Είναι μία ιστορία από αυτές που έλεγαν παλιά οι παππούδες
και οι γιαγιάδες μπροστά στο τζάκι. Ο πονηρός παπάς και ο ανόητος χωριάτης, που
θα μπορούσε να είναι ο πονηρός πολιτικός και ο ανόητος ψηφοφόρος. Εκλογές έρχονται, ας έχουμε τον νου μας στους παπα-τζήδες.
«Σ’ ένα μικρό χωριό, ζούσε κάποτε ένας παπάς με την παπαδιά
του και το μωρό τους. Ήταν πολύ φτωχοί και άλλη περιουσία δεν είχαν παρά ένα
μικρό αμπελάκι, έναν γάιδαρο και ένα φλουρί που είχε απομείνει από την προίκα της
παπαδιάς. Ο παπάς, δεν ήξερε πια τι να κάνει για να βγει από τη μιζέρια που τους
έδερνε. Κοίταζε μια τον γάιδαρο, έπαιζε στο χέρι του το φλουρί, βημάτιζε πέρα-δώθε,
και κάποια μέρα του ήρθε η φώτιση!
Άρχισε να κάνει βόλτες στο χωριό με τον γάιδαρό του
περιμένοντας να φανεί ο κατάλληλος διαβάτης. Βλέπει έναν ξένο να πλησιάζει πάνω
σε ένα άλογο. Μόλις πλησίασε αρκετά, ο παπάς κεντάει τα καπούλια του γαϊδάρου
και αφήνει με τρόπο να πέσει κάτω το φλουρί. Το βλέπει ο καβαλάρης και μένει με
το στόμα ανοιχτό. Αυτόν τον γάιδαρο που κάνει φλουριά έπρεπε να τον αποκτήσει. Ζητά ει από τον παπά να τον αγοράσει, μα ο
παπάς δεν τον πουλάει.
-Σου δίνω χίλια φλουριά, λέει ο ξένος.
- Όσα μου κάνει σε δέκα μέρες, δηλαδή; Πήγαινε άνθρωπέ μου!
- Να σου δώσω δύο χιλιάδες τότε... και παραπάνω…
Ο παπάς έκανε πως το σκέφτεται. Έτριψε το γένι του, κλώτσησε
τις πέτρες, κοιτούσε επάνω, κοιτούσε κάτω…
- Χαλάλι σου, βρε. Θα σου τον δώσω για τόσα. Μα να ξέρεις,
πως, αν θέλεις να σου κάνει φλουριά, πρέπει να τον κρατήσεις κλεισμένο στον
στάβλο, χωρίς φαΐ και νερό και σε σαράντα μέρες, θα σου χει κάνει τόσα φλουριά,
που δεν θα μπορείς να ανοίξεις μήτε την πόρτα του στάβλου.
Φεύγει ο αγοραστής περιχαρής, πάει στο χωριό του και κάνει
όπως του είπε ο παπάς. Σε σαράντα μέρες, ανοίγει την πόρτα του στάβλου… δεν
άνοιγε. Τρελάθηκε από τη χαρά του! «Τίγκα στα φλουριά θα είναι», σκέφτηκε.
Σπάει την πόρτα και τι να δει; Ψόφιος, τουμπανιασμένος ο γάιδαρος και άλλο
τίποτα! Έγινε έξαλλος και μια και δυό πάει να βρει τον παπά να του ζητήσει τα
λεφτά του πίσω.
Εν τω μεταξύ ο παπάς, είχε κάνει το κουμάντο του, κι ήταν
έτοιμος να αντιμετωπίσει τον θυμωμένο αγοραστή. Είχε πάρει δύο λαγούς,
ολόιδιους, και δίνει τον ένα στην γυναίκα του να τον φυλάει.
- Αν έρθει εκείνος ο ξένος και με ζητήσει στείλε τον στο
αμπέλι, εκεί θα τον περιμένω. Εσύ ετοίμασε ντολμάδες, πίτα, κανένα βραστό, κι
ό, τι άλλο σκεφτείς. Και βάλε μια κόκκινη κορδέλα στον λαγό και δέσε τον στην
κούνια του μωρού.
Έφυγε ο παπάς μαζί με τον δεύτερο λαγό για το αμπέλι, δεν
άργησε να φανεί και ο εξαπατημένος.
- Ψόφησε ο γάιδαρος; κάνει έκπληκτος τάχα ο παπάς. Έλα
Παναγία μου! Πώς τα κατάφερες βρε Χριστιανέ μου;
- Άστα αυτά κατεργάρη! Με γέλασες και κοίτα, γιατί παπάς ξε-παπάς,
αν δεν μου δώσεις τα λεφτά μου θα σε ξεκάνω.
Ο παπάς σκαλίζει αμέριμνος το άροτρό του και του λέει με
ψυχραιμία.
- Μην κάνεις έτσι, σε καλό σου. Κάτσε να κάμω τη δουλειά μου
εδώ, και μετά πάμε στο σπίτι μου σαν άνθρωποι να το τακτοποιήσουμε το θέμα.
Πιάνει τον λαγό, που του έχει φορέσει μια κόκκινη κορδέλα
στον λαιμό, και του λέει:
- Λαγέ, σύρε στο σπίτι να πεις της γυναίκας μου να φτιάξει
καμιά πίτα, ντολμάδες και κανένα βραστό γιατί έχω μουσαφίρη. Εσύ, κάτσε εκεί
και κούνα το μωρό να μένει ήσυχο.
Του δίνει μια στα πισινά, αρχίζει και τρέχει ο λαγός και ο
μουσαφίρης κοιτά αποσβολωμένος.
Πέρασε η μέρα, πλησίαζε το βράδυ και ο παπάς με τον ξένο φτάνουν
στο σπίτι.
























.jpg)