Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνικά Θέματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνικά Θέματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Μαΐου 2018

Ο πονηρός παπάς και ο ανόητος χωριάτης



Είναι μία ιστορία από αυτές που έλεγαν παλιά οι παππούδες και οι γιαγιάδες μπροστά στο τζάκι. Ο πονηρός παπάς και ο ανόητος χωριάτης, που θα μπορούσε να είναι ο πονηρός πολιτικός και ο ανόητος ψηφοφόρος. Εκλογές έρχονται, ας έχουμε τον νου μας στους παπα-τζήδες.

«Σ’ ένα μικρό χωριό, ζούσε κάποτε ένας παπάς με την παπαδιά του και το μωρό τους. Ήταν πολύ φτωχοί και άλλη περιουσία δεν είχαν παρά ένα μικρό αμπελάκι, έναν γάιδαρο και ένα φλουρί που είχε απομείνει από την προίκα της παπαδιάς. Ο παπάς, δεν ήξερε πια τι να κάνει για να βγει από τη μιζέρια που τους έδερνε. Κοίταζε μια τον γάιδαρο, έπαιζε στο χέρι του το φλουρί, βημάτιζε πέρα-δώθε, και κάποια μέρα του ήρθε η φώτιση!

Άρχισε να κάνει βόλτες στο χωριό με τον γάιδαρό του περιμένοντας να φανεί ο κατάλληλος διαβάτης. Βλέπει έναν ξένο να πλησιάζει πάνω σε ένα άλογο. Μόλις πλησίασε αρκετά, ο παπάς κεντάει τα καπούλια του γαϊδάρου και αφήνει με τρόπο να πέσει κάτω το φλουρί. Το βλέπει ο καβαλάρης και μένει με το στόμα ανοιχτό. Αυτόν τον γάιδαρο που κάνει φλουριά έπρεπε να τον αποκτήσει.  Ζητά ει από τον παπά να τον αγοράσει, μα ο παπάς δεν τον πουλάει.
- Δεν θα’σαι καλά άνθρωπέ μου, του λέει. Τον γάιδαρο που μου κάνει φλουριά θα σου πουλήσω;
-Σου δίνω χίλια φλουριά, λέει ο ξένος.
- Όσα μου κάνει σε δέκα μέρες, δηλαδή; Πήγαινε άνθρωπέ μου!
- Να σου δώσω δύο χιλιάδες τότε... και παραπάνω…
Ο παπάς έκανε πως το σκέφτεται. Έτριψε το γένι του, κλώτσησε τις πέτρες, κοιτούσε επάνω, κοιτούσε κάτω…
- Χαλάλι σου, βρε. Θα σου τον δώσω για τόσα. Μα να ξέρεις, πως, αν θέλεις να σου κάνει φλουριά, πρέπει να τον κρατήσεις κλεισμένο στον στάβλο, χωρίς φαΐ και νερό και σε σαράντα μέρες, θα σου χει κάνει τόσα φλουριά, που δεν θα μπορείς να ανοίξεις μήτε την πόρτα του στάβλου.
Φεύγει ο αγοραστής περιχαρής, πάει στο χωριό του και κάνει όπως του είπε ο παπάς. Σε σαράντα μέρες, ανοίγει την πόρτα του στάβλου… δεν άνοιγε. Τρελάθηκε από τη χαρά του! «Τίγκα στα φλουριά θα είναι», σκέφτηκε. Σπάει την πόρτα και τι να δει; Ψόφιος, τουμπανιασμένος ο γάιδαρος και άλλο τίποτα! Έγινε έξαλλος και μια και δυό πάει να βρει τον παπά να του ζητήσει τα λεφτά του πίσω.

Εν τω μεταξύ ο παπάς, είχε κάνει το κουμάντο του, κι ήταν έτοιμος να αντιμετωπίσει τον θυμωμένο αγοραστή. Είχε πάρει δύο λαγούς, ολόιδιους, και δίνει τον ένα στην γυναίκα του να τον φυλάει.
- Αν έρθει εκείνος ο ξένος και με ζητήσει στείλε τον στο αμπέλι, εκεί θα τον περιμένω. Εσύ ετοίμασε ντολμάδες, πίτα, κανένα βραστό, κι ό, τι άλλο σκεφτείς. Και βάλε μια κόκκινη κορδέλα στον λαγό και δέσε τον στην κούνια του μωρού.
Έφυγε ο παπάς μαζί με τον δεύτερο λαγό για το αμπέλι, δεν άργησε να φανεί και ο εξαπατημένος.
- Ψόφησε ο γάιδαρος; κάνει έκπληκτος τάχα ο παπάς. Έλα Παναγία μου! Πώς τα κατάφερες βρε Χριστιανέ μου;
- Άστα αυτά κατεργάρη! Με γέλασες και κοίτα, γιατί παπάς ξε-παπάς, αν δεν μου δώσεις τα λεφτά μου θα σε ξεκάνω.
Ο παπάς σκαλίζει αμέριμνος το άροτρό του και του λέει με ψυχραιμία.
- Μην κάνεις έτσι, σε καλό σου. Κάτσε να κάμω τη δουλειά μου εδώ, και μετά πάμε στο σπίτι μου σαν άνθρωποι να το τακτοποιήσουμε το θέμα.

Πιάνει τον λαγό, που του έχει φορέσει μια κόκκινη κορδέλα στον λαιμό, και του λέει:
- Λαγέ, σύρε στο σπίτι να πεις της γυναίκας μου να φτιάξει καμιά πίτα, ντολμάδες και κανένα βραστό γιατί έχω μουσαφίρη. Εσύ, κάτσε εκεί και κούνα το μωρό να μένει ήσυχο.
Του δίνει μια στα πισινά, αρχίζει και τρέχει ο λαγός και ο μουσαφίρης κοιτά αποσβολωμένος.
Πέρασε η μέρα, πλησίαζε το βράδυ και ο παπάς με τον ξένο φτάνουν στο σπίτι.

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2015

Γιατί μας γοητεύουν οι Θεωρίες Συνωμοσίας, Αριστοτέλη;


«Υπάρχει μία μυστική ομάδα λίγων ανθρώπων που κινούν τα νήματα της ανθρωπότητας.» 
«Τον ιό HIV τον δημιούργησαν επίτηδες για να μειώσουν τον πληθυσμό της γης. Ή για να πλουτίσουν από τα φάρμακα από έφτιαξαν μετά για την αντιμετώπισή του.» 
«Ο άνθρωπος δεν πήγε ποτέ στη σελήνη.» 
«Και όμως, η γη είναι επίπεδη.» 
«Οι εξωγήινοι όχι μόνο υπάρχουν, αλλά κυκλοφορούν ανάμεσά μας και μας ελέγχουν.» 
«Το νερό, η τροφή και ο αέρας που αναπνέουμε περιέχουν ειδικές χημικές ουσίες που μας κάνουν παθητικούς δέκτες οποιασδήποτε εις βάρος μας ενέργειας.» 
Αυτές είναι μερικές από τις πιο δημοφιλείς θεωρίες συνωμοσίας που έχουν πολλούς οπαδούς παγκοσμίως. Για καμία από αυτές δεν υπάρχουν αξιόπιστες αποδείξεις. Αν ασχοληθείτε λίγο πιο σοβαρά με αυτές θα διαπιστώσετε πως τα μόνα επιχειρήματα που έχουν να παρουσιάσουν οι υποστηρικτές τους είναι άλλες θεωρίες συνωμοσίες.
Τότε γιατί τόσος κόσμος τις πιστεύει;
Σε γενικές γραμμές αυτό συμβαίνει για τους ίδιους λόγους  που αγαπάμε τα ψέματα περισσότερο από την αλήθεια (δείτε εδώ). Οι θεωρίες συνωμοσίας όμως έχουν ένα επιπλέον πλεονέκτημα. Μας γοητεύουν επειδή είναι φτιαγμένες με την ίδια τεχνική που φτιάχνονται τα μυθιστορήματα και οι ταινίες. Τι είδους τεχνική είναι αυτή;

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2015

Ξανθίππη, το βάσανο του Σωκράτη

«Αν βρεις μια καλή σύζυγο θα είσαι ευτυχισμένος. Αν όχι, θα γίνεις φιλόσοφος.», είχε πει ο Σωκράτης, ο διάσημος φιλόσοφος, και σύμφωνα με τις μαρτυρίες των συγχρόνων του, το συμπέρασμα αυτό προέκυψε από την προσωπική του εμπειρία. Η σύζυγος του Σωκράτη, η Ξανθίππη, ήταν μία γυναίκα που δεν άφησε καλές εντυπώσεις, σήμερα όμως μπορούμε να εξετάσουμε τη σχέση του παράξενου αυτού ζεύγους με την καθαρή ματιά που μας εξασφαλίζει η χρονική απόσταση. Άραγε ήταν ο εκρηκτικός χαρακτήρας της Ξανθίππης που οδήγησε τον Σωκράτη στη φιλοσοφία ή μήπως η αφοσίωση του Σωκράτη στη φιλοσοφία καθόρισε τον χαρακτήρα της συζύγου του;

Ποια ήταν η Ξανθίππη

Σε αντίθεση με τον σύζυγό της, ο οποίος ήταν απλώς ο γιος ενός λιθοξόου και μιας μαίας, έχουμε λόγους να πιστεύουμε πως η Ξανθίππη καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια της Αθήνας. Έχουμε δύο σημαντικά στοιχεία που υποστηρίζουν αυτή την υπόθεση:

Πρώτον, το όνομά της είναι ο θηλυκός τύπος της λέξης που σημαίνει «ξανθός ίππος», και ονόματα με περιεχόμενο που παραπέμπει σε άλογα έδιναν στα παιδιά τους εκείνοι που είχαν την οικονομική άνεση να ασχοληθούν με το ακριβό χόμπι της ιππασίας. Δεύτερον, ο πρωτότοκος γιος του ζευγαριού δεν πήρε το όνομα του παππού από τη μεριά του πατέρα, όπως ήταν (και είναι ακόμα και σήμερα) η συνήθεια στην Ελλάδα. Ονομάστηκε Λαμπροκλής (= λαμπερή δόξα), που είναι επίσης αριστοκρατικό όνομα και ίσως έτσι να ονομαζόταν ο πατέρας της Ξανθίππης. Το όνομα του πατέρα του Σωκράτη (Σωφρονίσκος) δόθηκε στον δεύτερο γιο, κάτι που θα ήταν πραγματικά περίεργο, αν η Ξανθίππη δεν ήταν αριστοκρατικής καταγωγής ή τουλάχιστον ανώτερης τάξης από αυτή του Σωκράτη.

Ο Λαμπροκλής εμφανίζεται σε κείμενο του Ξενοφώντα να παραπονιέται για τη μητέρα του, πως είναι τόσο δύστροπη που κανείς δεν μπορεί να την υποφέρει. Ο Πλάτων μας την παρουσιάζει σε μία πολύ δύσκολη στιγμή της, όταν επισκέπτεται στη φυλακή τον Σωκράτη, λίγο πριν εκτελεστεί. Μόλις ήρθαν οι φίλοι του Σωκράτη, η Ξανθίππη κρατώντας τον έναν της γιο στην αγκαλιά, άρχισε να ξεφωνίζει και να μοιρολογεί «Σωκράτη, για τελευταία φορά τώρα θα σε χαιρετίσουν οι φίλοι σου κι εσύ εκείνους». Ο Σωκράτης ζήτησε να την πάει κάποιος στο σπίτι, κι εκείνη ξέσπασε σ’ έναν σπαρακτικό θρήνο χτυπώντας τον εαυτό της και ουρλιάζοντας, καθώς την απομάκρυναν από κοντά του. Είχαν δίκιο όμως εκείνοι που την αποκαλούσαν δύστροπη και υστερική ή μήπως η κακή φήμη που απέκτησε την αδικεί;

Επειδή θέλουμε να είμαστε δίκαιοι, θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν μας πως η υπερβολή στον θρήνο δεν ήταν ιδιοτροπία της Ξανθίππης. Οι γυναίκες της αρχαίας Ελλάδας θρηνούσαν με ξέφρενο τρόπο, προσπαθώντας να μοιραστούν τη δυστυχία με το αγαπημένο τους πρόσωπο που πέθαινε ή είχε πεθάνει. Ο συγγραφέας Λουκιανός αναφέρει πως οι συγγενείς και οι φίλοι του νεκρού περιέρχονταν σε τόσο κακή κατάσταση, ώστε λυπόταν κανείς περισσότερο τους ζωντανούς από τους νεκρούς: έκλαιγαν με λυγμούς, τραβούσαν τα μαλλιά τους, χτυπούσαν το κεφάλι και το στήθος τους. Έσκιζαν με τα ίδια τους τα νύχια τα μάγουλά τους… Όσο για τα παράπονα του Λαμπροκλή, ο οποίος ήταν έφηβος, δεν διαφέρουν και τόσο από τα παράπονα κάθε έφηβου από τότε μέχρι σήμερα.

