρώσουν και να σώσουν τις περιουσίες τους. Να τους κάνει να καταλάβουν πως αν αυτοί δεν επέτρεπαν στον κο Λαμογιόπουλο να τους εξαπατήσει, θα υπήρχαν στο κτίριο πυροσβεστήρες και κανένα συνεργείο δεν έρχεται εκεί που δεν χρειάζονται επισκευές.  

Σάββατο 20 Απριλίου 2013

«Αν δεν σας αρέσει η Ελλάδα να αλλάξετε χώρα», είπε η εισαγγελέας


Σε διεθνείς αθλητικές ή πολιτιστικές εκδηλώσεις και διαγωνισμούς, οι παρευρισκόμενοι κρατούν τις σημαίες των κρατών τους. Ο νικητής στους διεθνείς αγώνες είναι ο εκπρόσωπος της χώρας του και η πιο συγκινητική στιγμή είναι η έπαρση της σημαίας και το άκουσμα του εθνικού ύμνου.

Στη Βοστώνη, την ανακούφιση από τη σύλληψη των παρανοϊκών ακολούθησε μια ξέφρενη γιορτή στους δρόμους με αμερικανικές σημαίες να κυματίζουν παντού, συμβολίζοντας τη νίκη ολόκληρης της κοινότητας ενάντια στο έγκλημα. Οι πολίτες της Βοστώνης είχαν κάθε λόγο να νιώσουν περήφανοι για τη χώρα τους και η σημαία είναι αναμενόμενο να κυματίζει τέτοιες στιγμές.
Στην Ελλάδα, όπως και στην Αυστρία, τη Φινλανδία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, τη Σουηδία κ.α., η βεβήλωση της σημαίας διώκεται ποινικά. Όποιος διαφωνεί με αυτό, ας αγωνιστεί θεσμικά να πείσει την πλειοψηφία των πολιτών πως είναι προτιμότερη η αντίθετη ή μία πιο χαλαρή αντιμετώπιση, την οποία έχουν υιοθετήσει χώρες όπως το Βέλγιο, η Αυστραλία, ο Καναδάς κ.ά. Οι δημοκρατούμενοι λαοί αποφασίζουν για τους νόμους τους και στη συνέχεια τους τηρούν.

Ο καθένας είναι ελεύθερος να ταυτίζει τη σημαία και τα εθνικά σύμβολα με τον φασισμό, τη χούντα, τους Σκοτεινούς Χρόνους ή την εξαφάνιση των δεινοσαύρων, αν αυτό τον διασκεδάζει. Μπορεί στ' αλήθεια, εκεί που οι άλλοι βλέπουν μια ιστορία, μια ιδέα, εκείνος να βλέπει ένα χρωματιστό πανί, αν και είναι παράδοξο να τα βάζει κάποιος με ένα πανί που δεν σημαίνει τίποτα. Προφανώς μάχεται την ιδέα που αυτό συμβολίζει. Κανένας, βέβαια, δεν τον υποχρεώνει να τη σέβεται ή να την τιμά, αλλά και κανένας δεν του δίνει  το δικαίωμα να την προσβάλλει και να την βανδαλίζει. Μάλιστα, εκείνος που εξυβρίζει και υποτιμά όσους σέβονται τα εθνικά τους σύμβολα, σε μια χώρα που οι περισσότεροι έχουμε συμφωνήσει πως αξίζουν τον σεβασμό μας, είναι εχθρός της ίδιας της δημοκρατίας.

Φαντάζομαι πως η γνώση του ρόλου που έχουν τα σύμβολα στη διανοητική επεξεργασία των εννοιών, και η συμβολή τους στη συνοχή της (οποιασδήποτε) ομάδας, θα ήταν μια δυσάρεστη αποκάλυψη για εκείνους που οραματίζονται αναρχοαυτόνομες ουτοπίες, όποιας προέλευσης.
Ακόμα και αν συνέβαινε το αδύνατο, κατόρθωναν, δηλαδή, όλοι οι άνθρωποι να ζουν ειρηνικά και αγαπημένοι, ακολουθώντας όλοι τον ίδιο νόμο, ως μία κοινότητα, ακόμα και τότε θα έφτιαχναν ένα σύμβολο για να εκφράσουν αυτή την ιδέα της παγκόσμιας αδελφοποίησης. Μία σημαία, ένα έμβλημα που θα διέκρινε αυτή την κοινωνία από τις προηγούμενες και τις επόμενες. Που θα δήλωνε ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι και τι τους εμπνέει.

Η εισαγγελέας που καταδίκασε τα λεβεντόπαιδα που έκαψαν τη σημαία, εφάρμοσε τον νόμο και δεν είπε τίποτα διαφορετικό από αυτό που είχε πει ο Σωκράτης λίγο πριν πεθάνει, όταν εξηγώντας γιατί δεν ήθελε να δραπετεύσει, «ακούει» τους νόμους να του λένε:
«.... έχουμε δώσει εκ των προτέρων το δικαίωμα σε όποιον Αθηναίο θέλει, αφού περάσει τη δοκιμασία και ενημερωθεί για το πολίτευμα και για εμάς τους νόμους, αν δεν του αρέσουμε, να πάρει τα πράγματά του και να πάει όπου θέλει.»