Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αριστοτέλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αριστοτέλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2015

Γιατί μας γοητεύουν οι Θεωρίες Συνωμοσίας, Αριστοτέλη;


«Υπάρχει μία μυστική ομάδα λίγων ανθρώπων που κινούν τα νήματα της ανθρωπότητας.» 
«Τον ιό HIV τον δημιούργησαν επίτηδες για να μειώσουν τον πληθυσμό της γης. Ή για να πλουτίσουν από τα φάρμακα από έφτιαξαν μετά για την αντιμετώπισή του.» 
«Ο άνθρωπος δεν πήγε ποτέ στη σελήνη.» 
«Και όμως, η γη είναι επίπεδη.» 
«Οι εξωγήινοι όχι μόνο υπάρχουν, αλλά κυκλοφορούν ανάμεσά μας και μας ελέγχουν.» 
«Το νερό, η τροφή και ο αέρας που αναπνέουμε περιέχουν ειδικές χημικές ουσίες που μας κάνουν παθητικούς δέκτες οποιασδήποτε εις βάρος μας ενέργειας.» 
Αυτές είναι μερικές από τις πιο δημοφιλείς θεωρίες συνωμοσίας που έχουν πολλούς οπαδούς παγκοσμίως. Για καμία από αυτές δεν υπάρχουν αξιόπιστες αποδείξεις. Αν ασχοληθείτε λίγο πιο σοβαρά με αυτές θα διαπιστώσετε πως τα μόνα επιχειρήματα που έχουν να παρουσιάσουν οι υποστηρικτές τους είναι άλλες θεωρίες συνωμοσίες.
Τότε γιατί τόσος κόσμος τις πιστεύει;
Σε γενικές γραμμές αυτό συμβαίνει για τους ίδιους λόγους  που αγαπάμε τα ψέματα περισσότερο από την αλήθεια (δείτε εδώ). Οι θεωρίες συνωμοσίας όμως έχουν ένα επιπλέον πλεονέκτημα. Μας γοητεύουν επειδή είναι φτιαγμένες με την ίδια τεχνική που φτιάχνονται τα μυθιστορήματα και οι ταινίες. Τι είδους τεχνική είναι αυτή;

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015

Φόβος ή Ελπίδα;

Η ελπίδα και ο φόβος, τα πιο αποτελεσματικά όπλα στα χέρια της εξουσίας, διεκδικούν σε λίγες ώρες την ψήφο μας. Ένα ύποπτο αγαθό σταλμένο απ’ τους θεούς και ο γιος του θεού του πολέμου.
 Ο Δίας φρόντισε να τοποθετήσει την ελπίδα μέσα στο πιθάρι της Πανδώρας, μαζί με όλες τις συμφορές που έπληξαν την ανθρωπότητα, όταν εκείνη το άνοιξε. Φροντίζοντας να μείνει η ελπίδα στο πιθάρι και στη διάθεση των ανθρώπων, ο Δίας μπορεί να τους κυβερνήσει ευκολότερα. Ο Ναπολέων Βοναπάρτης ομολογεί πως «ο ηγέτης είναι έμπορος ελπίδας».
Ο φόβος απ’ την άλλη, γιος του Άρη και της Αφροδίτης, μαζί με τον αδελφό του τον Δείμο (τρόμος) συνοδεύουν πάντα τον πατέρα τους στις μάχες. Ο φιλόσοφος Bertrand Russel διαπιστώνει πως «κανένας άνθρωπος ούτε ομάδα ούτε έθνος δεν μπορεί να ενεργήσει ανθρώπινα ή να σκεφθεί σωστά υπό το κράτος ενός μεγάλου φόβου
Τι είναι, λοιπόν, πιο επικίνδυνο; Ο φόβος ή η ελπίδα; 

Πέμπτη 1 Μαΐου 2014

Το «ελληνόμετρο» της φαντασίας μας και οι ελληνικές αρετές - Μια αυτοεξέταση με οδηγό τον Αριστοτέλη

Στις καλές εποχές, τότε που το δανεικό χρήμα είχε πλάσει έναν φανταστικό κόσμο, που τον πήραμε για δικό μας δημιούργημα, οι λέξεις "πατρίδα", "έθνος", "ελληνικότητα", είχαν εξαφανιστεί στη διαδρομή Αράχωβα - Μύκονος. Τώρα, που η ονειροφαντασία μας χάθηκε και πάει, ψάχνουμε απεγνωσμένα να εντοπίσουμε τα χνάρια της πραγματικότητας. Στα τυφλά ψάχνουμε και, όταν δεν βρίσκουμε σημείο σταθερό να γαντζωθούμε, καταφεύγουμε στο «ελληνόμετρο».
Και για να παρηγορηθούμε, επικαλούμαστε ένδοξους προγόνους και επινοούμε «ανθέλληνες» εχθρούς που μας κατατρέχουν και προσπαθούν να μας αλλοτριώσουν. Που αν τους εξοντώσουμε, θα λάμψει πάλι η αδαμάντινη ελληνική ψυχή, την οποία "προσπαθούν να απογυμνώσουν, για να μας υποτάξουν". Τι είναι, όμως, αυτό που φοβόμαστε πως θα μας αφαιρέσουν; Ποιες αρετές των λαμπρών προγόνων μας είχαμε τάχα, που τώρα προσπαθούμε να διαφυλάξουμε; Πόσο μοιάζει το δικό μας σύστημα αξιών  με το δικό τους;