Η Ξανθίππη, λοιπόν, ήταν μία νεαρή αριστοκράτισσα, που για κάποιον λόγο παντρεύτηκε έναν φτωχό, ιδιοφυή φιλόσοφο, τον οποίο πιθανότατα δεν επέλεξε η ίδια, αφού εκείνη την εποχή, οι γυναίκες δεν αποφάσιζαν για την τύχη τους. Ο τρόπος που θρήνησε τον άντρα της μας δείχνει ότι τον αγαπούσε, αλλά είναι βέβαιο πως ο γάμος της δεν ήταν παραμυθένιος.

Ο Σωκράτης ως σύζυγος και πατέρας

Ο φτωχός Σωκράτης παντρεύτηκε σε μεγάλη ηλικία. Γνωρίζουμε ότι απέκτησε τον πρώτο του γιο σε ηλικία 55 ετών, οπότε, μπορούμε να υποθέσουμε πως ήταν τουλάχιστον τριάντα χρόνια μεγαλύτερος από τη σύζυγό του, δεδομένου ότι οι κοπέλες στην αρχαία Αθήνα παντρεύονταν σε νεαρή ηλικία. Εκτός από φτωχός, ο Σωκράτης ήταν επίσης πολύ άσχημος. Είχε πλακουτσωτή μύτη, παχιά χείλη και μάτια γουρλωτά. Οι σύγχρονοί του έλεγαν πως μοιάζει με Σάτυρο ή Σειληνό. Και αυτός ο φτωχός και άσχημος άνδρας είχε και κάτι αλλόκοτες συνήθειες...

διαβάστε ολόκληρο το άρθρο στο GRethexis.com

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2015

Μία υπενθύμιση από το "1984"

"Όποιος ελέγχει το παρελθόν ελέγχει και το μέλλον. Και όποιος ελέγχει το παρόν ελέγχει το παρελθόν"
Είναι δύσκολο να συναντήσεις κάποιον που δεν έχει διαβάσει το "1984" του Τζωρτζ Όργουελ. Το έργο αυτό, που δημοσιεύτηκε το 1949 κι έγινε ταινία το 1956, περιγράφει ένα σκοτεινό μέλλον, όπου η σκέψη γίνεται το μεγαλύτερο έγκλημα και τιμωρείται με θάνατο. Για να καταπολεμήσει το έγκλημα της σκέψης, το Κόμμα αλλάζει την ιστορία, παραμορφώνει τη γλώσσα αλλάζοντας ή εξαφανίζοντας τις έννοιες που βλάπτουν την εξουσία του, ελέγχει τα ανθρώπινα αισθήματα.
Οι τεχνικές που περιγράφει ο Όργουελ είχαν ήδη εφαρμοστεί σε μεγάλο βαθμό τόσο στη ναζιστική Γερμανία όσο και στην Σοβιετική Ένωση του Στάλιν. Η προπαγάνδα αυτών των καθεστώτων θύμιζε έντονα στον αναγνώστη τον κόσμο που περιγράφει το "1984" και οι αλλαγές που επήλθαν μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου, τον έκαναν να τον ξεχάσει.
Αν και η φανταστική "Ωκεναία" με την Αστυνομία της Σκέψης και το Υπουργείο Αλήθειας που λέει πάντα ψέματα, δεν έγιναν πραγματικότητα, δεν βλάπτει να τις θυμόμαστε πότε -πότε και να έχουμε τον νου μας.

Η Διπλή Σκέψη 

"Να λες ηθελημένα ψέματα ενώ πιστεύεις ειλικρινά ότι είναι αλήθεια, να ξεχνάς όλα τα γεγονότα που έχουν γίνει ενοχλητικά, και όταν χρειάζεται, να τ' ανασύρεις από την λήθη, μόνο για το χρονικό διάστημα που πρέπει, ν'αρνιέσαι την ύπαρξη μιας αντικειμενικής πραγματικότητας, ενώ την ίδια στιγμή ξέρεις πως η πραγματικότητα αυτή υπάρχει. - όλα αυτά είναι αδήριτη αναγκαιότητα. Και μόνο να χρησιμοποιήσεις την έκφραση διπλή σκέψη, πρέπει να μετέλθεις της δυαδικότητας της σκέψης, γιατί μετο να χρησιμοποιείς αυτή την έκφραση, παραδέχεσαι ότι αλλάζεις την πραγματικότητα. Μετά, ξαναβάζεις σε ενέργεια τη διπλή σκέψη, σβήνεις τούτη τη γνώση και αυτό συνεχίζεται επ' άπειρον με το ψέμα να προπορεύεται της αλήθειας. Έτσι με το σύστημα της διπλής σκέψης το Κόμμα μπόρεσε - κι ίσως να το μπορεί για χιλιάδες χρόνια ακόμα - να αιχμαλωτίσει την πορεία της ιστορίας."

Η Νέα Ομιλία

"Καμία λέξη στο λεξιλόγιο Β δεν ήταν ιδεολογικά ουδέτερη. Πολλές από αυτές ήταν ευφημισμοί.

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2014

Ποιος φοβάται την ελευθερία;


«Σκλάβος είναι αυτός που περιμένει κάποιον να’ ρθει να τον ελευθερώσει», έγραφε ο ποιητής Έζρα Πάουντ. 
Στους δύο πανάρχαιους και πασίγνωστους μύθους που ακολουθούν (διασκευασμένοι), κυριαρχεί το μεγάλο ζήτημα της ανθρώπινης ελευθερίας. Ο ένας ενθαρρύνει την υποταγή για χάριν της ασφάλειας και της ατάραχης ζωής και ο άλλος την αυτοθυσία για την προστασία της ελευθερίας. Και στους δύο μύθους το προαπαιτούμενο της ελευθερίας είναι η απρόσκοπτη πρόσβαση στη γνώση. 

Ένας ιδιότροπος πατέρας
Μια φορά κι έναν καιρό ένας πλούσιος πατέρας μεγάλωνε τα δύο του παιδιά σε ένα πανέμορφο σπίτι. Κανείς δεν ήξερε τι είχε απογίνει η γυναίκα του, αλλά τα παιδιά δεν την ανέφεραν ποτέ. 
Τίποτα δεν έλειπε από το σπιτικό τους και τα παιδιά έδειχναν να απολαμβάνουν την αφθονία και τη στοργή του πατέρα τους, που καθημερινά, έκανε ό, τι μπορούσε για να εκπληρώνει κάθε τους επιθυμία. Εκτός από μία. 
Στο σπίτι υπήρχε ένα δωμάτιο, στο οποίο δεν έπρεπε να μπουν. «Αν μπείτε», τους είπε, «δεν θα είσαστε ποτέ πια ευτυχισμένα».

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2014

Λόγω του γεγονότος...


Επικαιροποιημένη επανεμφανίστηκε η δήλωση περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων στο facebook. Κάθε χρόνο την κοινοποιούν οι δύστυχοι χρήστες, αλλά τίποτα δεν αλλάζει. Ούτε φέτος θ' αλλάξει, εκτός αν προβείτε στις απαραίτητες διορθώσεις.

 «Λόγω του γεγονότος ότι το Facebook έχει επιλέξει να εμπλέξει λογισμικό που επιτρέπει την κλοπή προσωπικών πληροφοριών, δηλώνω ότι...» θα σταματήσω να δημοσιεύω οτιδήποτε δεν θα ήθελα να αποκαλυφθεί, αντιγραφεί, διανεμηθεί, αναμεταδοθεί στον γαλαξία ολούθε ή να πάθει κάτι άλλο, εκτός από το να κάθεται ήσυχο μέσα στο μυαλό μου.

«Όσοι διαβάζετε αυτό το κείμενο αντιγράψτε το και επικολλήστε το στον τοίχο του Facebook. Αυτό θα...» κάνει μια τρύπα στο νερό που κυλάει στον νεροχύτη του Μάρκου του Ζάκερμπεργκ και στον μπιντέ των συνεργατών του, καθώς όταν γίνατε μέλη του ΦΒ κάνατε τσεκ στο τετραγωνάκι που συνόδευε την φράση «αποδέχομαι τους όρους χρήσης...». Υπογράψατε, δηλαδή, πως διαβάσατε και αποδεχτήκατε τους όρους του, τους οποίους υποτίθεται πως είχατε διαβάσει. Εννοώ αυτούς εδώ.

«Το περιεχόμενο του προφίλ μου περιλαμβάνει προσωπικές πληροφορίες. Η παραβίαση της ιδιωτικής ζωής μου...»

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2014

Πόσο άλλαξαν οι αντιλήψεις των Γερμανών μετά από 25 χρόνια χωρίς το τείχος;

Με αφορμή τα 25 χρόνια, από την ενοποίηση της Γερμανίας, το Ινστιτούτο Κοινωνικών Σπουδών (Gesis) του Leibniz, διενήργησε μία έρευνα, προκειμένου να διαπιστώσει τις διαφορές στις αντιλήψεις και στον τρόπο ζωής των Γερμανών. 
Η έρευνα διεξήχθη από το 1990 έως το 2012 και αποκαλύπτει τις αλλαγές στη νοοτροπία και στις πεποιθήσεις των ανατολικών και των δυτικών, όπως διαμορφώθηκαν κατά το διάστημα της κοινής τους ζωής. 
Κάποια αποτελέσματα είναι αναμενόμενα, άλλα είναι πραγματικά εντυπωσιακά, ειδικά όταν αφορούν την ηλικιακή κατηγορία 45 - 64, δηλαδή τη γενιά που ενηλικιώθηκε στο προηγούμενο σύστημα και εισήλθε στη νέα, ενωμένη Γερμανία με διαμορφωμένες πεποιθήσεις...

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

Ναπολέων Λαπαθιώτης, ο αμαρτωλός "Οσκαρουαλδίζων" των παιδικών μας χρόνων

Ξεφυλλίζοντας κάτι παλιά, πολύ παλιά, τετράδια...

Κρύο βαρύ, χειμώνας ὄξω, τρέμουν οἱ φωτιὲς στὰ τζάκια,
τώρα ποιὸς τὰ συλλογιέται τὰ καημένα τὰ πουλάκια!

Τὰ πουλάκια εἶναι στὰ δένδρα, τὰ πουλάκια εἶναι στὰ δάση,
τὰ πουλάκια θὰ τὰ πάρει ὁ βοριᾶς ποὺ θὰ περάσει,
ἡ βροχὴ καὶ τὸ χαλάζι κι ὁ βοριᾶς ποὺ θὰ περάσει,
καὶ τὸ χιόνι ποὺ τὸ παίρνουν στὶς αὐλὲς μὲ τὸ φαράσι...

Κι ἂν ἡ νύχτα εἶναι μεγάλη, κι ἔρχεται γιομάτη τρόμους,
κι ἂν ὁ θάνατος ἀπόψε, φέρνει γύρα μὲς τοὺς δρόμους,
κι ἂν ἡ παγωνιὰ θερίζει κι εἶναι δίχως ρουχαλάκια,
δὲ βαριέσαι, ποιὸς θυμᾶται τὰ καημένα τὰ πουλάκια...

Τὰ πουλάκια εἶναι στὰ δένδρα, τὰ πουλάκια εἶναι στὰ δάση,
τὰ πουλάκια θὰ τὰ πάρει ὁ βοριὰς ποὺ θὰ περάσει.
Στὰ παιδάκια εἶναι τὰ χάδια, στὰ παιδάκια τὰ φιλάκια,
τώρα ποιὸς τὰ συλλογιέται τὰ καημένα τὰ πουλάκια!

Κι ὅταν γίνει, πάλι, βράδυ κι ὅλοι πᾶνε νὰ πλαγιάσουν,
νὰ χωθοῦν μὲς τὰ κρεβάτια, μὴ τυχὸν καὶ ξεπαγιάσουν,
τὰ πουλάκια τὰ καημένα, τὰ πουλάκια, τώρα, πέρα
θὰ χαθοῦν χωρὶς ἐλπίδα νὰ φανοῦν τὴν ἄλλη μέρα...

