Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παιδεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παιδεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2019

Τα σχολικά βιβλία του Μεσοπολέμου



Την περίοδο του Μεσοπολέμου στην Ελλάδα, η βασική εκπαίδευση διαρκεί έξι χρόνια και είναι υποχρεωτική. Όσοι μαθητές επιδιώκουν ανώτερες σπουδές, δίνουν εξετάσεις για να συνεχίσουν στο Γυμνάσιο ή στο πρακτικό Λύκειο (από το 1929). Οι υπόλοιποι σταματούν ή εισάγονται χωρίς εξετάσεις στις επαγγελματικές σχολές (εμπορικές, ναυτικές κ.τ.λ). Για τα κορίτσια, μετά από το Δημοτικό, υπήρχαν Γυμνάσια Θηλέων και στη συνέχεια Ανώτερα Παρθεναγωγεία.
Τα παρακάτω βιβλία μας δίνουν μία ιδέα για την ύλη που διδάσκονταν οι μαθητές στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο, από την εποχή της μικρασιατικής καταστροφής ως τις παραμονές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. 


1923 - ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ της ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ για το Δημοτικό.

Αυτό που κάνει εντύπωση στην ύλη του βιβλίου είναι η συμπερίληψη όχι μόνο της Μ. Ασίας, αλλά και της Ανατολικής Θράκης, της Συρίας, της Παλαιστίνης στην επικράτεια της Μεγάλης Ελλάδος.
Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει η διάκριση ανάμεσα στην ελληνική και τη βουλγαρική και σερβική Μακεδονία, που ήδη ονομάζεται Βόρεια Μακεδονία.


1926 - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ για την Β’ Δημοτικού.

Το δωρητήριο του Δ. Καμπούρογλου, όπου μία γριά δωρίζει το σπίτι της σε ένα φτωχό γειτονόπουλο. Η βιογραφία του Ιωάννη Βαρβάκη από τον Απ. Κουρτίδη. Η Σκλαβιά του Παύλου Νιρβάνα, όπου ένας παράξενος άνθρωπος αγοράζει μία καρδερίνα για να της χαρίσει την ελευθερία της. Κι ανάμεσα στα ποιήματα, ένα υπέροχο απόσπασμα από τον Τάφο του Κ. Παλαμά:
«Στο ταξίδι που σε πάει ο μαύρος καβαλάρης,
κοίταξε απ’ το χέρι του τίποτα να μην πάρεις…»


1929 - ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ  για την Γ’ Γυμνασίου.
Σύμφωνα με τον ορισμό που δίνει το ίδιο το βιβλίο, η Ψυχολογία είναι η επιστήμη που μελετά τα ψυχικά φαινόμενα, όπως είναι οι κρίσεις για πρόσωπα και πράξεις, η χαρά και η λύπη, η μνήμη κ.τ.λ.
Η θεωρία που αναπτύσσεται ακολουθεί την τριμερή διαίρεση της ψυχής σε Γνωστικό μέρος, Συναισθητικό και Βουλητικό.
Στο Γνωστικό περιλαμβάνονται τα αισθήματα (οι αισθήσεις) και η αντίληψη του περιβάλλοντος. Στο Συναισθητικό, τα συναισθήματα χωρισμένα σε κατηγορίες, όπως το αυτοσυναίσθημα, το συμπαθητικό συναίσθημα (ενσυναίσθηση), το ηθικό, το θρησκευτικό κ.ά. Το Βουλητικό αφορά τις ορμές και τις επιθυμίες, τις κλίσεις, τη βούληση και τη συνείδηση.

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

Το τιγκάμηλο

«Διαολίζεις τον κώνωπα και καταπίνει τιγκάμηλο»
Έτσι είχε διασκευάσει η αείμνηστη μαμά μου τη γνωστή ευαγγελική ρήση «Διυλίζουν τον κώνωπα και καταπίνουν την κάμηλο» και μου την έλεγε κάθε φορά που έκανα ή έλεγα κάτι πολύ εκνευριστικό που την έβγαζε από τα ρούχα της. Ένιωθε σαν κουνούπι που κάποιος το διαολίζει και από τα νεύρα του καταπίνει αμάσητο το τιγκάμηλο. Στο μυαλό της  το τιγκάμηλο ήταν ένα μυστηριώδες φυτό (προφανώς συνειρμός από το φασκόμηλο), με το οποίο τρέφονταν τα κουνούπια σε περιόδους νευρικής κρίσης.
Όταν έγινα μεγάλο παιδί και ένιωθα πια μορφωμένη, δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό και επιχείρησα να την επιμορφώσω.  Της εξήγησα πώς είναι η φράση στην πραγματικότητα και πως λέγεται όταν κάποιος ασχολείται με μικρής σημασίας ζητήματα, παραβλέποντας  τα σημαντικά.
Εκείνη, ένιωθε πολύ άβολα κάθε φορά που αντιμετώπιζε τον μεγάλο της πόνο. Ποτέ δεν ξεπέρασε το ότι οι γονείς της, με τη βία, της στέρησαν το σχολείο. Κάθε φορά που την διόρθωνα γνώριζα ότι θα θυμώσει και ότι θα επινοήσει κάτι για να μπαλώσει όπως-όπως το λάθος της. Η μαμά μου ήθελε να μαθαίνει καινούργια πράγματα, αλλά δεν άντεχε να παραδεχτεί πως δεν τα γνώριζε.
Ετούτη τη φορά μου λέει «Δηλαδή, δεν μπορεί κάποιος, αντί να διυλίζει τον κώνωπα να τον διαολίζει; Πρέπει να το πει κάποιος σπουδαίος για να το λέω κι εγώ;»
«Όχι. Αλλά, αν χρησιμοποιείς μία γνωστή φράση, πρέπει να την λες όπως ειπώθηκε»
«Γιατί;  Θα μου κόψει το επίδομα αυτός που την είπε;» μου είπε με ύφος κώνωπα που έψαχνε απεγνωσμένα τιγκάμηλο! Είχε εκείνο το ύφος, το ανακατεμένο θλίψη, αγωνία και θυμό. Ήταν ώρα να κατευνάσω τα πνεύματα.
«Αν σου αρέσει έτσι, μπορείς να το λες κι έτσι. Άλλωστε, μπορεί να καθιερωθεί και να το επαναλαμβάνουν οι επόμενες γενιές ως δικό σου απόφθεγμα. "Όπως έλεγε και η κυρά-Λένη", θα λένε».
Ήξερα ότι μέσα της χαμογελούσε, αλλά διατηρούσε, όπως το συνήθιζε, το θυμωμένο της ύφος. Για λίγο. Πάντα ήταν για λίγο.
Αλλάξαμε συζήτηση και λέγαμε περί ανέμων και υδάτων, όταν σε μία άσχετη στιγμή, καμιά ώρα μετά, με ρωτάει  με αφέλεια:
«Δεν πιστεύω να εννοούσες ότι δεν υπάρχει το τιγκάμηλο;»
Ήθελα να γελάσω, αλλά δεν το έκανα. Ήξερα πως για εκείνη ήταν ένα σοβαρό ερώτημα και η απάντηση είχε σημασία.
«Γιατί να μην υπάρχει;», της είπα. «Αρκεί να ακολουθήσεις ένα διαολισμένο κουνούπι, να δεις πού πάει και τα πίνει».
Η μάνα έφυγε από τον κόσμο τούτο με τα διαολισμένα κουνούπια, ένα μήνα μετά από αυτή τη συζήτηση.
Εγώ όμως, κάθε φορά που εκνευρίζομαι με κάτι, νιώθω σαν κουνούπι που δεν βρίσκει τιγκάμηλο να καταπιεί. Και αυτή η εικόνα αποδείχτηκε εξαιρετικό εργαλείο διαχείρισης θυμού. Πιάνει κάθε φορά. Γελάω μόνη μου, καθώς ακούω το οργισμένο κουνούπι  να τριγυρίζει στο μυαλό μου ψάχνοντας το καταπραϋντικό βοτάνι και σκέφτομαι πως δεν χρειάζεται να έχεις μάστερ για να δίνεις μαθήματα στα παιδιά σου.
Η αλήθεια σου είναι το σπουδαιότερο μάθημα, αυτό που το παιδί σου ποτέ δεν θα ξεχάσει.