Το ποίημα αυτό το πρωτοδιάβασα από το αναγνωστικό της Δ΄ Δημοτικού που εκδόθηκε το 1974. Το έγραψε ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, ο θαυμαστής του Oscar Wilde, ο ασυμβίβαστος αστός ποιητής με τα πολλά ταλέντα και τα πολλά πάθη. Έζησε και πέθανε σαν ήρωας ελληνικής τραγωδίας.

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2014

Οι "Νύφες Τζιχάντ"

Δύο έφηβες βοσνιακής καταγωγής, το έσκασαν από το σπίτι τους στην Αυστρία και πήγαν στην εξωτική Συρία, να πάρουν μέρος σε έναν εξωτικό πόλεμο. Τα νέα για την τύχη τους παραμένουν ασαφή. Τον προηγούμενο μήνα κυκλοφόρησε η είδηση πως η μία από αυτές είναι νεκρή. Πριν λίγες μέρες, στο προφίλ της σε κοινωνικό δίκτυο εμφανίστηκε να δηλώνει περιχαρής πως κυοφορεί έναν απόγονο ποιος ξέρει ποιου "ηρωικού" μαχητή του Αλλάχ. Άλλες πηγές αναφέρουν πως η μία από αυτές επικοινωνεί με την οικογένειά της και φαίνεται πως θέλει να επιστρέψει (αλλά πώς;), ενώ η άλλη, μάλλον η εγκυμονούσα δεν είναι ακόμα έτοιμη.

Αυτή είναι μία μόνο ιστορία από τις πολλές, κοριτσιών 15, 16 και 17 ετών που εγκαταλείπουν τα σπίτια τους για να σταδιοδρομήσουν ως "Νύφες τζιχάντ". Οι περισσότερες είναι παιδιά μουσουλμάνων μεταναστών, δεύτερη ή τρίτη γενιά, που έχουν ανατραφεί σε δυτικές χώρες. Στην περίπτωσή τους όμως, "το χωνευτήρι των πολιτισμών" δεν έκανε καλή δουλειά. Από την άλλη, φαίνεται πως η σταδιοδρομία αυτή γίνεται της μόδας και για κορίτσια μη μουσουλμάνων...

Κυριακή 6 Ιουλίου 2014

Η Σκοτεινή Πλευρά των Φωτεινών Πνευμάτων της Αναγέννησης

Χαρισματικοί καλλιτέχνες που άφησαν το σημάδι τους στον κόσμο μας, με επίπεδο ευφυΐας και δημιουργίας αξιοθαύμαστο μέχρι σήμερα, που είχαν όμως κι αυτοί τα βάσανά τους.
Η καθημερινότητά τους, ο χαρακτήρας τους, τα πάθη και οι φόβοι τους δεν διαφέρουν από εκείνα οποιουδήποτε ανθρώπου. Μόνο που εκείνοι μπόρεσαν να φωτίσουν τα σκοτάδια της ψυχής τους –και της δικής μας-  με την ομορφιά της τέχνης. 

Sandro Botticelli (Φλωρεντία 1445 -1510)
Τα έργα του Μποτιτσέλι (ειδικά τα πρώτα του) είναι μία σύνοψη του πνεύματος που είχε καταλάβει τον άνθρωπο της Αναγέννησης. Η Primavera του, το σύμβολο του ανθρωπισμού του 15ου αιώνα και η «Γέννηση της Αφροδίτης», η απόδοση της ανύψωσης του ανθρώπου ή της εξανθρώπισης του θείου (ανάλογα με τους «φακούς» του καθενός) είναι ανάμεσα στους δημοφιλέστερους πίνακες όλων των εποχών.
Αυτός, όμως, ο εκφραστής των ουμανιστικών ιδεών της σημαντικότερης ίσως εποχής της ευρωπαϊκής ιστορίας, το 1492, μετά τον θάνατο του Λορέντζο των Μεδίκων και του αδελφού του, Τζοβάνι, αφέθηκε στη σκοτεινή γοητεία του θρησκόληπτου Σαβοναρόλα, ο οποίος για δέκα περίπου χρόνια ανέκοψε την αναγεννησιακή πορεία στη Φλωρεντία.
 Όπως η πλειονότητα των συμπολιτών του, ο Σάντρο έριξε με τα ίδια του τα χέρια στις «φωτιές της ματαιοδοξίας» ό, τι θύμιζε την εποχή της πολυτέλειας και του έκλυτου (κατά τον φανατικό κληρικό) βίου της Φλωρεντίας. 
Έτσι, ανάμεσα στα κοσμήματα, τα απαγορευμένα βιβλία και άλλα προϊόντα ευημερίας και πολιτισμού, έλιωσαν στις φωτιές και πολλά έργα του Μποτιτσέλι με θέματα παγανιστικά - και ως εκ τούτου προσβλητικά- για την εκκλησία. 
Από τότε εγκαταλείπει τις μυθολογικές αλληγορίες

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

Σκυλίσια ζωή.

Είμαι το μη ον!
Είμαι ένα αδύναμο, χαζούλιακο ανθρωπάριο. Χρειάζομαι έναν Πατέρα. Επίγειο, επουράνιο, δεν με νοιάζει!
Αρκεί να με προστατέψει από τον άθλιο καρπό της γνώσης του καλού και του κακού. Αρκεί να μην με αφήσει να βρω το δέντρο της ζωής. Γιατί, αν φάω από αυτό, δεν ξέρω πώς να ζήσω!
Θέλω να αποφασίζει πόσα χρόνια πρέπει να ζήσω και πώς! Όπως αποφασίζω εγώ για τον σκύλο μου.

Να μην αφήσει κανέναν Προμηθέα να μου φέρει τη φωτιά. Γιατί είμαι αδέξιος και θα καώ.

Θέλω Εκείνος να αποφασίζει ποιες λέξεις πρέπει να χρησιμοποιώ.
Πότε πρέπει να νιώθω ευτυχισμένος. Πότε να οργίζομαι.
Θέλω έναν Πατέρα στον ουρανό ή στη γη να μου λέει τι πρέπει να τρώω και πόσο να πίνω. Πώς και ποιον πρέπει να αγαπήσω. Πότε να κάνω στείρωση. Όπως αποφασίζω εγώ για τον σκύλο μου.
Να βάζει όριο στις ορμές της σάρκας μου και στην ορμή της φαντασίας μου.
Να βάζει ταμπέλες στους γείτονές μου, ώστε να ξέρω ποιον πρέπει να συμπαθώ και ποιον όχι.
Θέλω να διαχειρίζεται το κομπόδεμά μου, γιατί, πού να ξέρω εγώ τι πρέπει να κάνω με αυτά που κερδίζω. Εκείνος ξέρει.

Γιατί είναι σοφός! Έχει συγκεντρώσει τη σοφία τη δική μου, τη δική σου, του διπλανού μας, όλων όσων την προσφέραμε θυσία γονατίζοντας μπροστά στα δυνατά του πόδια.
Αυτόν τον Πατέρα δεν τον ξέρω, δεν σήκωσα ποτέ το κεφάλι μου να δω το πρόσωπό του.
Ξέρω μόνο πως είμαι τόσο αδύναμος και η ψυχή μου είναι τόσο σκόρπια, που δεν μπορώ να ζήσω αν δεν μου πει εκείνος πως αξίζει να ζω.
Πληρώνω όσα-όσα για ένα του χάδι, για μία του επιβράβευση. Αιώνες τώρα! Όπως ο σκύλος μου.
Ο Πατέρας μου, πότε Θεός και πότε Κράτος, θα γίνει ο πατέρας των παιδιών μου. Θα μοιράσει και γι’αυτά τη δυστυχία σε ίσα μερίδια.

Δεν μπορώ να αρνηθώ τον Πατέρα μου, γιατί τότε πρέπει εγώ να αποφασίσω. Και θα κάνω λάθος. Και ο Πατέρας μου είπε ότι όποιος κάνει λάθος είναι αποτυχημένος.
Έτσι, προτιμώ να μην κάνω τίποτα.
Θα φάω ό τι μου πει. Θα λέω ό,τι μου πει. Θα πιστεύω ό, τι πιστεύει Εκείνος. Θα περιμένω να με βγάλει βόλτα. Όπως ο σκύλος μου.

Γιατί χωρίς Αυτόν, δεν ξέρω πώς να ζήσω!
Επιλέγω τη σκυλίσια ζωή.
Κι ας μην τη ζήσω!
Είμαι το αξιοθρήνητο μη ον στο έλεος του κάθε Θεού και του κάθε Κράτους.
Είμαι ο γεννήτορας του Πατέρα! 

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2014

"Η μάχη των Αθηνών" - Μία έντιμη επανάσταση στο Tennessee

Μία πόλη που ιδρύθηκε το 1822 στο McMinn County, Tennessee ονομάστηκε Αθήνα, πιθανόν επειδή έχει μορφολογικές ομοιότητες με την δική μας Αθήνα. Οι ντόπιοι την αποκαλούν και «Φιλική Πόλη». Υπάρχουν πολλές Αθήνες στις ΗΠΑ, αλλά τούτη εδώ έχει μία πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία να αφηγηθεί:
«Το 1936, σε αυτή την ήσυχη πόλη, βάζει υποψηφιότητα για σερίφης ένας γόνος πλούσιας οικογένειας του τόπου με υψηλές γνωριμίες, ο Paul Catrell. Και τις κερδίζει. Οι κάτοικοι όμως έχουν βάσιμες υποψίες πως η διαδικασία των εκλογών είχε νοθευτεί και οι ενέργειες του νέου σερίφη δεν άργησαν επιβεβαιώσουν το ήθος του ανδρός.
Πρώτα απ’όλα χρησιμοποίησε τις γνωριμίες του και πέτυχε τη διάσπαση του McMinn County σε μικρότερες διοικητικές περιοχές, ώστε να αποδυναμώσει την αντίδραση των αντιπάλων του.
Καθιέρωσε τη μυστική καταμέτρηση των ψήφων στις επόμενες πέντε εκλογικές αναμετρήσεις, στις οποίες ο ίδιος ή κάποιος δικός του πλειοψηφούσε. Επικαλούμενος την εξοικονόμηση χρημάτων για τον Δήμο, αρνήθηκε να αγοράσει μηχανήματα καταμέτρησης και επέμενε στη (μυστική) καταμέτρηση ψήφων με το χέρι!
Στο ίδιο πνεύμα οικονομίας βασίστηκε και η καθιέρωση «τέλους σύλληψης», που πήγαινε στην τσέπη του, και φυσικά φρόντισε να γίνονται αρκετές συλλήψεις: Αθώοι πολίτες συλλαμβάνονταν, πολλές φορές μαζικά, για μέθη  και αφήνονταν ελεύθεροι μετά την καταβολή γενναίου προστίμου. Είχαν αναφερθεί μέχρι και περιπτώσεις συλλήψεων όλων των επιβατών σε λεωφορείο. Αντίθετα, κανείς δεν ενοχλούσε τους πραγματικούς εγκληματίες (ειδικά τους λαθρεμπόρους), μετατρέποντας την Αθήνα σε μία πόλη όμηρο στα χέρια διεφθαρμένων λειτουργών και βυθισμένη στην παρανομία.
 Ο Cantrell εξελέγη σερίφης και πάλι το 1938 και το 1940, ενώ το 1942 και το 1944 εξελέγη γερουσιαστής και τη θέση του σερίφη έλαβε ο βοηθός του Pat Mansfield.

Το σύστημα αυτό ήταν για τον Cantrell εξαιρετικά αποδοτικό, μέχρι που επέστρεψαν οι 3000 περίπου βετεράνοι της περιοχής, με τη λήξη του Β Π Πολέμου.

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

Το τιγκάμηλο

«Διαολίζεις τον κώνωπα και καταπίνει τιγκάμηλο»
Έτσι είχε διασκευάσει η αείμνηστη μαμά μου τη γνωστή ευαγγελική ρήση «Διυλίζουν τον κώνωπα και καταπίνουν την κάμηλο» και μου την έλεγε κάθε φορά που έκανα ή έλεγα κάτι πολύ εκνευριστικό που την έβγαζε από τα ρούχα της. Ένιωθε σαν κουνούπι που κάποιος το διαολίζει και από τα νεύρα του καταπίνει αμάσητο το τιγκάμηλο. Στο μυαλό της  το τιγκάμηλο ήταν ένα μυστηριώδες φυτό (προφανώς συνειρμός από το φασκόμηλο), με το οποίο τρέφονταν τα κουνούπια σε περιόδους νευρικής κρίσης.
Όταν έγινα μεγάλο παιδί και ένιωθα πια μορφωμένη, δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό και επιχείρησα να την επιμορφώσω.  Της εξήγησα πώς είναι η φράση στην πραγματικότητα και πως λέγεται όταν κάποιος ασχολείται με μικρής σημασίας ζητήματα, παραβλέποντας  τα σημαντικά.
Εκείνη, ένιωθε πολύ άβολα κάθε φορά που αντιμετώπιζε τον μεγάλο της πόνο. Ποτέ δεν ξεπέρασε το ότι οι γονείς της, με τη βία, της στέρησαν το σχολείο. Κάθε φορά που την διόρθωνα γνώριζα ότι θα θυμώσει και ότι θα επινοήσει κάτι για να μπαλώσει όπως-όπως το λάθος της. Η μαμά μου ήθελε να μαθαίνει καινούργια πράγματα, αλλά δεν άντεχε να παραδεχτεί πως δεν τα γνώριζε.
Ετούτη τη φορά μου λέει «Δηλαδή, δεν μπορεί κάποιος, αντί να διυλίζει τον κώνωπα να τον διαολίζει; Πρέπει να το πει κάποιος σπουδαίος για να το λέω κι εγώ;»
«Όχι. Αλλά, αν χρησιμοποιείς μία γνωστή φράση, πρέπει να την λες όπως ειπώθηκε»
«Γιατί;  Θα μου κόψει το επίδομα αυτός που την είπε;» μου είπε με ύφος κώνωπα που έψαχνε απεγνωσμένα τιγκάμηλο! Είχε εκείνο το ύφος, το ανακατεμένο θλίψη, αγωνία και θυμό. Ήταν ώρα να κατευνάσω τα πνεύματα.
«Αν σου αρέσει έτσι, μπορείς να το λες κι έτσι. Άλλωστε, μπορεί να καθιερωθεί και να το επαναλαμβάνουν οι επόμενες γενιές ως δικό σου απόφθεγμα. "Όπως έλεγε και η κυρά-Λένη", θα λένε».
Ήξερα ότι μέσα της χαμογελούσε, αλλά διατηρούσε, όπως το συνήθιζε, το θυμωμένο της ύφος. Για λίγο. Πάντα ήταν για λίγο.
Αλλάξαμε συζήτηση και λέγαμε περί ανέμων και υδάτων, όταν σε μία άσχετη στιγμή, καμιά ώρα μετά, με ρωτάει  με αφέλεια:
«Δεν πιστεύω να εννοούσες ότι δεν υπάρχει το τιγκάμηλο;»
Ήθελα να γελάσω, αλλά δεν το έκανα. Ήξερα πως για εκείνη ήταν ένα σοβαρό ερώτημα και η απάντηση είχε σημασία.
«Γιατί να μην υπάρχει;», της είπα. «Αρκεί να ακολουθήσεις ένα διαολισμένο κουνούπι, να δεις πού πάει και τα πίνει».
Η μάνα έφυγε από τον κόσμο τούτο με τα διαολισμένα κουνούπια, ένα μήνα μετά από αυτή τη συζήτηση.
Εγώ όμως, κάθε φορά που εκνευρίζομαι με κάτι, νιώθω σαν κουνούπι που δεν βρίσκει τιγκάμηλο να καταπιεί. Και αυτή η εικόνα αποδείχτηκε εξαιρετικό εργαλείο διαχείρισης θυμού. Πιάνει κάθε φορά. Γελάω μόνη μου, καθώς ακούω το οργισμένο κουνούπι  να τριγυρίζει στο μυαλό μου ψάχνοντας το καταπραϋντικό βοτάνι και σκέφτομαι πως δεν χρειάζεται να έχεις μάστερ για να δίνεις μαθήματα στα παιδιά σου.
Η αλήθεια σου είναι το σπουδαιότερο μάθημα, αυτό που το παιδί σου ποτέ δεν θα ξεχάσει.

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

Ψώνια στο Black Misery (Χελόου Λένιν!)

Εδώ και καιρό άκουγα για αυτό το Black Misery. Mου γύριζε τ’ άντερα μόνο που το άκουγα! Αυτός ο συγκαλυμμένος ρατσισμός είναι πλέον παντού και μας τον χώνουν στο υποσυνείδητο με τη βία!
Είχα κάνει όρκο να μην πατήσω ποτέ το πόδι μου εκεί μέσα, αλλά ας όψεται η κοινωνία, που άλλους τους ανεβάζει και άλλους τους κατεβάζει στα τάρταρα.
Τα έφερε, λοιπόν, η μαύρη μοίρα ένα απόγευμα, βγαίνω από το σπίτι να αγοράσω ένα καινούργιο πληκτρολόγιο, να γράψω καμιά μαλακία (με το συμπάθιο), να περάσει η ώρα. Το παλιό μου χάλασε από το πολύ τούκου τούκου, ήρθαν τα πλήκτρα και στούμπωσαν και πήρα τη μεγάλη απόφαση.
Ε, δεν θα το πιστέψετε! Για κάποιον άγνωστο λόγο, όλα τα μαγαζιά ήταν κλειστά. Κι όταν λέω κλειστά, το εννοώ. Λουκέτο κλειστά! Μόνο αυτό το ρημάδι, που δεν ήθελα να βλέπω στα μάτια μου, μόνο αυτό είχε την πόρτα ανοιχτή.
Βλέπω ταμπέλες στη βιτρίνα «τα πάντα όλα έχουμε»! Εντάξει, λέω, θα έχει και πληκτρολόγια.

Εντωμεταξύ, η εικόνα έξω από το μαγαζί ήταν σοκαριστική! Κάτι πλούσιοι τύποι, τουρίστες με ακριβά ρούχα, τριγύριζαν χασκογελώντας  μπροστά στην είσοδο του καταστήματος και έβγαζαν φωτογραφίες.  Για μια στιγμή μου φάνηκε πως περιγελούσαν αυτούς που ήταν μέσα, σαν να τους έλεγαν «τα θέλατε και τα πάθατε, ζωντόβολα» αλλά δεν είμαι και σίγουρη.
Πάω στο πάρκινγκ να αφήσω το αυτοκίνητο και προς μεγάλη μου έκπληξη, βλέπω ότι είναι δωρεάν! «Όνειρο ζω», σκέφτηκα και πριν προλάβω να ολοκληρώσω τη διαφημιστική ατάκα, διαπιστώνω πως δεν υπήρχε κανένα άλλο αυτοκίνητο τριγύρω. Δυο ποδήλατα μόνο είδα, από εκείνα τα παλαιά, τα ψηλά, ξέρετε. Μία ανείπωτη ανακούφιση με πλημμύρισε! Επιτέλους, λύθηκε το κυκλοφοριακό πρόβλημα, θα καθαρίσει ο αέρας, θα ξανάρθουν τα χελιδόνια! Βγαίνοντας από το πάρκινγκ, βλέπω μία κυρία και της λέω με νόημα «Σωθήκαμε, ε;» κι εκείνη συμφώνησε χαμογελώντας.

Καταχαρούμενη μπαίνω στο μαγαζί και σκοντάφτω στο πλατύσκαλο. Κάνω ένα αεροπλανικό και σώζω τελευταία στιγμή τα μούτρα μου, που παρατρίχα θα άφηναν το αποτύπωμά τους στο πάτωμα. Τι στον κόρακα! Ούτε ένα φως δεν ανάβει σε τούτο το ρημάδι; «Έστω», είπα! «Θα έπεσα σε οικολόγους, εξοικονομούν ενέργεια τα παιδιά». Αφού σκόνταψα άλλες δυό - τρεις φορές επάνω σε κάτι ράφια από νοβοπάν και μπουρδουκλώθηκα σε μία ξεφτισμένη κουρελού, έφτασα κουλουβάχατα σε ένα σημείο που αχνόφεγγε ένα κερί και μόλις τα μάτια μου συνήθισαν στο σκοτάδι, παρατήρησα ότι όλα τα ράφια ήταν άδεια! Εξοργίστηκα κάπως, είναι η αλήθεια, κυρίως γιατί το πρώτο που σκέφτηκα ήταν πως θα τα άρπαξαν όλα εκείνοι οι καπιτάλες που σεργιανούσαν έξω από το μαγαζί. «Θα ρωτήσω, να μάθω τι γίνεται», σκέφτηκα.

Δεν ήταν δύσκολο να βρω κάποιον, γιατί μόνο δύο πωλήτριες υπήρχαν σε όλο το μαγαζί. Μία στον τομέα «φαγώσιμα» και μία στα «μη φαγώσιμα». Πλησίασα στα φαγώσιμα, όχι γιατί ήθελα να φάω, αλλά σε αυτό το ράφι με οδήγησε το κουτρουβάλημα μέσα στα σκοτάδια. Μπροστά μου ήταν ένα ζευγάρι τουρίστες, μάλλον ιμπεριαλιστές Αμερικάνοι, που δείχνουν στην κοπέλα (αν ήταν και κοπέλα, τα σκοτάδια μου μέσα!) ένα σακουλάκι ηλιόσπορους.
-Χάου ματς; ρωτάει αυτός.
Η κοπέλα (όπως αποδείχτηκε από τη φωνή της) σάστισε με την άγνωστη γλώσσα! Γύρισε προς το δεύτερο άτομο του προσωπικού, επίσης κοπέλα.
-Ρε συ Ρηνιώ, τι λένε τούτοι οι ραμολήδες;
-Την τιμή θα  ρωτάνε, συντρόφισσα. Μήπως τους νοιάζει τίποτ’ άλλο! λέει αυτή.
-Και τι να τους πω εγώ τώρα;
-Ξέρω κι εγώ! Πες τους να πάνε από κει που’ρθανε. Φρόζεν γουόρ, γκόου χόουμ, πες τους.
-Φρόζεν γουόρ, γκόου χόουμ, λέει κι αυτή.
«Πωωω πω!, πως τις δουλεύουν τις ξένες γλώσσες» σκέφτηκα, ενώ το ζευγάρι αποχωρούσε σαστισμένο, δεν ξέρω γιατί. Ύστερα ρώτησα την χαρωπή κι ευγενέστατη κοπέλα πού είναι το τμήμα με τους υπολογιστές.
-Με ποιους; έκανε εκείνη, πάντα πρόσχαρη.
-Τους υπολογιστές, επανέλαβα εγώ. Θέλω να αγοράσω ένα πληκτρολόγιο.
-Καλά, βλαμμένη είσαι συντρόφισσα;
-Δεν κατάλαβα.
-Λέω, βλέπεις τίποτε τμήματα εδώ πέρα;

Είχε δίκιο η καλή κοπέλα. Αφού ήμουν στον τομέα με τα φαγώσιμα! Τι χαζό εκ μέρους μου! Ζήτησα ευγενικά συγγνώμη και έκανα τέσσερα βήματα προς τα δεξιά, όπου ήταν το τμήμα με τα μη φαγώσιμα. Μόλις που διέκρινα την δεύτερη πωλήτρια στο μισοσκόταδο.
-Καλησπέρα σας. Κάτι σε πληκτρολόγιο έχετε; ρώτησα με την ευγένεια που με διακρίνει.
-Τι να το κάνεις;
-Για τον υπολογιστή, ξέρετε για να γράφω κείμενα.
-Ο πληθυντικός σε μάρανε κατακαημένη! Από πού σε αμολήσανε εσένα ρε;
Άρχισα να υποψιάζομαι πως πρέπει να έχω χάσει κάποια επεισόδια! Μα, πόσον καιρό ήμουν κλεισμένη στο σπίτι; Τι έγινε; Πότε απελευθερώθηκε η εργατιά κι έκανε την επανάσταση του ενικού; Επιτέλους! Πωλητές που δεν νοιάζονται να πουλήσουν! Που δεν σκύβουν το κεφάλι στην καταναλωτική ιδιοτροπία του κάθε μολυσμένου με το μικρόβιο της ιδιοκτησίας! «Μα τι είχα πιει εκείνο το βράδυ και πόσον καιρό πριν ήταν;». Δεν θυμόμουν.
-Οπότε, τέλος οι υπολογιστές; ρώτησα γεμάτη ελπίδα. Τον νικήσαμε τον τεχνοφασισμό;
-Ναι, νικήσαμε, αλλά κοίτα. Πληκτρολόγιο, αν θες σου βρίσκω, γιατί είσαι και εντάξει κοπέλα. Αλλά δεν ξέρω αν θα σου χρησιμέψει. Με δυο ώρες ρεύμα την ημέρα τι θα πρωτοκάνεις; Θα προλαβαίνεις να γράφεις; Να σου βρω καλύτερα μερικές κούτες στυλό διαρκείας; Τώρα όμως, γιατί αύριο δεν ξέρω τι θα έχει μείνει.