Κυριακή 30 Ιουνίου 2013

Το δικό σου παιδί θα μαζέψει φράουλες;

Μία από τις μεγάλες χαρές που προσφέρει η ενασχόληση με τα ιδιαίτερα μαθήματα είναι η προσωπική σχέση με τον μαθητή, αν καταφέρεις να σε εμπιστευτεί. Το μεγάλο μειονέκτημα είναι η επαφή με κάποιους από τους γονείς.
Το κείμενο που ακολουθεί είναι η απάντηση σε μία μητέρα. Θεώρησα πως έπρεπε να της πω ότι το παιδί της, που είναι ήδη 18 ετών, δεν έχει την παραμικρή ιδέα για το τι συμβαίνει στην πραγματική ζωή και πως, κατά τη γνώμη μου, θα έπρεπε έστω και τώρα να το βοηθήσει να αντιληφθεί ορισμένα πράγματα. Με έναν πολύ αγενή τρόπο μου απάντησε πως το παιδί της προορίζεται για επιστήμονας και δεν έχει καμία ανάγκη να μάθει ταπεινές δουλειές. Όταν αναφερθήκαμε στις δουλειές του σπιτιού, μου είπε πως αυτές ήταν αποκλειστικά δική της αρμοδιότητα και τα παιδιά της θα έπρεπε να αφοσιωθούν στις σπουδές τους. Τέλειωσε τη μικρή της διάλεξη με το εξής: «Κι εσύ για να έχεις κάνει σπουδές, σημαίνει πως οι δικοί σου σε απάλλαξαν από όλα όσα θα σου αποσπούσαν την προσοχή. Το ίδιο κάνω για τα παιδιά μου. Δεν τα προορίζω να πάνε να μαζεύουν φράουλες με τους Πακιστανούς».
Καταλαβαίνετε πως η συνομιλία αυτή δεν πήγαινε καλά. Άλλη μία μητέρα που μεγαλώνει τα παιδιά της με φαντασιώσεις. Σκέφτηκα, όμως, να απαντήσω με αυτό το κείμενο, γιατί είναι πεποίθησή μου πως οι εμπειρίες του κάθε ανθρώπου είναι μαθήματα για όλους τους άλλους. Προσωπικά, γλίτωσα πολλές κακοτοπιές δίνοντας προσοχή στις εμπειρίες των άλλων.
Είμαι ακόμα λίγο θυμωμένη. Αλλά, ελπίζω στην ανοχή σας, καθώς αυτό δεν επηρεάζει το νόημα.

Λοιπόν, κυρία μου, λοιπές κυρίες και κύριοι,
 Θυμάμαι, πόσο καμάρωνα με τα μικρά μου ζυμαράκια, τα οποία φούρνιζε η νονά μου μαζί με τα υπέροχα ψωμιά της. Θυμάμαι τη μία ταλαίπωρη ντομάτα που μου έδινε η μάνα μου να ετοιμάσω, όταν έφτιαχνε γεμιστά. Ήταν η δική μου ντομάτα! Τώρα ξέρω ότι αυτά που έφτιαχνα τα έτρωγαν με το ζόρι, αλλά εγώ δεν έβλεπα την ώρα να μεγαλώσω και να φτιάχνω ψωμιά και γεμιστά σαν τα δικά τους! Και κάποτε χρειάστηκε να εργαστώ σε κουζίνα για να ζήσω.
Πριν ακόμα πάω στο Γυμνάσιο, ήξερα να ξεχωρίζω και να μαζεύω χόρτα, να φροντίζω τα κηπευτικά στον μικρό μας κήπο, να ξεχωρίζω τα φρέσκα θαλασσινά στην αγορά. Εκείνη την εποχή η μητέρα μου ήταν καμαριέρα σε ένα μικρό ξενοδοχείο. Όταν δεν είχα σχολείο, με έπαιρνε μαζί της και είδα τι ακριβώς έκανε για να έρθουν τα χρήματα στο σπίτι. Την βοηθούσα και μου άρεσε. Όχι πάντα.
Λίγο μεγαλύτερη, μάθαινα πώς να σφίγγω τις χαλαρωμένες βρύσες. Να αλλάζω τις καμένες λάμπες, να τρίβω και να βάφω κάγκελα και τοίχους. Μεγαλώνοντας, ξόδευα πολύ λιγότερα χρήματα επισκευάζοντας τις απλές βλάβες μόνη μου. Και όταν χρειαζόταν ειδικός, καταλάβαινα αν κάνει σωστά τη δουλειά του και δεν γινόμουν θύμα κανενός επιτήδειου.

Οι γονείς ήταν εργάτες. Ύστερα μικροαστοί, καθώς κάποια στιγμή απέκτησαν ένα μαγαζί, στο οποίο εργαζόμουν από 9 ετών. Ήξερα να ζυγίζω, να δίνω ρέστα, να συναλλάσσομαι με τους πελάτες. Πότε μου άρεσε και πότε έπληττα. Αλλά, όταν τα πράγματα αγρίεψαν κι έπρεπε να δουλέψω οπουδήποτε, είχα το θάρρος να παρουσιαστώ οπουδήποτε. Και τα κατάφερα ικανοποιητικά και επέζησα και έβγαλα χρήματα, ώστε να σπουδάσω με δική μου δαπάνη αυτό που λαχταρούσα και να κάνω πια τη δουλειά που μου αρέσει. Διότι τα πράγματα ήρθαν ανάποδα και η οικογένεια διαλύθηκε κι εγώ βρέθηκα ολομόναχη. Ποιος θα μπορούσε να το προβλέψει; Αμέσως μετά, οι γονείς μου πέθαναν, για διαφορετικούς λόγους μέσα στον ίδιο χρόνο. Χάθηκε ακόμα και η ψευδαίσθηση της οικογένειας. Τι είχε μείνει; Τα μαθήματα ζωής που είχα πάρει. Αντί να πέσω στα πατώματα, αξιοποίησα όλα όσα είχα μάθει από αυτούς που έκαναν λάθη καθοριστικά για τη ζωή μου και τα οποία με βοήθησαν να ανατρέψω όλα τα προγνωστικά! Ήμουν ικανή να εργαστώ οπουδήποτε. Μέσα στη μεγαλύτερη καταστροφή που μπορεί να βρει ένα δεκαεξάχρονο παιδί, ήξερα τον τρόπο να επιβιώσω έντιμα. Να κερδίζω 10 και να ξοδεύω 8. Να κάνω δύο και τρεις δουλειές ταυτόχρονα. Να κυνηγήσω το όνειρό μου και να το πετύχω, για να έχω τώρα εσένα κυρία μητέρα να μην καταλαβαίνεις πως οφείλεις να μεγαλώσεις παιδιά αυτόνομα και δυνατά!

Γιατί, βλέπεις; Κοίτα πώς τα έφερε ο καιρός! Τα παιδιά σου πρέπει να εργαστούν και δεν ξέρουν πώς και πού! Τα έμαθες να θεωρούν τη δουλειά ντροπή. Να περιμένουν πάντα έναν υπηρέτη να κάνει τις δύσκολες δουλειές και εσύ ήσουν ο υπηρέτης τους. Όχι η μητέρα τους. Η μητέρα είναι πάνω από όλα δασκάλα, σοφή και δυνατή δασκάλα για τα παιδιά της. Έχεις δει την ταινία που αφηγείται τη ζωή του τυφλού Ray Charles; Λέγεται «Ray». Δες την και επικεντρώσου στη σκηνή που η μητέρα αφήνει τον σχεδόν τυφλό γιο της (που ξέρει πως σύντομα θα τυφλωθεί εντελώς) να κινείται  μόνος του μέσα στο δωμάτιο. Παρατήρησε τη δύναμη και τον πόνο της, όταν πλησιάζει στη φωτιά και καίγεται. Και τον αφήνει να βιώσει τον πόνο. Ξέρεις γιατί; Γιατί δεν έχει την ψευδαίσθηση πως είναι αθάνατη. Γνωρίζει πως ο γιος της κάποτε θα πρέπει να τα βγάζει πέρα μόνος του. Δες το και συλλογίσου!

Δεν ξέρω πώς να στο πω χωρίς να σε τρομάξω!
Αλλά, ένας νέος άνθρωπος που είχε γονείς full service, που δεν έπιασε ποτέ τη σκούπα στα χέρια του, που δεν ξέρει να φροντίσει τα ρούχα του, που δεν βγήκε ποτέ στη ζούγκλα των δημοσίων υπηρεσιών να πληρώσει έναν λογαριασμό, έστω με τα λεφτά των γονιών του, που όταν λείπει κάτι από το ψυγείο ουρλιάζει στη μάνα του, αντί να πάει να ψωνίσει,
δεν πρόκειται ποτέ, μα ποτέ, να πάει να μαζέψει φράουλες για να ζήσει!
Και αν πάει, το σώμα του θα τον προδώσει σε λίγες ώρες.
Και αν αντέξει λίγο παραπάνω, θα καταρρεύσει ψυχολογικά.
Ο ασφαλέστερος τρόπος να μεγαλώσεις σωστά το παιδί σου είναι να συνειδητοποιήσεις πως δεν είσαι άτρωτος, δεν είσαι αθάνατος. Μεγαλώνεις ανθρώπους που, αργά ή γρήγορα, θα πρέπει να καταφέρουν μόνοι τους. Και δεν ξέρεις ούτε το πότε ούτε υπό ποιες συνθήκες θα κληθούν να το κάνουν.

Εσύ, λοιπόν, που τα παιδιά σου είναι ακόμα μικρά, αντί να τους πετάς στα μούτρα το κινέζικο χαζοπαίχνιδο από τα Τζάμπο, παίξε μαζί τους δουλεύοντας. Σκουπίστε, μαγειρέψτε, καθαρίστε τα τζάμια μαζί! Για τα παιδιά, παιχνίδι είναι κι αυτό. Και αν κάποιες στιγμές δυσανασχετούν, αγνοήστε το. Σημασία έχει πως θα γνωρίζουν πώς να ζήσουν, όποια τροπή και αν πάρουν τα πράγματα. Θα έρθει μια μέρα που η ευγνωμοσύνη τους για σας, θα τους χαρίσει τόση ευτυχία, που τίποτα, μα τίποτα δεν μπορέσει να τους την πάρει!



Σάββατο 15 Ιουνίου 2013

4ος αιώνας π.Χ, ένας κόσμος που αλλάζει - 3. Ως τη φιλοκράτειο ειρήνη (Μέρος Β)


Ειρήνη και Πλούτος
Ο αγώνας του Ισοκράτη για ειρήνη και παιδεία

Στον λόγο  «Περί Ειρήνης» το 356, ο Ισοκράτης συμβουλεύει τους Αθηναίους να εκμεταλλευτούν την  Ειρήνη του Ανταλκίδα,  που έχει συναφθεί από το 386 και να εγκαταλείψουν την ηγεμονία τους στη θάλασσα, που ήταν η πηγή όλων των δεινών τους. Αντί να σπαταλούν χρήμα και δυνάμεις για να κατακτήσουν την γη των άλλων, να επικεντρωθούν στο πώς θα εξασφαλίζουν μια καλύτερη ζωή στον τόπο τους. Ο πόλεμος έχει επιφέρει μεγάλα δεινά στην πόλη και την έχει τελείως απογυμνώσει από το προηγούμενο μεγαλείο της. Προτείνει, λοιπόν, να τηρήσουν μια πιο συνετή στάση, να επιλύσουν τις διαφορές τους με τη διπλωματία, ώστε να επιδιώξουν την ευημερία σε ένα ειρηνικό περιβάλλον.
 «... έχουμε την εντύπωση πως, αν διασχίζουμε τις θάλασσες με πολλά πλοία και εξαναγκάζουμε τις πόλεις να μας καταβάλλουν φόρους και να στέλνουν αντιπροσώπους εδώ, θα επιτύχουμε το σκοπό μας. Είμαστε όμως πολύ μακριά από την αλήθεια. Από όσα ελπίζαμε τίποτα δεν πετύχαμε• αντίθετα, απ' αυτές τις ενέργειές μας έχουν προκύψει εχθρότητες, πόλεμοι και μεγάλες δαπάνες, πράγμα πολύ φυσικό.» (29)
Αυτό είναι το αποτέλεσμα της στρεβλής άποψης, η οποία έχει επικρατήσει την εποχή του Ισοκράτη, πως ενώ η αρετή είναι αξιέπαινη, εντούτοις δεν ωφελεί σε τίποτα, εφόσον μόνο οι άδικοι κατορθώνουν να επιτύχουν. Αυτός ο παραλογισμός είναι το αποτέλεσμα της δράσης των δημαγωγών, που κερδίζουν χρήμα και δόξα απαξιώνοντας την αρετή και προκαλώντας, ανάμεσα σε όλα τα δεινά που επιφέρει η πολιτική τους, και τον ευτελισμό της ηθικής των πολιτών. Είναι λοιπόν ανάγκη να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα και να μην δυσανασχετούν όταν κάποιος τολμά να τους πει την αλήθεια:
«....για τις αρρώστιες που έχουν σχέση με το σώμα οι γιατροί έχουν βρει πολλές και κάθε είδους θεραπείες, για την ψυχή όμως, που δε γνωρίζει τι είναι ορθό και που είναι γεμάτη από πονηρές επιθυμίες, άλλο φάρμακο δεν υπάρχει παρά ο λόγος που τολμά να επικρίνει τα σφάλματα.» (39)