Ενώ προσπαθούσα να πάρω μια απόφαση, βλέπω μία κυρία που είχε μπει στο μαγαζί μετά από μένα και αφού απασχόλησε την πωλήτρια στα «φαγώσιμα» κανένα πεντάλεπτο, στραβομουτσούνιασε μπροστά στα άδεια ράφια και έφυγε χωρίς μια λέξη, ένα αντίο. «Ο στριμμένος ο άνθρωπος ούτε με τον κομμουνισμό δεν σώζεται», σκέφτηκα αηδιασμένη.
Η πωλήτρια βέβαια, που δεν ανεχόταν πια τέτοιες αστικές συμπεριφορές, της έριξε μία μούντζα (διπλή) και την έστειλε στον αγύριστο.
-Ρε τράβα να δεις αν έρχομαι μικροαστικό απολειφάδι, που μου θες και ψώνια! Τέτοια περηφάνια!

Όμως έπρεπε να γυρίσω γρήγορα στο σπίτι μου, να ρωτήσω τη μάνα μου πόσον καιρό είχα χάσει. Πότε έπεσα σε κώμα και από τι!
Φεύγοντας, γύρισα να κοιτάξω για άλλη μία φορά τους πελάτες. Δεν υπήρχαν πελάτες (μάλλον δεν έχω συνέλθει πλήρως από τη βλάβη). Υπήρχαν όμως τα παλιά σκονισμένα ράφια, που έχασκαν άδεια, απαλλάσσοντάς με επιτέλους από το άγχος της κατανάλωσης!
Πήγα να πάρω το αυτοκίνητό μου κι εκεί με περίμενε μία δυσάρεστη έκπληξη! Στη θέση του δωρεάν πάρκινγκ υπήρχε μόνο το σασί! «Μα πού πήγε το υπόλοιπο;» αναρωτήθηκα και αμέσως σκέφτηκα «Μου το πήρε η Τρόικα». Μα όχι. Αφού τη διώξαμε και γίναμε κυρίαρχος λαός. Ποιος να ήταν;

«Δεν βαριέσαι», είπα στον εαυτό μου. «Και να μην μου το είχαν πάρει, μήπως θα έβρισκα βενζίνη να του βάλω!». «Τι στο διάολο ήταν αυτό που ήπια και πόσο με κράτησε;» Άραγε θα το φέρνουν στο Black Misery;
Ξεκαρδίστηκα μόνη μου στα γέλια και το ‘κοψα με τα πόδια για το σπίτι, ενώ πίσω μου άστραφταν τα φλας από τις μηχανές των δύστυχων τουριστών, που σύντομα θα έπρεπε να εγκαταλείψουν τον σοσιαλιστικό μας παράδεισο.

Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013

Το τσίρκο των απελπισμένων βουλευτών

Από τότε που ήμουν παιδί, η επίσκεψη στον ζωολογικό κήπο και κυρίως στο τσίρκο, ήταν ένας απίστευτος εφιάλτης!
Εκείνα τα ζώα που έπρεπε να ζουν σε κλουβιά, να παριστάνουν τους ανθρώπους φορώντας καπέλα και στολές χορού με τούλια. Που έπρεπε να κάνουν κάθε λογής αφύσικα για το είδος τους  «χαριτωμένα» παιχνιδάκια, με έκαναν να κλαίω με λυγμούς. Γιατί, αν και δεν γνώριζα τότε τι είδους μαρτύρια υφίστανται τα άτυχα ζωντανά για να μάθουν όλες αυτές τις ανθρώπινες ηλιθιότητες, ένιωθα βαθιά στην ψυχή μου τη δυστυχία τους.
Το ίδιο συναίσθημα ένιωσα παρακολουθώντας τον τελευταίο καιρό τη Βουλή. Το πιο θλιβερό τσίρκο, με βουλευτές εκπαιδευμένους να πουν και να κάνουν ό, τι χρειαστεί για να σώσουν την πολιτική τους ζωή.
Δεν πιστεύω, όπως οι περισσότεροι, πως είναι αναγκαστικά κακοπροαίρετοι και σατανικοί. Υπάρχουν και τέτοιοι, ασφαλώς, αλλά οι περισσότεροι είναι άβουλα πλάσματα, μαθημένα να ζουν στο κλουβί και να χορεύουν πότε-πότε προς τέρψιν των θεατών. Δεν γνωρίζουν πια πώς να είναι ελεύθεροι, έχουν χάσει την επαφή με την αληθινή φύση του πολιτικού ανθρώπου και ζουν μόνο για τη στιγμή που θα γεμίσει η ταΐστρα τους. Και αν συμβεί κάποτε να ελευθερωθούν, η επιβίωση στον πραγματικό κόσμο φαντάζει ακόμα πιο τρομακτική. Αυτός είναι και ο λόγος που υφίστανται οποιονδήποτε εξευτελισμό, αρκεί να μείνουν στο κλουβί τους.
Ωστόσο, αν και στο τσίρκο κλαίω για τα σκλαβωμένα ζώα, όταν βλέπω τη Βουλή κλαίω για τον εκπαιδευτή. Ένας παρανοϊκός εκπαιδευτής που είναι ταυτόχρονα και ο θεατής. Που νιώθει ως θεατής, αλλά δεν αντιλαμβάνεται ή δεν παραδέχεται πως είναι και εκπαιδευτής.
Ο βουλευτής, για να διατηρήσει την εικονική ασφάλεια που του παρέχει το έδρανο, θα πει και θα κάνει εκείνο που ξέρει πως εμείς θα χειροκροτήσουμε. Και αν κάποια ανάγκη τον υποχρεώσει να κάνει το αντίθετο, θα το παρουσιάσει έτσι, ώστε να νομίζουμε πως είναι αυτό που θέλαμε εξ αρχής. Τον έχουμε εκπαιδεύσει να το κάνει καλά. Σιωπηλά, του έχουμε απαγορεύσει να μιλάει ανοιχτά για δυσάρεστα πράγματα. Με το μαστίγιο του «μαυρίσματος» (ή και του λιντσαρίσματος) και το καρότο της ψήφου μας, απαιτούμε από αυτόν να παρουσιάζεται πάντα ως άγγελος χαράς κι ελπίδας. Ακόμα και αν βλέπει τη λάβα να ρέει καυτή, απαγορεύεται να μας πει πως το ηφαίστειο έχει εκραγεί. Διότι, όταν επέλθει η καταστροφή και το χωριό μας γίνει κάρβουνο, όσοι επιζήσουμε θέλουμε να’χουμε κάποιον να σταυρώσουμε. Να πούμε «δεν έφταιγα εγώ, αυτός έφταιγε που δεν το σταμάτησε». Όχι που δεν με ειδοποίησε. Που δεν το σταμάτησε. Αυτός, όχι εμείς.

Δημοκρατία ,όμως, χωρίς Δήμο δεν υπάρχει. Αν δεν «κρατεί» ο Δήμος, που είμαστε όλοι εμείς, τότε ποιος; Αυτός που εκπαιδεύσαμε να κάνει μαϊμουδιές για να διασκεδάζουμε και να προσφέρουμε εύκολα άλλοθι στον εαυτό μας; Αυτός που δεν τολμά να μας δυσαρεστήσει γιατί θα τον αφήσουμε νηστικό και θα τον μαυρίσουμε στις βουρδουλιές;
Αθώοι λοιπόν οι πολιτευτές μας;
Όχι βέβαια! Γιατί σε αντίθεση με το ζώο του τσίρκου που δεν μπορεί ούτε να πάψει να υπακούει ούτε να φύγει, ο βουλευτής μπορεί, αν το θελήσει. Αλλά δεν θέλει. Υποφέρει, αλλά αν επιχειρήσει να απεγκλωβιστεί, φοβάται πως θα υποφέρει περισσότερο. Και προτιμά να υποφέρει με τον τρόπο που έχει συνηθίσει παρά να αντιμετωπίσει άγνωστους φόβους. Είναι επιλογή του. Βέβαια, θα μου πείτε, κάποιοι σηκώνουν κεφάλι και εκφράζουν τη γνώμη τους με θάρρος και διαγράφονται κ.τ.λ. Μα και αυτοί το κάνουν για να γλείψουν τα χέρια του αφέντη. Τι θέλει σήμερα ο «κυρίαρχος λαός;». Λαχανοντολμάδες; Θα πάνε στο μαγειρείο που σερβίρει λαχανοντολμάδες. Και αν περάσουν τα χρόνια και η μπογιά τους, τότε θα κάνουν την ηρωική τους έξοδο, σαν την γέρικη μαϊμού, που προτιμά να πεθάνει παρά να χορέψει άλλη μία ρούμπα. Άλλωστε, έχει αποθηκεύσει αρκετές μπανάνες για να ζήσει μακριά από τον αφέντη τα λίγα χρόνια που της απομένουν.
Τέτοιο τσίρκο φτιάξαμε κι έτσι εκπαιδεύσαμε τον θίασο που υποτίθεται πως πρέπει να αποφασίζει για τη ζωή μας με σύνεση και γενναιότητα. Τους μισούμε και μας σιχαίνονται. Τους δοξάζουμε και μας χαϊδεύουν. Τους χαρίζουμε ψεύτικους επαίνους και μας εξαπατούν. Διασκεδάζουμε όλοι μαζί στο τσίρκο της απάτης και όλοι μαζί προετοιμάζουμε τη μεγαλειώδη αυτοκτονία μας.
Βέβαια, είναι αναφαίρετο δικαίωμα κάθε ανθρώπου και κάθε λαού να αυτοκτονήσει, αν το επιθυμεί. Είναι όμως υπέρτατη ανοησία να κατηγορεί το όπλο με το οποίο αυτοπυροβολήθηκε!

Αντλώ ευτυχία από τα ζώα που ζουν ελεύθερα, ακόμα και αν αυτό είναι πιο επικίνδυνο για εκείνα ή για μένα. Δεν θέλω να μοιάζουν με ανθρώπους. Θέλω να μοιάζουν με αυτό που είναι. Πιθανολογώ πως παρόμοια ευτυχία θα αντλούσα από μία Βουλή με ελεύθερους βουλευτές, που θα προτιμούσαν να ζήσουν πολιτικά μία μόνο μέρα με αξιοπρέπεια, παρά σαράντα χρόνια να κάνουν τον καρνάβαλο για να μας διασκεδάζουν. Ποιος είναι όμως αποφασισμένος να ψηφίσει ως εκπρόσωπό του έναν άνθρωπο που θα του λέει την αλήθεια κατάμουτρα; Ποιος εκπαιδευτής θα πήγαινε να κάνει παλληκαριές σε ένα λιοντάρι που έχει μεγαλώσει στο φυσικό του περιβάλλον;
Δεν ξέρω αν ποτέ κατορθώσουμε να αλλάξουμε αυτή τη σιχαμερή συνήθεια, αλλά ως τότε, όταν υποφέρουμε από τις αποφάσεις που παίρνουν οι βουλευτές που επιλέξαμε, πιο πολύ θυμώνω με εμάς και λιγότερο με αυτούς.
Στο τσίρκο πάλι, όταν ένας εκπαιδευτής δέχεται επίθεση από το σκλαβωμένο λιοντάρι, είμαι πάντα με το λιοντάρι!