Σφάλματα εντοπίζει ο Ισοκράτης στον χειρισμό τόσο των εξωτερικών όσο και των εσωτερικών ζητημάτων. Θεωρεί μεγάλη παρακμή τη χρήση μισθοφορικού στρατού, που αποτελείται από κάθε είδους αποβράσματα, έτοιμα να εγκαταλείψουν τη θέση τους μόλις κάποιος τους προσφέρει μεγαλύτερη αμοιβή. Στα εσωτερικά ζητήματα πάλι, η εκκλησία του Δήμου έχει χάσει τη σοβαρότητά της, καθώς άλλα επιθυμεί, άλλα ψηφίζει και αμέσως μετά μετανιώνει για αυτό που ψήφισε. Ακόμα χειρότερα, τοποθετεί σε θέσεις ευθύνης αχρείους και επικίνδυνους ανθρώπους:
«Παρά τον ισχυρισμό μας πως είμαστε οι πιο σοφοί των Ελλήνων, χρησιμοποιούμε ως συμβούλους ανθρώπους, που όλοι θα περιφρονούσαν, και αυτούς τους ίδιους τους διορίζουμε επικεφαλής όλων των κρατικών υποθέσεων, ενώ κανείς δεν θα τους ανέθετε καμία ιδιωτική του υπόθεση.» (52)
Αμφορέας με τη θεά Αθηνά (Παναθήναια)

Προτείνει, λοιπόν, τα εξής μέτρα για την αποκατάσταση της πόλης:
1. Να διορίζονται στα δημόσια αξιώματα άνθρωποι ικανοί, σαν εκείνους που επιλέγει κανείς για τις ιδιωτικές του υποθέσεις και να μην θεωρούνται φίλοι του λαού οι συκοφάντες ούτε οι τίμιοι και συνεπείς να ταυτίζονται με τους ολιγαρχικούς. Από τη φύση του κανείς δεν είναι κάτι από τα δύο, αλλά ο καθένας επιλέγει το πολίτευμα στο οποίο νιώθει πως τον εκτιμούν.
2. Η Αθήνα θα πρέπει να επιτρέψει την αυτονομία των συμμάχων της και να τους φέρεται όπως φέρεται κανείς σε φίλους, διότι είναι μεν η ισχυρότερη πόλη από την κάθε μία ξεχωριστά, αλλά απέναντι σε όλες μαζί είναι η πιο ανίσχυρη. Οι συμμαχίες πρέπει να συνάπτονται με ευεργεσίες και όχι με πολέμους.
3. Μετά από την ευσέβεια στους θεούς, το σημαντικότερο επίτευγμα είναι η εκτίμηση των υπόλοιπων Ελλήνων. Με τέτοια συμπεριφορά, οι ελληνικές πόλεις θα αναγνωρίσουν με τη θέλησή τους την ηγεμονία της Αθήνας.

Το 355, ο συμμαχικός πόλεμος λήγει άδοξα και η Αθήνα υποχρεώνεται να παραχωρήσει αυτονομία στις επαναστατημένες πόλεις. Παράλληλα, μόλις έχει ξεκινήσει στους Δελφούς ο «Τρίτος Ιερός Πόλεμος» μεταξύ των Φωκέων, που έχουν καταλάβει και καταληστέψει το Μαντείο, και των Θηβαίων που επιχειρούν να τους εκδιώξουν, ενώ ο νεαρός βασιλιάς Φίλιππος έχει τακτοποιήσει τα εσωτερικά ζητήματα της Μακεδονίας και στρέφεται προς την κεντρική Ελλάδα.
Αρχικά, ο Ονόμαρχος, ηγέτης των Φωκέων, που είχε εξοπλίσει τον στρατό του με καταπέλτες, κατόρθωσε να νικήσει δύο φορές τον Φίλιππο που επιτέθηκε, μόλις είδε πως κινδυνεύει η Θεσσαλία. Τελικά όμως, οι Φωκείς νικήθηκαν το 352 και δύο χρόνια αργότερα επιτίθενται και πάλι εναντίον των Θηβαίων. Οι Αθηναίοι, που έχουν πλέον αντιληφθεί την επικινδυνότητα του Μακεδόνα βασιλιά, τον αντιμετωπίζουν και τον σταματούν στις Θερμοπύλες, νίκη που δεν θα έχει όμως και μεγάλη σημασία, επειδή ο Φίλιππος, όχι μόνο έχει πλέον καταστεί κυρίαρχος της Θεσσαλίας, αλλά παρουσιάστηκε και ως προστάτης των ιερών και των οσίων, προστατεύοντας τους Δελφούς.

Ενώ λοιπόν μαίνεται ο Ιερός Πόλεμος, το 354, ο υπέργηρος πια Ισοκράτης γράφει το «Περί Αντιδόσεως». Είναι ο λόγος που εκφωνεί στο δικαστήριο για να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να εκθέσει τις απόψεις του για την πνευματική καλλιέργεια. Χρησιμοποιεί ως αφορμή μια δικαστική του περιπέτεια, όταν ο Λυσίμαχος, προκειμένου να αποφύγει μια πολυδάπανη λειτουργία, ζητά, όπως ορίζει ο νόμος της αντιδόσεως, να ανταλλάξει την περιουσία του με εκείνη του Ισοκράτη. Αυτός, με την ευκαιρία,  απολογείται για το συνολικό του έργο, απαντώντας σε όσους τον κατηγορούσαν πως διδάσκει τους νέους να κερδίζουν δικαστικούς αγώνες με αθέμιτους τρόπους. Παραθέτει αποσπάσματα από προηγούμενους λόγους του, αποδεικνύοντας πως το μόνο που έκανε, ήταν να παροτρύνει τους Έλληνες να εκστρατεύσουν εναντίον των βαρβάρων, ενωμένοι και χωρίς να σπαταλούν τις δυνάμεις τους στις μεταξύ τους έριδες.

Στη συνέχεια, υπερασπίζεται τη διδασκαλία του και την άποψή του για την ορθή επαγγελματική εκπαίδευση, τονίζοντας την αξία της πρακτικής εφαρμογής κάθε γνώσης που αποκομίζει ο μαθητής από τον δάσκαλο. Όσο για την ρητορική τέχνη, εκτός του ανυπέρβλητου πλεονεκτήματος που παρέχει το φυσικό ταλέντο, απαραίτητη είναι η απόκτηση τεχνικής και η εξάσκηση. Τίποτα, όμως, από αυτά δεν μπορεί να αποδώσει αν ο ρήτορας δεν έχει το απαραίτητο θάρρος για να μιλήσει μπροστά στο κοινό. Αυτά δίδασκε στους μαθητές του αξιοποιώντας τη ρητορική ως εργαλείο για την επιτυχία στην επαγγελματική ζωή.
Σχολείο της Αθήνας (Roger Payne)
Άλλωστε, αυτό που διαχωρίζει τον άνθρωπο από τα ζώα και του έδωσε την ευκαιρία να ζει πολιτισμένα σε κοινότητες είναι η δυνατότητα να μιλά, να εκφράζει τις σκέψεις και τις αποφάσεις του και να συνεννοείται με ακρίβεια με τους άλλους.
«Διότι ο λόγος νομοθέτησε για δικαίους και αδίκους και για καλούς και αισχρούς, χωρίς τον ορισμό των οποίων δεν θα μπορούσαμε να συμβιώσουμε. Με τον λόγο και τους κακούς ελέγχουμε και τους αγαθούς εγκωμιάζουμε. Με τον λόγο μορφώνουμε όσους έχουν ανάγκη μόρφωσης και δοκιμάζουμε τους νοήμονες· διότι το να μιλά κάποιος όπως πρέπει το θεωρούμε ως ύψιστο σημείο της ορθής σκέψης, και λόγος αληθής, σύμφωνος προς τον νόμο και προς την δικαιοσύνη, είναι εικόνα ψυχής υγιούς και ευπειθούς.» (255)
Πώς θα μπορούσε λοιπόν να κατηγορηθεί κάποιος, επειδή διδάσκει τους νέους να αποκτήσουν αυτή την τόσο ωφέλιμη ικανότητα, την ώρα που όλοι θαυμάζουν όσους την έχουν από τη φύση τους;
Αυτή τη χρονιά, εμφανίζεται στη δημόσια ζωή της Αθήνας ένας ρήτορας με εξαιρετικό ταλέντο, που θα βάλει σφραγίσει ανεξίτηλα την πολιτική ζωή του τόπου. Σε αντίθεση με τον Ισοκράτη που επιδιώκει πάση θυσία την ενότητα και την ειρήνη στον ελλαδικό χώρο, ο Δημοσθένης αγωνίζεται να πείσει τους Αθηναίους να προστατεύσουν την αυτονομία της πόλης τους και τη διατήρηση της ηγεμονίας της.

Σάββατο 25 Μαΐου 2013

"Όταν μεγαλώσω, θέλω να γίνω πολίτης". Μία διαδρομή από το θρανίο στην κάλπη

Μιλώντας στο τηλέφωνο με έναν μαθητή, που μόλις είχε αποφοιτήσει από το Λύκειο κι ετοιμαζόταν για τις πανελλήνιες, του ευχήθηκα «καλό διάβασμα» και «καλός πολίτης».
- Δεν απολύομαι από τον στρατό, κυρία, μου είπε σκασμένος στα γέλια.
- Το ξέρω, του είπα. Αλλά γίνεσαι μέλος της πολιτείας.

Αποφοιτώντας ένας μαθητής από το Λύκειο, αυτό που βλέπει μπροστά του είναι ένα μηχανογραφικό και η σχολή που θα τον καταρτίσει επαγγελματικά. Απολύτως φυσιολογικό να τον απασχολεί η επαγγελματική του αποκατάσταση, αλλά εγείρεται ένα ερώτημα: Πότε θα προλάβει να σκεφτεί τον ρόλο που πρόκειται να διαδραματίσει ως πολίτης; Ή έχει αποφασίσει πως δεν θα παίξει ποτέ αυτόν τον ρόλο;
Η λέξη πολίτης μας ταξιδεύει πίσω στο χρόνο, στην αρχαία Αθήνα, την πόλη-κράτος που ήταν ταυτόχρονα και το σχολείο του, καθώς δεν υπήρχε δημόσια εκπαίδευση και μόνο λίγοι είχαν τη δυνατότητα να προσλάβουν δασκάλους για τα παιδιά τους. Όλοι όμως, πλούσιοι και φτωχοί, συμμετείχαν στις συνεδριάσεις της Εκκλησίας του Δήμου, όπου έπαιρναν αποφάσεις για τα σημαντικότερα ζητήματα του κράτους τους: Δικαστικές αποφάσεις, ζητήματα αμυντικής στρατηγικής και εξωτερικής πολιτικής, για όλα ψήφιζαν οι ίδιοι, χωρίς να έχουν διδαχτεί το μάθημα της  Πολιτικής Αγωγής. Ή μήπως είχαν;
Η εκκλησία του Δήμου συνεδρίαζε τακτικά 3 φορές τον μήνα, χώρια οι έκτακτες συνεδριάσεις. Σε αυτές, ένας Αθηναίος κατά τη διάρκεια της ζωής του, είχε παρακολουθήσει εκατοντάδες αγορεύσεις προικισμένων ρητόρων, εξαιρετικές πολιτικές αναλύσεις και προτάσεις, από τις οποίες επέλεγε εκείνη που του φαινόταν πιο κατάλληλη. Σκεφτείτε πόσες φορές θα ένιωσε περήφανος για κάποια ψήφο του και πόσες φορές θα μετάνιωσε πικρά. Παράλληλα, παρακολουθούσε υψηλού επιπέδου θεατρικές παραστάσεις, δράματα που εξέταζαν σε βάθος τα ζητήματα της σχέσης του πολίτη με την εξουσία και κωμωδίες που σχολίαζαν καυστικά και διακωμωδούσαν τα πολιτικά πρόσωπα της εποχής.
Η Πολιτική Αγωγή του Αθηναίου πολίτη διαρκούσε μια ολόκληρη ζωή.  Δια βίου μάθηση το λέμε σήμερα,  μόνο που τότε δεν αφορούσε κάποιες ειδικότητες, αλλά τη διαχείριση της ιδιωτικής και της συλλογικής ζωής, που τότε δεν διακρίνονταν εύκολα μεταξύ τους. Ανάμεσα σε τέτοιους πολίτες μεγάλωναν οι έφηβοι, μέχρι να έρθει η ώρα της δικής τους συμμετοχής.
Στα σύγχρονα κράτη της έμμεσης Δημοκρατίας, η Πολιτική Αγωγή διδάσκεται στα σχολεία, δυστυχώς χωρίς επιτυχία όσον αφορά τη χώρα μας, για λόγους που δεν θα αναλύσουμε εδώ. Το αποτέλεσμα πάντως είναι πως οι  νέοι ψηφοφόροι που καλούνται να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα – υποχρέωση, αλλά και πολλοί μεγαλύτεροι που ψηφίζουν ήδη, δεν είναι σε θέση να απαντήσουν σε ζωτικής σημασίας ερωτήματα. Για να μην πούμε ότι δεν έχουν ποτέ θέσει αυτά τα ερωτήματα στον εαυτό τους.
• Είναι δημοκρατικό να σε υποχρεώνει ο νόμος να ψηφίσεις;
• Με ποια κριτήρια θα επιλέξετε αυτόν που θα ψηφίσετε;
• Πώς γίνεται χώρες τόσο διαφορετικές μεταξύ τους, όπως η Κίνα, οι ΗΠΑ και η Νιγηρία να ισχυρίζονται ότι είναι Δημοκρατίες;

Η πιο συνηθισμένη αντίδραση, όταν τίθενται αυτά τα ερωτήματα, είναι: «Αυτά είναι για τους πολιτικούς κι εμένα δεν με ενδιαφέρει η πολιτική».
Γιατί δεν τον ενδιαφέρει άραγε; Διότι κανείς δεν ενδιαφέρεται για κάτι που δεν καταλαβαίνει πως τον αφορά. Τι έχει μείνει, λοιπόν, από αυτά που διδάχτηκε στο μάθημα της Πολιτικής Αγωγής;
Σκόρπιες λέξεις που δεν κατόρθωσε να συνδέσει με λογικό τρόπο μεταξύ τους. Για παράδειγμα, γνωρίζει τις λέξεις Πολίτης, Κράτος και Δημοκρατία. Τι κατανοεί όμως;