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013

Ο άνθρωπος των αριθμών

Ο κ. Κάποιος σηκώνεται νωρίς το πρωί και ετοιμάζεται βιαστικά για τη δουλειά. Ο πρώτος αριθμός που βλέπουν τα μάτια του είναι 6:30.
Πίνει καφέ σκέτο, κάνει ένα γρήγορο ντους και ορμάει προς την πόρτα να προλάβει να φύγει πριν πιάσει η μεγάλη κίνηση, αφού αφήσει βιαστικά 30 ευρώ στον πάγκο της κουζίνας για τα παιδιά του.
Στο πρώτο φανάρι συναντά, όπως κάθε μέρα, τον κυρ-Λάμπρο. Ένας συμπαθητικός γεροντάκος που πουλά χαρτομάντηλα. Ένας άτυχος άνθρωπος που απόμεινε στα 70 του μόνος, ξεχασμένος από τα παιδιά του, χωρίς σύνταξη, χωρίς τίποτα. Έχει πάντα έτοιμο γι'αυτόν 1 ευρώ.
Πριν μπει στο γραφείο, παίρνει τον καφέ του από την "Τουλίπα", ένα μικρό μαγαζάκι που χρόνια τώρα ανταγωνίζεται με δυσκολία τα πολυεθνικά μεγαθήρια απέναντί του. Κρατάει πάντα στο χέρι του 2,5 ευρώ για να πληρώσει τον καφέ που κάνει 2,2 ευρώ και δεν παίρνει ποτέ ρέστα.
Λίγο πριν το μεσημεριανό διάλειμμα, ένας συνάδελφός του τον παρακάλεσε να αναλάβει μία δική του δουλειά, γιατί εκείνος έπρεπε να πάει επειγόντως τον πατέρα του στο νοσοκομείο. Για τον κ. Κάποιο αυτό σήμαινε 2 ώρες παραπάνω στη δουλειά για τις οποίες δεν τον πλήρωνε κανείς. Μηδέν ευρώ. Το έκανε όμως ευχαρίστως.
Όταν πια σχόλασε, το ρολόι έγραφε 18:32. Ίσα - ίσα προλάβαινε να περάσει από το ωδείο όπου ο γιος του μάθαινε πιάνο. Η μουσική ήταν, κατά τη γνώμη του, προτεραιότητα για ένα παιδί σαν το δικό του, που τα πήγαινε περίφημα και διακρινόταν σε κάθε εκδήλωση. Τα δίδακτρα είχαν αυξηθεί αυτό τον μήνα κατά 20 ευρώ και μετά από πολύ σκέψη, αποφάσισε να περικόψει κάποια χρήματα από τα ιδιαίτερα γαλλικών της κόρης του. Την έγραψε σε φροντιστήριο ξένων γλωσσών και κάλυψε την αύξηση του ωδείου. Η κόρη του γκρίνιαξε που ξεβολεύτηκε και θα έπρεπε τώρα να περπατάει 15 λεπτά για να πάει στο μάθημα, αλλά δεν υπήρχε άλλη λύση, επειδή παρά την αύξηση, δεν υπήρχε φθηνότερο ωδείο.
Έφτασε στο σπίτι και μετά το φαγητό, άνοιξε τα κιτάπια με τα έξοδα. Έπρεπε να βρει τρόπο να εξοικονομήσει χρήματα για το πάρτι της κόρης του, που είχε γενέθλια τον επόμενο μήνα. Έκλεινε τα 18 και ήθελε πολύ να της προσφέρει τη χαρά μιας γιορτής. Φώναξε τη γυναίκα του να το σκεφτούν μαζί. Στην αρχή φαινόταν αδύνατο. Όλα ήταν τσίμα-τσίμα. Λίγο πριν εγκαταλείψουν την προσπάθεια, η γυναίκα του προτείνει να μαζέψουν μερικά χρήματα περικόπτοντας από κάθε έξοδο κάτι λίγο. Θα μπορούσαν για αυτόν τον μήνα να μην βγουν έξω και να εξοικονομήσουν περίπου 60 ευρώ. Θα μπορούσαν ακόμα να κάνουν κάποιες διαδρομές με τη συγκοινωνία και να γλιτώσουν άλλα 20 από την βενζίνη του αυτοκινήτου. Έκαναν τις προσθέσεις, τις αφαιρέσεις και τους πολλαπλασιασμούς και βρήκαν μία λύση, όχι πολύ ευχάριστη, αλλά που άξιζε τον κόπο.
Λίγο αργότερα, θυμήθηκε πως τελείωνε το πετρέλαιο. Ένιωθε ευτυχής που είχε συγκεντρώσει τα 600 ευρώ που χρειαζόταν και πήγε στο τηλέφωνο να το παραγγείλει. Ύστερα θυμήθηκε πως είχε υποσχεθεί στην ανιψιά του να πάει στην πρώτη της παράσταση σε ένα μικρό θέατρο, εκτός Αθηνών, την ερχόμενη εβδομάδα. Υπολόγισε πόσα χιλιόμετρα έπρεπε να διανύσει, πόση βενζίνη θα χρειαζόταν, καθώς και τα υπόλοιπα έξοδα. Θα έπρεπε, επίσης, να χάσει κάποιες ώρες από τη δουλειά του εκείνη την ημέρα. Δύο ή τρεις; Θα το ξανασκεφτεί αύριο.
Αργά το βράδυ, έπεσε για ύπνο ικανοποιημένος και το ρολόι έγραφε 12:24.
Ο κ. Κάποιος είναι ένας συνετός και καλόκαρδος άνθρωπος που νοιάζεται και κάνει ό, τι μπορεί για τους άλλους ανθρώπους.Ο κ. Κάποιος γνωρίζει πως τίποτα δεν μπορεί να κάνει για τους ανθρώπους που αγαπά, αν δεν σέβεται τους αριθμούς. Σε αριθμούς αποτυπώνεται ό, τι παίρνεις κι ό, τι δίνεις, είτε  είναι υλικά αγαθά είτε κάτι άυλο που απαιτεί την παρουσία σου. Δηλαδή τον χρόνο σου. Και τα δύο γίνονται κατανοητά με τη χρήση αριθμών.
Σκέφτηκε πως οι αριθμοί από μόνοι τους δεν είναι ούτε φίλοι ούτε εχθροί. Είναι απλώς ένα εργαλείο και αν αισθανόμαστε ότι είναι εχθροί μας, είναι επειδή τους χρησιμοποιούμε με λάθος τρόπο ή δεν τους κατανοούμε.
Ο κ. Κάποιος κοιμήθηκε με ένα χαμόγελο, καθώς σχολιάζοντας μόνος του σε αυτό που είχε ακούσει νωρίτερα στο ραδιόφωνο: "Ενδιαφέρονται για τους αριθμούς και αδιαφορούν για τους ανθρώπους".
"Μα, αν ενδιαφέρονται για τους ανθρώπους, τότε είναι που πρέπει να τα'χουν καλά με τους αριθμούς".

Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2013

Μία λεφτουδιά στον κήπο του Αδώνιδος

http://www.youtube.com/watch?v=4eKQdTyyQJU
 Φαντάζομαι θα έχετε παίξει ή θα έχετε ακούσει τουλάχιστον την "κολοκυθιά", το ωραίο παιδικό παιχνίδι που έπαιζαν τα παιδάκια προ διαδικτύου.
 «Στου παππού το περιβόλι, που το αγαπάμε όλοι είναι μιά κολοκυθιά, πλάι-πλάι στη ροδιά...». Και το ερώτημα που τίθεται στο παιχνίδι είναι ποιος θα πάει τα κολοκύθια στην αλεπού. «Να πάει το δύο», «και γιατί να πάει το δύο», κ.ο.κ.
Το θυμήθηκα παρακολουθώντας την χτεσινή εκπομπή του Χατζηνικολάου με καλεσμένο τον υπουργό υγείας, κ. Γεωργιάδη. Κάθε φορά που έπαιρνε κάποιος τον λόγο και άρχιζε το τροπάριο της δικής του συντεχνίας, έλεγα από μέσα μου το ποιηματάκι: «Κάνει πέντε κολοκύθια. Θα τα δώσει ο παππούς μποναμά της αλεπούς».
 Διαβάζοντας και τα σχόλια σε διάφορους διαδικτυακούς τόπους σήμερα, κατέληξα στο συμπέρασμα πως πρέπει να καθιερώσουμε αυτό το παιχνίδι ως εθνικό. Μόνο που, επειδή τώρα δεν ψάχνουμε κάποιον να μεταφέρει κολοκύθια, αλλά αυτόν που θα γεμίσει τον πολύπαθο και πάντα άδειο κουμπαρά του κράτους (που το θέλουμε και κοινωνικό, τρομάρα μας), προτείνω να μετονομάσουμε το παιχνίδι «Λεφτουδιά».

Ιδού και η  επικαιροποιημένη διασκευή:

"Στο μικρό μας περιβόλι
που τσαλαπατάμε όλοι
είναι μία λεφτουδιά
πλάι-πλάι στη λαμογιά.
Κάνει πέντε λεφτουδάκια
λαμπερά σαν αστεράκια,
να τα δώσει ο υπουργός
να τη βγάλει κι ο φτωχός
να’χει για τα φάρμακά του
και για τα γεράματά του."
- Ποιος θα ποτίσει τη λεφτουδιά;
- Να την ποτίσει ο φαρμακοποιός
- Και γιατί ο φαρμακοποιός;
- Εμ, ποιος να την ποτίσει;
- Να την ποτίσει ο μικροβιολόγος.
- Και γιατί να την ποτίσει ο μικροβιολόγος;
- Και ποιος να την ποτίσει;
- Να την ποτίσει ο νοσηλευτής.

Το παιχνίδι συνεχίζεται μέχρι να ξεχαστεί κάποιος και να πει «όχι εγώ» δίχως να προτείνει κάποιον άλλον. Τότε χάνει και θα πρέπει να πει ένα τραγουδάκι (στη σύγχρονη εκδοχή να πληρώσει και να πει κι ένα τραγούδι) ή να μιμηθεί κάποιο ζώο (στο δικό μας παιχνίδι ας κάνει την πάπια).

Στην Ελλάδα όμως, επειδή δεν ξέρουμε να χάνουμε, το παιχνίδι συνεχίζεται εις τους αιώνας των αιώνων, με αποτέλεσμα η λεφτουδιά να γκαγκανιάσει από την ανυδρία. Κι ενώ κανείς δεν δέχεται να την ποτίσει, όλοι μαζί κλαίνε και οδύρονται για τον καημένο τον φτωχό που χωρίς τα φάρμακά του και χωρίς σύνταξη θα πάει σαν το σκυλί στ’αμπέλι.
Και όταν ο υπουργός τολμά να πει την αλήθεια χωρίς περικοκλάδες, πως χωρίς νερό η λεφτουδιά ξεραίνεται και δεν παράγει λεφτουδάκια, αυτοί που δεν ποτίζουν και που σπαράζουν για τους φτωχούς, τον αποκαλούν κυνικό και ανάλγητο. Καθόλου περίεργο για ανθρώπους που γαλουχήθηκαν με την ιδέα πως η λεφτουδιά είναι το δέντρο της ζωής στο κέντρο του ελληνικού παραδείσου, που το ποτίζει ο εκάστοτε «Θεός».
Στον κήπο του Αδώνιδος, όμως, όπως και στον κήπο του κάθε υπουργού, δεν είναι ένας ο Θεός, αλλά πολλοί. Και είμαστε εμείς που ακόμα μπορούμε να ξοδέψουμε 5 ευρώ για καφέ ή για εφημερίδα. Εμείς που έχουμε ακόμα 20 ευρώ για πίτσα και μπυρίτσες. Εμείς θα αντλήσουμε το νεράκι, εμείς θα το κουβαλήσουμε, εμείς θα ποτίσουμε τη λεφτουδιά μας και εμείς θα απαιτήσουμε να μοιραστούν οι καρποί της σωστά. Όχι κατά το προσωπικό μας συμφέρον, αλλά δίκαια, αν κατά τύχη εξακολουθούμε να ξεχωρίζουμε το δίκιο από το άδικο. Εμείς οι πολίτες, όχι οι ψηφοφόροι!
Διότι αν ενεργούμε ως ψηφοφόροι, τότε επιτρέπουμε σε κάθε επίδοξο «Θεό» να μας παραμυθιάζει πως τάχα αυτός έχει τη δύναμη του Διός και θα προκαλέσει όσες βροχές χρειάζονται για το πότισμα του κήπου.
Και όταν θα έχει στρογγυλοκαθίσει στον θρόνο που θα του έχουμε στρώσει, θα μας πει πως νόμιζε ότι μπορούσε, αλλά τελικά δεν μπορεί γιατί οι προηγούμενοι έχουν καταστρέψει το κλίμα κι επειδή οι θεοί του βορρά του κάνουν πόλεμο. Μόνο που τότε πια η λεφτουδιά θα έχει πεθάνει και αυτή που θα φυτέψουμε από την αρχή αργεί πολύ να μεγαλώσει και να καρπίσει. Άσε που κάποιος θα πρέπει να τη φυτέψει. Και ποιος θα τη φυτέψει;
- Να τη φυτέψει ο επιχειρηματίας.
- Και γιατί ο επιχειρηματίας;
- Και ποιος να τη φυτέψει;
- Να τη φυτέψει ο υπάλληλος.
- Και γιατί ο υπάλληλος; ...

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013

ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ, έστω και λίγο.

keepcalm-o-matic.co.uk
Μας αρέσει να το λέμε. Αντιλαμβανόμαστε πως η γνώση του εαυτού μας είναι προϋπόθεση για την ισορροπία μας και την εξέλιξή μας. Από την άλλη, δεν είναι λίγες οι φορές που δεν αναγνωρίζουμε καν τον εαυτό μας. Λέμε ή κάνουμε πράγματα ακατανόητα, παράξενα και συχνά βλαβερά για εμάς και τους γύρω μας. Μαθαίνουμε για κάποιο ελάττωμά μας που απωθεί τους γύρω μας και θυμώνουμε γιατί είμαστε σίγουροι πως δεν το'χουμε.  
Η έλλειψη κατανόησης του εαυτού μας γίνεται αισθητή όταν συνειδητοποιούμε πως έχουμε κάνει, ας πούμε, τη διαδρομή από τη δουλειά στο σπίτι και δεν μπορούμε να θυμηθούμε κάτι συγκεκριμένο από αυτήν. Ένα σωρό πράγματα τα κάνουμε μηχανικά, αφήνοντας τις ώρες να κυλούν ερήμην μας. Η καταπολέμηση αυτής της αυτοματοποίησης είναι ένα καλό πρώτο βήμα που μπορεί να οδηγήσει στη γνώση του εαυτού μας.
Όταν γνωρίζουμε έναν άνθρωπο και αφού περάσει ο πρώτος ενθουσιασμός, αρχίζουμε να τον παρατηρούμε προσεκτικά, ώστε να εντοπίσουμε τα σημάδια του χαρακτήρα του. Παρατηρούμε τον τόνο της φωνής του, τις χειρονομίες του, τον τρόπο που στέκεται και περπατά. Ύστερα αναλύουμε αυτά που λέει, τις εκφράσεις που χρησιμοποιεί, τις επιλογές του στο φαγητό και στη διασκέδαση, τη γνώμη του για τους άλλους και τα διάφορα θέματα. Έτσι σχηματίζουμε μία εικόνα για το πρόσωπο αυτό, σύμφωνα με την οποία το συμπαθούμε ή το αντιπαθούμε.
Αυτή είναι η διαδικασία στην οποία πρέπει να υποβάλλουμε τακτικά τον εαυτό μας, ώστε να αντιληφθούμε το πώς μας βλέπουν οι άλλοι. Έτσι θα δούμε εκείνο το κομμάτι του εαυτού μας που κάθε τόσο μας εκπλήσσει και κάποτε μας φέρνει σε δύσκολη θέση. Φυσικά, απαιτούνται πολύ περισσότερα για να γνωρίσουμε σε βάθος τον εαυτό μας, αλλά σίγουρα είναι μια πολύ καλή αρχή.
Δοκιμάστε να "κλέψετε" μερικά δευτερόλεπτα (τόσο μόνο θα αντέξετε στην αρχή), την ώρα που περιμένετε να ανάψει το φανάρι, όταν πλένετε τα πιάτα, όταν φτιάχνετε τον καφέ σας. Δείτε τον εαυτό σας από επάνω, από δίπλα, οπουδήποτε έξω από τη θέση που βρίσκεστε. Εξετάστε τι σκέφτεστε εκείνη τη στιγμή. Πώς κοιτάτε τους άλλους γύρω σας; Με τι βλέμμα; Παρατηρήστε τι υπάρχει γύρω σας. Ένα δέντρο, μια μεγάλη πέτρα πεταμένη στη γωνία, ένα παραθυρόφυλλο με περίεργο χρώμα, έναν άνθρωπο στη στάση του λεωφορείου. Δείτε τον εαυτό σας σε σχέση με το περιβάλλον.
Θα εκπλαγείτε από το πόσο λίγο χρόνο θα μπορέσετε να παραμείνετε στη θέση του παρατηρητή. Ελάχιστα δευτερόλεπτα! Ο άλλος εαυτός σας θα σας τραβήξει μέσα του χωρίς να το καταλάβετε. Αν όμως επιμείνετε και επαναλαμβάνετε αυτή την άσκηση μερικές φορές την ημέρα, σιγά σιγά ο χρόνος θα αυξάνεται και το αποτέλεσμα θα σας εκπλήξει!
Μπορεί να ανακαλύψετε ότι υπάρχουν γύρω σας πράγματα που σας δίνουν χαρά και τα οποία απλώς δεν βλέπατε. Ότι μερικές φορές κοιτάζετε τους ανθρώπους με εχθρικό ή ειρωνικό ύφος χωρίς να το καταλαβαίνετε. Ότι σκέφτεστε συνεχώς αρνητικά πράγματα χωρίς να γνωρίζετε τον λόγο. Και όταν φτάσετε εκεί, είσαστε σε καλό σημείο εκκίνησης για μια καλή βουτιά στο εσωτερικό σας. Όπως κάνετε με μία νέα γνωριμία, γνωρίζοντας τις κινήσεις σας, θα μπορέσετε να αναλύσετε σκέψεις, επιλογές και αποφάσεις. Να ερμηνεύσετε τον τρόπο που σας αντιμετωπίζουν οι άλλοι και να ανακαλύψετε πράγματα που σας συναρπάζουν ή σας απωθούν και δεν γνωρίζατε ότι ήταν πάντα εκεί, μπροστά σας.
Είναι μία διαδικασία, φαινομενικά εύκολη, που όμως οι περισσότεροι δεν κατορθώνουν να κάνουν συνήθεια. Ακόμα, όμως, και αν καταφέρετε να την ενεργοποιείτε όποτε το θυμόσαστε, η επικοινωνία με τον εαυτό σας θα βελτιωθεί. Και αν μη τι άλλο, θα είσαστε παρόντες σε περισσότερες στιγμές της ζωής σας.

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2013

Βαλτώσαμε!


 Προσπαθώ απεγνωσμένα να αλλάξω γνώμη. Δεν μου αρέσουν τα συμπεράσματα στα οποία έχω καταλήξει. 
Έχω αλλάξει πολλές φορές γνώμη στη ζωή μου και θεωρώ πως μόνο έτσι εξελίσσεται ο άνθρωπος. Όταν έχει το θάρρος να αναγνωρίσει πως, είτε η προηγούμενη γνώμη του ήταν λάθος είτε ήταν κάποτε σωστή αλλά δεν ισχύει πια. 
Και έφτασε η στιγμή που δεν μπορώ να εξελιχτώ. Να πω «αλλάζω γνώμη» και αυτό είναι μαρτύριο. Είναι βάλτος και τον φοβάμαι. 
Ό, τι και αν συμβεί, ό, τι και αν διαβάσω στις ειδήσεις με καθηλώνει στην άποψη που θέλω σαν τρελή ν’ αρνηθώ: Εμείς φταίμε! 
Διαβάζω ιστορία και αυτή μου λέει, πως τίποτα ποτέ δεν άλλαξε, αν δεν το ήθελαν οι πολλοί. Στη Δημοκρατία, γιατί σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς αλλάζεις ό, τι θέλεις και οι πολλοί ακολουθούν. 
Δεν θέλουμε να αλλάξουμε. Μας αρέσει αυτό που είμαστε (στους πολλούς), μας αρέσει η αταξία, ευτυχούμε ζώντας παρορμητικά, αισθανόμαστε ζωντανοί γκρινιάζοντας. Είμαστε ένας λαός που πέρασε δια πυρός και σιδήρου, ξενιτεύτηκε, έχυσε αίμα προστατεύοντας αφηρημένες και υψηλές ιδέες, εργάστηκε σκληρά, γλέντησε τη ζωή, γέλασε και έκλαψε με πάθος. Αγαπώ την Ελλάδα και την ιστορία της και αγαπώ ένα σωρό ιδιοτροπίες που έχουμε, και ας τις λένε οι άλλοι κουσούρια. 
Υπάρχουν δύο πράγματα όμως, που με θλίβουν και βάζουν εμπόδια στην εξέλιξή μου. Ένα είναι αυτό που εντοπίζει ο Ράμφος στη σχέση μας με τον χρόνο. Στην πραγματικότητα είμαστε απροσάρμοστοι και αρνούμαστε να αντιληφθούμε τις αλλαγές που συμβαίνουν γύρω μας. Αυτό το ελάττωμα μας «ευνουχίζει» και δεν μας αφήνει να γονιμοποιήσουμε την εποχή μας. Και μένουμε στο παρελθόν, θλιβερά απολιθώματα ευτυχισμένων εποχών. 
Το άλλο είναι πως δεν είμαστε έντιμοι. Εξαπατούμε τους γύρω μας και αυτό μας κάνει να αισθανόμαστε δυνατοί και έξυπνοι. Ο γιατρός, ο έμπορος, ο δικηγόρος, ο ταξιτζής, ο τεχνίτης και πολλοί άλλοι. Όλοι προσπαθούν να εξαπατήσουν, να κερδίσουν εις βάρος των διπλανών τους, δημιουργώντας ένα κλίμα καχυποψίας, μέσα στο οποίο η πρόοδος είναι αδύνατη. Πείτε μου, πόσο ευτυχισμένοι γίναμε ζώντας με αυτόν τον τρόπο; Πόσο Έλληνες είμαστε από την ώρα που αρνηθήκαμε κάθε μη υλική αξία;

Οι αρχαίοι Έλληνες έγιναν το φως της οικουμένης, επειδή δεν είχαν ένδοξους προγόνους να λιβανίζουν. Ήταν απόλυτα εναρμονισμένοι με την εποχή τους μέχρι που πέρασαν μπροστά από αυτήν. Ήταν άνθρωποι που πρόκοψαν ως άτομα και ως κοινότητες, γιατί εκτιμούσαν και επεδίωκαν τον πλούτο χωρίς να τον βάλουν πρώτο στην κλίμακα των αξιών τους. Πρώτα ήταν η καλή φήμη. Πάνω από όλα! «Τι θα λένε για εμένα, για τους γονείς, τα παιδιά μου και την πόλη μου, όταν θα έχω φύγει από τη ζωή», αυτό απασχολούσε την ψυχή του αρχαίου. Επειδή αγαπούσε τον εαυτό του, αλλά δεν μπορούσε να τον αντιληφθεί έξω από την κοινότητα. Έτσι, το συμφέρον του ήταν το συμφέρον όλων. Κι εμείς παριστάνουμε πως τον θαυμάζουμε χωρίς να του μοιάζουμε σε τίποτα! 

Εμείς σερνόμαστε στα πόδια του κάθε πολιτευτή για να βολευτούμε. Εμείς φοβόμαστε μην αλλάξει κάτι στη βολεμένη ζωή μας, γιατί νιώθουμε τρόμο μπροστά στο καινούργιο. Δειλοί απόγονοι γενναίων προγόνων. Εμείς προδώσαμε το καλό γούστο και σκορπίζουμε τις αισθήσεις μας σε ανίερους βωμούς φάλτσων, ακαλλιέργητων και απολίτιστων όντων, που έχουν το θράσος να αποκαλούν τους εαυτούς τους καλλιτέχνες. Εμείς αποθαρρύνουμε τα παιδιά μας να ασχοληθούν με την αληθινή τέχνη, γιατί δεν φέρνει χρήμα. Αποτρέπουμε την σκέψη, γιατί φοβόμαστε την κριτική. Εμείς βρωμίζουμε τη γειτονιά, την πόλη, την χώρα μας και κάναμε πατρίδα μας τους τέσσερις τοίχους του δανεικού σπιτιού μας. Εμείς δεν ξέρουμε πια να συζητάμε, μονάχα ουρλιάζουμε και εχθρευόμαστε όποιον διαφωνεί μαζί μας. Εμείς γίναμε χειρότεροι και από τους Βάνδαλους!

Θέλω να αλλάξω γνώμη και να πάψω να πιστεύω πως μας αξίζει αυτό που ζούμε. 
Να ζήσω τη μέρα που θα καταλάβουμε πως αυτά που κερδίζει ο επιχειρηματίας και ο «καλλιτέχνης», που αγνοώντας τον νόμο εξακολουθούν και μας πουλάνε τα σκουπίδια τους, είναι αυτά που εξαφανίζονται από το πορτοφόλι του δύστυχου παππού που εξαρτάται από ένα χρεοκοπημένο ταμείο. Δεν είναι ζήτημα χρημάτων τόσο, όσο είναι ζήτημα ηθικής. Πολιτικής ηθικής και όχι θρησκευτικής. Να καταλάβουμε πως ουρλιαχτά και φοβέρες, ρόπαλα και πέτρες ταιριάζουν σε θηρία και όχι σε ανθρώπους. 
Ο κόσμος αλλάζει και ο κόσμος δεν είμαστε μόνο εμείς. Εκείνοι που επιζούν στις μεγάλες αλλαγές είναι οι επινοητικοί, οι έξυπνοι, οι εργατικοί. Όχι αυτοί που έχουν την πιο δυνατή φωνή. Αυτοί χάνονται πρώτοι.
Θέλω να είμαστε αυτοί που είμαστε, αλλά να ζούμε στο σήμερα και να ζούμε έντιμα. Δεν είναι κακό να αλλάξεις αυτό που σε κρατάει κάτω. Δεν ζηλεύω κανέναν λαό, γιατί ο καθένας έχει τα δικά του κουσούρια και δεν πιστεύω στη μίμηση. Με ενδιαφέρει το σπίτι μου και ο τόπος μου, για τον οποίο αδιαφορούμε ακόμα και τώρα που γκρεμίζεται μέρα με τη μέρα. Με ενδιαφέρει, γιατί είναι κομμάτι του εαυτού μου και όλοι είμαστε κομμάτι του. Εμείς είμαστε οι κάτοικοι, το έθνος, ο λαός, το κράτος, όλα εμείς είμαστε. 