Η Δημοκρατία «είναι ένα μέρος που ο καθένας κάνει ό,τι θέλει», είχε γράψει ένας μαθητής στην έκθεσή του. Άλλα παιδιά την εκλαμβάνουν περίπου ως εγγενές χαρακτηριστικό, όπως το χρώμα των ματιών. Συχνά, την περιγράφουν στις εκθέσεις τους ως μία μεταφυσική οντότητα που εξασφαλίζει ίσα  δικαιώματα για όλους. Μεγαλώνοντας μαθαίνουν, βέβαια, πως έχουν και υποχρεώσεις. Στο σπίτι, στο σχολείο, και αργότερα στον εργασιακό χώρο. Α, είναι και οι υποχρεώσεις απέναντι στην πολιτεία, κάτι για την τήρηση των νόμων ..., αλλά για κάποιον μυστήριο λόγο αυτές οι υποχρεώσεις φαίνεται να μην έχουν και τόση σημασία.
Το Κράτος από την άλλη, φαντάζει στο μυαλό τους σαν ένα τέρας που κατέβηκε με διαστημόπλοιο από τον Σείριο, εντελώς αποσυνδεδεμένο από την εκλογική διαδικασία. Είναι ο μπαμπούλας που προσπαθεί να μας κλέψει τα δικαιώματα που απλόχερα μας χάρισε η Δημοκρατία.
Και ο Πολίτης σε αυτή την εικόνα, καταντά θύμα του "ανάλγητου" Κράτους και παθητικός παρατηρητής, καθώς είναι μονίμως απασχολημένος επιδιώκοντας την προσωπική του επιτυχία. Αν μάλιστα επιτρέπει στον διπλανό του να κάνει το ίδιο, τότε είναι και καλός πολίτης, που κοιτάζει τη δουλειά του και παραμένει ήσυχος και σχεδόν αόρατος. Έχει αποδώσει τα οφειλόμενα στην πολιτεία.

Κάτι δεν πήγε καθόλου καλά!

Οι αιτίες είναι πολλές, αλλά ας επικεντρωθούμε σε μία από αυτές.
Τα σημερινά παιδιά έχουν την τύχη να μεγαλώνουν σε μια εποχή που η τεχνολογία τους παρέχει εξελιγμένα μέσα επικοινωνίας. Ταυτόχρονα όμως, είναι καταδικασμένα να αποσπάται πολύ εύκολα η προσοχή τους, καθώς  βομβαρδίζονται με πολύχρωμες, εναλλασσόμενες εικόνες, εντυπωσιακούς ήχους και περιεκτικά μηνύματα λίγων δευτερολέπτων. Πειθαρχούν δύσκολα και πλήττουν εύκολα.
Ένας δάσκαλος που αραδιάζει ορολογίες, νόμους και άρθρα, ρωτάει και περιμένει απαντήσεις, τι πιθανότητες έχει;
Από την άλλη, δεν γίνεται να αγνοήσουμε τη σοφία του παρελθόντος ούτε τη διαδικασία της προσωπικής μελέτης, αλλά όταν πρόκειται για την Πολιτική Αγωγή, η προσωπική μελέτη αποκομμένη από την καθημερινή πράξη, είναι αναποτελεσματική. Αλλάζοντας απλώς τα βιβλία ή αυξομειώνοντας τις ώρες διδασκαλίας, περιοριζόμαστε σε μερεμέτια, αντί να εγκαταλείψουμε εντελώς αυτό το ετοιμόρροπο δωμάτιο και να ανοίγαμε την πόρτα σε ένα ολοκαίνουργιο.
Αποφεύγοντας τις ορολογίες της διδακτικής μεθοδολογίας και αναλυτικά προγράμματα, οραματίστηκα με τον μαθητή που αναφέρθηκε στην αρχή το τι θα μπορούσε να βρίσκεται πίσω από εκείνη την πόρτα.

Είδαμε μία τάξη-εργαστήρι παραγωγής πολιτικής σκέψης, όπου οι μαθητές δεν θα κοιμούνται και δεν παίζουν με τα κινητά τους, αλλά είναι οι δάσκαλοι του εαυτού τους. Τους είδαμε να ακολουθούν την επιστημονική οδό: παρατήρηση - θεωρία- πείραμα-ανάλυση δεδομένων παρέα με  έναν διαφορετικό δάσκαλο, που συμμετέχει ως αμερόληπτος σύμβουλος, επιτηρητής και συντονιστής. Είδαμε ένα περιβάλλον στο οποίο δεν υπάρχει χώρος για προπαγάνδα. Και γράψαμε ένα σενάριο:

Σε μία τάξη της Β’Λυκείου εξετάζουμε Τα μειονεκτήματα και πλεονεκτήματά των πολιτευμάτων, για να καταλήξουμε στη Δημοκρατία, ώστε να κατανοήσουμε γιατί την επιλέγουμε και πώς τη διαχειριζόμαστε.
Η τάξη είναι χωρισμένη σε τρεις ομάδες, που η κάθε μία θα διοικείται με διαφορετικό τρόπο και θα πρέπει να οργανώσει ένα παζάρι βιβλίων για φιλανθρωπικό σκοπό.
Στην πρώτη, θα οριστεί αυθαίρετα ένας ηγέτης από τον δάσκαλο. Κατά προτίμηση κάποιος από τους μαθητές που του ταιριάζει αυτός ο ρόλος.
Στη δεύτερη, όσοι θέλουν θα βάλουν υποψηφιότητα και οι υπόλοιποι θα επιλέξουν ψηφίζοντας με μυστική ψηφοφορία.
Στην τρίτη, τον αρχηγό θα τον ορίσει η τύχη. Θα γίνει κλήρωση.
Ο αρχηγός της κάθε ομάδας θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να αναθέσει αρμοδιότητες επιλέγοντας τους κατάλληλους «υπουργούς» για την κάθε εργασία που πρέπει να γίνει: Ποιος έχει την ικανότητα να πείσει τα μέλη της ομάδας να συνεισφέρουν οικονομικά; Ποιος μπορεί να διαπραγματευτεί με τους εκδοτικούς οίκους και να πετύχει συμφέρουσα συμφωνία; Ποιος έχει ταλέντο στη διαφήμιση, να προωθήσει την εκδήλωση καλύτερα από τους άλλους;
Παράλληλα, θα πρέπει να αντιμετωπίσει με επιτυχία τις διαφορετικές απόψεις, να δώσει κίνητρα στους απρόθυμους, να πείσει τους αντιρρησίες και να διευθετεί τις διενέξεις.

Οι σημειώσεις από που θα έχει κρατήσει κάθε ομάδα, θα εμπλουτιστούν με πληροφορίες που θα αντλήσουν από την μελέτη των κειμένων που θα τους δοθούν, και θα προβούν σε συγκρίσεις. Στους λόγους ρητόρων, όπως ο Ισοκράτης και ο Δημοσθένης θα ανακαλύψουν ότι παρόμοια προβλήματα είχαν προκύψει και τότε, πως άλλα λύθηκαν και άλλα όχι. Ο Θουκυδίδης θα τους εξηγήσει πώς οι ιστορικές συνθήκες επηρεάζουν την λήψη αποφάσεων και πώς οι συνέπειες της κάθε απόφασης με τη σειρά τους γράφουν ιστορία. Τέλος, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης θα τους ταξιδέψουν στο θεωρητικό υπόβαθρο των πολιτευμάτων και θα τους δώσουν τις λέξεις που χρειάζονται για να ονομάσουν τις σκέψεις και τις πράξεις τους.
Θα μπορούσαν, βέβαια, να χρησιμοποιηθούν κείμενα άλλης εποχής και άλλης χώρας. Επιλέξαμε  την αρχαία ελληνική γραμματεία, κυρίως επειδή τα κείμενα αυτά εξιστορούν, μεταξύ άλλων, όλη την πορεία της Δημοκρατίας, από τη γέννησή της.
Στη συνέχεια, οι ομάδες ανταλλάσσουν τις σημειώσεις τους και συζητούν, ώστε η κάθε μία να επιλέξει ή να συνθέσει το είδος διακυβέρνησης της αρεσκείας της. Μία πρόταση διακυβέρνησης που θα παρουσιάσει δημόσια ένας αγορητής σε ένα αρχαίο θέατρο ή στην Πνύκα, αν ζει στην Αθήνα. Θα μπορούσε μάλιστα να ζητηθεί από το κοινό να ψηφίσει την καλύτερη πρόταση, όπως ακριβώς ψήφιζαν οι αρχαίοι Αθηναίοι.
Τώρα, και μόνο τώρα, ο κάθε μαθητής ξεχωριστά είναι σε θέση να τοποθετηθεί ως πολιτικός άνθρωπος, γράφοντας ένα άρθρο, ένα δοκίμιο, έναν λόγο για κάποιο θέμα από τα δεκάδες που προέκυψαν κατά τη διαδικασία, και που δεν άκουσε απλώς από τον δάσκαλο, αλλά βίωσε ο ίδιος συμμετέχοντας με τον νου και το σώμα του σε μια εμπειρία που δεν θα ξεχάσει ποτέ.
Τώρα, γνωρίζει τι σημαίνει να κυβερνάς και να κυβερνιέσαι, γνωρίζει πως η συνεργασία σε ένα δημοκρατικό περιβάλλον απαιτεί δεξιότητες, αντιλαμβάνεται πως πάντα υπάρχει ο κίνδυνος της ανατροπής ή της παρακμής του πολιτεύματος.
Μόνος του κατέληξε στο συμπέρασμα πως τα δημόσια αξιώματα απαιτούν συγκεκριμένες ικανότητες και πως η επιλογή πολιτικής ηγεσίας είναι σοβαρή υπόθεση και όχι μια Κυριακάτικη εκδρομή στο χωριό.
Και δεν υπάρχει λόγος οι εκθέσεις αυτές να αρχίζουν με το «υποθέστε ότι γράφετε ένα άρθρο που θα δημοσιευτεί....» ή « υποθέστε ότι θα εκφωνήσετε έναν λόγο εδώ ή εκεί...». Ας γίνεται και αυτό στην πράξη. Ας υπάρχει ένα επίσημο blog ή site για αυτές τις δημοσιεύσεις. Ας γίνονται ανάλογες εκδηλώσεις όπου θα εκφωνούνται στα αλήθεια αυτοί οι λόγοι. Να αισθάνεται ο μαθητής δόκιμος πολίτης και όχι θύμα της ιεράς εξέτασης. Μια χαρά μπορεί να γίνει η αξιολόγηση και με αυτόν τον τρόπο.

Είναι μεγάλη ανάγκη να κατανοήσουμε άμεσα πως η  Πολιτική Παιδεία σε μια Δημοκρατία έχει επιτύχει τον σκοπό της, μόνο όταν οι πολίτες γνωρίζουν το πολίτευμά τους, ζουν σύμφωνα με αυτό και το προστατεύουν.
Όταν δεν ναρκώνονται από τα δημαγωγικά τερτίπια ανήθικων καιροσκόπων, αλλά απαιτούν λογικά επιχειρήματα και είναι σε θέση να ερμηνεύουν με νηφάλιο πνεύμα τα πολιτικά δεδομένα, πριν φτάσουν στην κάλπη.
Όταν συνειδητοποιούν πως όλη τους η ζωή είναι πολιτική πράξη, αλληλένδετη με την ζωή του διπλανού τους.
Και τέτοιου είδους άνθρωποι γίνονται οι μαθητές που αποφοιτώντας από την Μέση εκπαίδευση, εκτός από επαγγελματίες, «θέλουν, πρωτίστως, να γίνουν πολίτες».

Δευτέρα 13 Μαΐου 2013

Το κατσαρόλι - Ο μεγάλος Δάσκαλος


Η οικογένειά μου ήταν φτωχή. Οι γονείς μου ήταν εργάτες και οι δύο, εργαζόμενοι από την εφηβεία τους. Γνωρίστηκαν στη Γερμανία, διπλοβάρδιες στα εργοστάσια, αιματηρές οικονομίες για να αγοράσουν οικόπεδο, να χτίσουν σπίτι και να επιστρέψουν στην πατρίδα, όπου δεν είχαν τίποτα. Εγώ και η αδερφή μου μεγαλώσαμε σχεδόν μόνες μας. Από την πρώτη Δημοτικού φτιάχναμε το πρωινό μας (όχι σαν αυτό το διαφημίσεων), κλειδώναμε το σπίτι, περπατούσαμε 15 λεπτά ως τη στάση του λεωφορείου και πηγαίναμε στο σχολείο. Επιστρέφαμε, ζεσταίναμε το φαγητό μας και στρωνόμασταν αμέσως στο διάβασμα. Οι γονείς έλειπαν από τα ξημερώματα και επέστρεφαν αργά το απόγευμα. Στις διπλοβάρδιες, την επομένη το πρωί.
Η μητέρα μου μόλις επέστρεφε, πάντα έκανε την ίδια ερώτηση: Διαβάσατε;