Ό, τι δεν αλλάζει, πεθαίνει στη μούχλα σαπίζοντας. Κανένας Περικλής και κανένας Λεωνίδας δεν μας σώζει όσο τους μπαφιάζουμε στα λιβανίσματα. Τα λιβανίσματα είναι για τους νεκρούς!  Ό, τι μπορούν να μας προσφέρουν είναι οι αξίες που υπηρέτησαν και οι οποίες γέννησαν τον ορθολογισμό χωρίς να εξοντώσουν το συναίσθημα και το κέφι για ζωή. Αυτές τις αξίες οφείλουμε να προσαρμόσουμε στην εποχή μας, αντί να πιθηκίζουμε, να τις ζωντανέψουμε και να τις κάνουμε σύγχρονες. Να αγαπήσουμε την Ελλάδα που έχουμε σήμερα, να τη διορθώσουμε, να την κάνουμε να λάμψει. Να φτιάξουμε τους δικούς μας Παρθενώνες, που θα συντροφεύουν τον παλιό, να αναδείξουμε τους δικούς μας Όμηρους, που θα βγάλουν τον παλιό από την μοναξιά του. 
Να υπηρετήσουμε και πάλι τη λογική. Όχι την κοινή. Την ορθή! 
Κι εκείνοι από το τίποτα ξεκίνησαν. Από τους φτωχούς, σκοτεινούς χρόνους σήκωσαν το κεφάλι και αντίκρισαν το φως!

Έχω τόσο μεγάλη ανάγκη να αλλάξω γνώμη!   

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

Καμιά φορά η απάντηση βρίσκεται μέσα στην ερώτηση

Ιδιαιτέρως κρίσιμα τα ερωτήματα που ταλανίζουν τη γεμάτη βάσανα ελληνική κενωνία (ναι, με ε)!

Ερ 1: Είναι δίκαιο να απολύονται (λέμε τώρα!) δημόσιοι υπάλληλοι χωρίς καν να αξιολογηθούν;
Απ: Όσο δίκαιο ήταν όταν προσλαμβάνονταν τρυπώνοντας από τις χαραμάδες (ξέρετε, μετά το φίλημα της κατουρημένης ποδιάς. Θυμόσαστε, ναι; ) Και όσοι μπήκαν κανονικά από την πόρτα, άνευ ποδιάς, ας είχαν τα κότσια να διαμαρτυρηθούν για τους ρουσφετάκηδες. Τότε, όχι τώρα.

Ερ.2: Δεν είναι άδικο, να ανατρέπεται η ζωή ανθρώπων που τους είχαν υποσχεθεί, μόνιμη δουλειά (δουλειά με την ευρύτερη έννοια!) και είχαν προγραμματίσει τη ζωή τους αναλόγως;
Απ: Όσο άδικο ήταν τότε, που εσείς απολαμβάνατε την ασφάλεια της μονιμότητας (βρέξει, χιονίσει...θυμόσαστε, ναι;), την ώρα που άλλοι δεν ήξεραν αν θα απολυθούν την επόμενη μέρα επειδή στραβοκουτούπωσε ο αφεντικός. Δεν είδα να σας ενοχλεί η αδικία τότε ούτε να σας χαλάει η ύπαρξη πολιτών δύο ταχυτήτων. Ειδικά εσείς που απολαμβάνατε αυτό το προνόμοιο και δεν γνωρίζατε καν πού βρίσκεται η υπηρεσία στην οποία σας είχαν διορίσει, ενοχληθήκατε ποτέ που κάποιοι άλλοι πήγαιναν στο μαγαζί τους με 38 πυρετό για να μην μείνει πίσω η δουλειά τους, την ώρα που εσείς είχατε φεσώσει το σύμπαν με τις μούφα αναρρωτικές; Και τις απεργίες κάθε Πέμπτη και Παρασκευή; Και το επίδομα έγκαιρης προσέλευσης (καλά! Σοβαρά τώρα. Δεν ντρεπόσασταν να λαμβάνετε ένα τέτοιο επίδομα;)

Ερ.3: Μπορεί να προοδεύσει ένα κράτος χωρίς δωρεάν παιδεία, ασφάλεια και υγεία;
Απ: Αυτό το ερώτημα δεν υφίσταται έτσι κι αλλιώς. ΔΕΝ υπάρχει δωρεάν παιδεία, ασφάλεια ή υγεία. Δεν υπάρχει τίποτα δωρεάν (αυτός ο τσάμπας και η ηλίθια μάνα του σας κατέστρεψαν!). Για όλα κάποιος πληρώνει και στη συγκεκριμένη περίπτωση τα πληρώνουμε όλοι εμείς. Ο δάσκαλος στο σχολείο, ο γιατρός στο νοσοκομείο, ο γραφιάς στην εφορία, ο αστυνομικός στον δρόμο δεν μας κάνουν χάρη. Είμαστε εργοδότες τους και αν δεν κάνουν σωστά τη δουλειά τους, έχουμε το δικαίωμα, όπως κάθε εργοδότης στον πλανήτη, να τους απολύσουμε. Οπότε, εφόσον κλέβεις την εφορία (δηλαδή το πορτοφόλι από το οποίο πληρώνονται όλοι αυτοί) δεν δικαιούσαι ούτε παιδεία ούτε υγεία ούτε ασφάλεια. Έχεις μεγάλο θράσος να απαιτείς να σου τα πληρώνουν οι άλλοι. Λύσε τα θέματά σου μόνος σου.

Ερ.4: Δεν πρέπει να πληρώσουν οι πλούσιοι, που τους περισσεύουν για να ανακουφιστούν οι φτωχοί;
Απ: Ναι, καλό θα ήταν, αλλά υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα. Δεν θέλουν. Και ξέρεις γιατί δεν θέλουν; Γιατί κανείς δεν φρόντισε να τους πείσει να θέλουν. Και άμα δεν θέλουν και πας να τους τα πάρεις, θα μαζέψουν τα μπογαλάκια τους και θα πάνε σε άλλη γη σε άλλα μέρη.
Πώς; Εσύ δεν είσαι τέτοιος; Είσαι συμπονετικός και δίκαιος τόσο που δεν αντέχεις τη λάμψη από το φωτοστέφανό σου;
Εσύ δεν στραβομουτσούνιαζες όταν τύχαινε το παιδί σου να αγαπήσει κάποιον φτωχότερο; Γιατί δεν ήθελες τότε να μοιράσεις τον πλούτο σου (που ήταν και δανεικός ως επί το πλείστον);
Εσύ δεν κυκλοφορούσες με ένα αυτοκίνητο για τη λαϊκή, ένα για το γραφείο κι ένα τέσσερο επί τέσσερο (ναι, με ο) για τις εξορμήσεις σου στην άγρια φύση της Μυκόνου; Προσφέρθηκες ποτέ να δώσεις το ένα σε κάποιον που δεν έχει;
Εσύ δεν ξόδευες για να ζεις σε ένα σπίτι με 8 δωμάτια, εκ των οποίων τα 5 ήταν ξενώνες για επισκέπτες που δεν είχες ποτέ; Γιατί δεν πήγαινες σε ένα μικρούτσικο 4 δωματίων για να δώσεις τη διαφορά σε έναν άστεγο που κοιμάται στα παγκάκια;
Τώρα, γιατί να σου δώσουν οι άλλοι; Σε τι είσαι εσύ αξιότερος όλων εκείνων που περιφρόνησες;

Ερ.5: Δεν πρέπει να επαναστατήσουμε όλοι εναντίον των τραπεζών που έρχονται να μας πάρουν τα σπίτια μας;
Απ: Ασφαλώς! Αν έρθει κάποιος να μου πάρει το σπίτι ΜΟΥ θα του ανοίξω το κεφάλι στα δώδεκα! Αν όμως έρθει να πάρει το σπίτι το οποίο δεν έχω αποπληρώσει (οπότε σπίτι ΤΟΥ) θα το βουλώσω, θα πω «ατύχησα, πάμε παρακάτω». Πόσο μάλλον αν πρόκειται για σπίτι που δεν έχεις αποπληρώσει ΕΣΥ και το θεωρείς (ποιος ξέρει γιατί) δικό σου! Κι επειδή δεν είμαι κανένα κτήνος, οπωσδήποτε εδώ θα εξαιρέσω περιπτώσεις ανθρώπων που λόγω υγείας ή πολύ ιδιαίτερων κοινωνικών περιστάσεων βρέθηκαν σε δύσκολη θέση. Αλλά όχι εσένα, που έχεις πάρει δάνεια και πιστωτικές από κάθε γνωστή και άγνωστη τράπεζα και τώρα που δεν μπορείς πια να τα πληρώνεις, απαιτείς να στα πληρώσουμε εμείς, που δεν έχουμε δανειστεί ποτέ ούτε σεντ! Και ακόμα χειρότερα, δεν ντρέπεσαι να τα στερείς από τους γέροντες που δεν έχουν την πολυτέλεια να εργαστούν ή να μεταναστεύσουν!

Ερ.6 και τελευταία: Πώς είναι δυνατόν να σώσουν τη χώρα αυτοί που την έφεραν σε αυτό το χάλι; (η σαχλή, πλην δημοφιλής, θεωρία των παλαιών υλικών)
Απ: Δεν είναι δυνατόν, όσο εσύ εξακολουθείς να αποτελείς το παλαιό οικοδόμημα. Εσύ τους επέλεξες, τους ψήφιζες επί δεκαετίες, κουνούσες τα σημαιάκια τους και χτυπούσες τις πόρτες των γραφείων τους απαιτώντας να σου επιτρέψουν να χτίσεις εκείνο το αυθαίρετο εξοχικό που τώρα καλείσαι να «τακτοποιήσεις». Το 80% των υπουργών σήμερα είναι εκείνοι με τους περισσότερους σταυρούς που εσύ έβαλες στο ψηφοδέλτιό σου. Αν αλλάξεις εσύ, θα αλλάξουν και εκείνοι, διότι ο πολιτικός επιδιώκει να είναι αρεστός στους ψηφοφόρους του. Εσύ διαμορφώνεις την ηθική του και όχι αντίστροφα (αν και θα έπρεπε να λειτουργεί αντίστροφα, αλλά άλλο θέμα).
Ο παλιός διεφθαρμένος πολιτικός θα αλλάξει την ημέρα που θα σου προσφέρει μία θέση για την οποία δεν έχεις τα προσόντα και θα του πεις: «Ευχαριστώ κύριε βουλευτά, αλλά ο Ταδόπουλος είναι πιο κατάλληλος γι’αυτή τη θέση». Όταν θα προσφερθεί να απαλλάξει τον γιόκα σου από την παραμεθόριο και θα του πεις: «Ευχαριστώ κύριε βουλευτά, αλλά ο γιος μου δεν είναι μαμούχαλο. Επιβάλλεται να εκπαιδευτεί, ώστε να είναι προετοιμασμένος για την κακιά την ώρα». Όταν σου κόψει κλήση ο τροχονόμος επειδή πέρασες με κόκκινο και εσύ του πεις «Ευχαριστώ που κάνετε σωστά τη δουλειά σας».
Φίλε συμπολίτη,
είναι ώρα να εγκαταλείψουμε τις ψευτοευαισθησίες και να δούμε την αλήθεια κατάματα. Αυτό που θέλουμε δεν είναι πάντα αυτό που μπορούμε και άσε τα αμερικάνικα βιβλία αυτοβοήθειας να λένε! Τα πράγματα άλλαξαν, το γαλαζοπράσινο όνειρο τελείωσε και ο εφιάλτης άρχισε.
Αν δεν ξυπνήσεις τώρα, θα πεθάνεις στον ύπνο σου πριν προλάβεις να εξουδετερώσεις τις νάρκες που έχεις σκορπίσει στους δρόμους που θα βαδίσουν τα παιδιά σου.