Ήταν αγράμματη, οπότε δεν μπορούσε και να μας ελέγξει. Αν απαντούσαμε καταφατικά, μας άφηνε να παίξουμε τον υπόλοιπο χρόνο που έμενε μέχρι να πάμε για ύπνο. Αν καταλάβαινε ότι δεν είχαμε ακριβώς τελειώσει τα μαθήματα, έλεγε την φράση που έμεινε παροιμιώδης στην οικογένεια: «Να καθήσετε να τελειώσετε το διάβασμα, εκτός αν θέλετε να πάω να πλύνω τα κατσαρόλια».
Ο μύθος, που εμείς ως παιδιά είχαμε πιστέψει, ήταν πως μας είχαν αγοράσει από ένα κατσαρόλι. Το κατσαρόλι ήταν ένα μεταλλικό σκεύος, στο οποίο έβαζαν το φαγητό τους για να φάνε το μεσημέρι στο εργοστάσιο. Γιατί βέβαια δεν ξόδευαν δεκάρα για να αγοράσουν οτιδήποτε από τις καντίνες. Μας είχαν πει λοιπόν, πως αν κάποια στιγμή καταλάβαιναν πως «δεν παίρνουμε τα γράμματα», θα μας έπλεναν το ωραίο μας κατσαρόλι και θα πηγαίναμε την επόμενη μέρα για μεροκάματο. Μπορεί να μην ήξερα τι διαφορά θα είχε η δουλειά που θα έκανα τελειώνοντας το σχολείο από αυτή που έκαναν οι δικοί μου στο εργοστάσιο, αλλά ήξερα πως ο πατέρας μου όταν ήταν στο σπίτι, δεν ήταν σε θέση να κάνει τίποτ’άλλο εκτός από το να πέσει για ύπνο. Κι ευτυχώς δηλαδή, γιατί όταν δεν μπορούσε να κοιμηθεί, τα νεύρα του ήταν σε τέτοιο χάλι που κρατούσαμε την αναπνοή μας για να μην ακούει ήχους (άλλη φορά θα σας πω τι συνέβαινε, αν γινόταν το λάθος και τους άκουγε). Ήξερα ακόμα πως τα παπούτσια του ήταν γεμάτα μεταλλικά ρινίσματα (γρέζια τα έλεγε) και μαζί με τη μητέρα μου τα βγάζαμε ένα-ένα για να σώσουμε τα παπούτσια. Ήξερα ότι τα χέρια της μάνας μου είχαν ρόζους και έτριβε κάθε βράδυ τα μπράτσα και τα δάχτυλά της βογκώντας. Και κάθε φορά που άκουγα την απειλή για το κατσαρόλι, μολονότι ως σπασικλάκι που ήμουν, είχα τελειώσει τα μαθήματά μου, τους έριχνα άλλη μια ματιά για καλό και για κακό.

Ακόμα κι όταν εκείνο το πρώτο όνειρο της επιστροφής στην πατρίδα πραγματοποιήθηκε, τα πράγματα δεν άλλαξαν και πολύ. Πάλι φορούσα τα ρούχα της αδερφής μου, πάλι τρώγαμε παγωτό μία φορά την εβδομάδα (από το φτηνό), πάλι οι γονείς μου δούλευαν όλη μέρα και δεν ξεκουράζονταν ποτέ. Κι εμείς το ίδιο.
Από 12 χρονών είχαμε μάθει να μαγειρεύουμε, να καλλιεργούμε το περιβολάκι, να φροντίζουμε τα ζώα, να διορθώνουμε τις ελαφριές ηλεκτρικές και υδραυλικές βλάβες, να βάφουμε, μέχρι και να χτίζουμε, όταν ο πατέρας μας αποφάσισε να «σηκώσει» άλλον έναν όροφο. Μόνοι μας. Εργάτης, τεχνίτης δεν πάτησε κανείς. Είχαμε ένα μικρό, συνοικιακό χρωματοπωλείο. Μάθαμε να ζυγίζουμε, να τιμολογούμε, να συναλλασσόμαστε με τους πελάτες, να παραλαμβάνουμε από τους προμηθευτές.
Η μοναδική μας πολυτέλεια, και στη Γερμανία και εδώ, ήταν το ποδήλατο. Μόνο που δεν είχαμε πολύ χρόνο να το χαρούμε, γιατί ακόμα κάθε απόγευμα η μητέρα κράδαινε το κατσαρόλι! Κι εμείς έπρεπε να είμαστε εντάξει με το σχολείο. Και λέξεις όπως φροντιστήριο ήταν απαγορευμένες. «Αν είναι να θες σαράντα πέντε μάστορες κι εξήντα μαθητάδες, άστο! Πάρε το κατσαρόλι σου, να έχεις και το κεφάλι σου ήσυχο», έλεγε η μάνα μου.

Το κατσαρόλι, λοιπόν, όσο και αν σας τρομάζει εσάς που το ακούτε πρώτη φορά, με έμαθε πολλά πράγματα. Περισσότερα από όσα, ίσως, φαντάστηκαν οι γονείς μου. Και άκουγα τον μεταλλικό του ήχο και αφού εκείνοι έφυγαν πρόωρα από τη ζωή.
Με έμαθε να εκτιμώ τους ανθρώπους που εργάζονται καταπονώντας το σώμα τους και να τους σέβομαι απεριόριστα.
Με εξοικείωσε με την ιδέα της χειρονακτικής εργασίας και όταν χρειάστηκε να εργαστώ για να τελειώσω το σχολείο και να σπουδάσω, δεν δίστασα και δεν ένιωσα άσχημα να κάνω την μαγείρισσα, την καθαρίστρια, την εργάτρια σε θερμοκήπιο και σε βιοτεχνία.
Κρατούσε το μυαλό μου προσηλωμένο στον στόχο. Σε αυτό που ήθελα να κάνω και με βοήθησε να το πετύχω έστω και μερικά χρόνια αργότερα από το κανονικό.
Με έμαθε να εκτιμώ αυτά που κερδίζει κανείς με τον ιδρώτα του, είτε εργάζεται σωματικά είτε πνευματικά. Να μην τα σπαταλώ, αν και από τη φύση μου γεννήθηκα σπάταλη. Το ισορρόπησα.
Με εμπότισε με βαθύτατη απέχθεια για τους ανέντιμους ανθρώπους, που δεν ντρέπονται να κερδίζουν χρήματα χωρίς να εργάζονται. Και για εκείνους που εκμεταλλεύονται την αγνότητα ανθρώπων όπως η μάνα μου, για να εκμεταλλευτούν τον κόπο τους παριστάνοντας τους προστάτες τους.
Γέννησε μέσα μου τον έρωτα για την Παιδεία! Όχι την άγρα πτυχίων. Την αληθινή. Την αγάπη για την εργασία και την προσφορά. Την επιδίωξη της αξιοπρέπειας και της αυτάρκειας. Αυτά ονειρεύτηκα να μεταδώσω σε όσους θα μου έκαναν την τιμή να γίνουν μαθητές μου.
Μου έδωσε το θάρρος να αντιμετωπίσω διεστραμμένες αντιλήψεις γονέων, που με προσλάμβαναν νομίζοντας πως η δουλειά μου είναι να φροντίζω να πηγαίνουν τα παιδιά τους στο σχολείο με λυμένες τις ασκήσεις.

Το κατσαρόλι ήταν το σύμβολο της πραγματικής ζωής. Θα νόμιζε κανείς πως ένα παιδί, ακούγοντας με τη φαντασία του τον μεταλλικό του ήχο, θα αποκτούσε φοβίες για τη φτώχεια, την χειρωνακτική εργασία, την ταπεινή καταγωγή. Θα έκανε όμως λάθος!
Για εμένα και την αδερφή μου, το κατσαρόλι είπε αυτά που οι αγράμματοι γονείς μας δεν είχαν την ικανότητα να εκφράσουν: Ο μόνος αξιοπρεπής τρόπος ζωής είναι να εργάζεσαι, να παράγεις, να προσφέρεις. Με κάποιον τρόπο πρέπει μόνος σου να γεμίζεις το κατσαρόλι σου, να κερδίσεις τη ζωή σου. Καθήκον σου είναι να το γεμίσεις. Δική σου απόφαση αν θα καταπονήσεις το πνεύμα ή το σώμα. Κάθε επιλογή αποδεκτή, αρκεί να είναι αυτό που σου ταιριάζει. 

 Διαλέγεις και παίρνεις!