Η καρδιά του αρχαίου ελληνικού κόσμου είναι η Αρετή. Η επιδίωξή της ήταν που γέννησε όλα όσα σήμερα θαυμάζουμε: το ελεύθερο πνεύμα, την γενναιότητα στον πόλεμο, την υπεροχή στις τέχνες και στα γράμματα σε καιρό ειρήνης, την οικονομική ανάπτυξη, τη δημοκρατία, τις επιστήμες. Θα ήταν ανοησία να ισχυριστεί κανείς πως όλοι οι αρχαίοι ήταν ενάρετοι. Δεν ήταν, αλλά θαύμαζαν εκείνους που ήταν, γνώριζαν καλά την αξία τους και απέβλεπαν σε αυτούς με δέος! 
Η λέξη «αρετή»  έχει τις ρίζες της στο θέμα του ρήματος αραρίσκω, που σημαίνει ενώνω, συνάπτω, τακτοποιώ. Στα ομηρικά χρόνια ήταν συνώνυμη με την ανδρεία και την υπεροχή. Απλά πράγματα! Όταν όμως η εποχή των βασιλιάδων πέρασε και οι μικροκτηματίες έγιναν ταυτόχρονα εύποροι νοικοκυραίοι και επιχειρηματίες, και στη συνέχεια πολεμιστές που προστάτευαν τον τόπο τους και ενεργοί πολίτες, η αρετή απέκτησε νέο νόημα. Έγινε σύνθετη, όπως και η και η ζωή αυτών των ανθρώπων.
Ποιες ήταν λοιπόν οι αρετές που χαρακτήριζαν τον αξιοθαύμαστο Έλληνα της κλασικής εποχής; Ρώτησα τον Αριστοτέλη και μου είπε!

Σάββατο 13 Ιουλίου 2013

4ος αιώνας.π.Χ, ένας κόσμος που αλλάζει - 4. Ως τη μάχη της Χαιρώνειας (Μέρος Α)

Τα τελευταία χρόνια της ανεξάρτητης πόλης - κράτους

Χρυσό νόμισμα της εποχής του Φιλίππου Β΄

 Ο ρεαλιστής Ισοκράτης έχει πια εγκαταλείψει την ιδέα που υποστήριξε στον «Πανηγυρικό» του περί ηγεσίας της Αθήνας στην ενοποίηση των ελληνικών πόλεων. Το άστρο του Μακεδόνα Φιλίππου έχει ανατείλει και ο ρήτορας βλέπει στο πρόσωπό του τον μεγάλο ηγέτη της Ελλάδας. Τη μόνη ελπίδα να επιβιώσει ο ελληνικός κόσμος και να μην αλωθεί από τους βαρβάρους.
Τον συμβουλεύει, λοιπόν, να ενοποιήσει τις ελληνικές πόλεις, όχι με τη βία, αλλά κερδίζοντας την εκτίμησή τους, στον λόγο του «Φίλιππος» το 346:
«...να πάψης πια να φέρεσαι σε άλλες πόλεις φιλικά και σε άλλες εχθρικά, και ακόμα να προτιμάς τις πράξεις που στους Έλληνες εμπνέουν εμπιστοσύνη και στους βαρβάρους φόβο» (80)
Έχοντας όλους τους Έλληνες στο πλευρό του, ο Φίλιππος θα μπορέσει να εκστρατεύσει εναντίον της Περσίας, σε μια εποχή που οι διεθνείς συνθήκες ευνοούν μια τέτοια πρωτοβουλία.
Γιατί, όμως, επέλεξε τον Φίλιππο; Ο Ισοκράτης αιτιολογεί την απόφασή του αυτή:
«Είναι όμως σε όλους γνωστό πως αρχικά σ' εκείνη απευθύνθηκα (στην Αθήνα), και μάλιστα με επιμένοντας πολύ· αλλά όταν κατάλαβα πως πρόσεχε αυτούς που μαίνονταν στο βήμα και όχι τα δικά μου λόγια, φυσικά την εγκατέλειψα, χωρίς όμως να εγκαταλείψω και το σχέδιό μου.»(129)
 «Λέω λοιπόν πως πρέπει να γίνεις ο ευεργέτης των Ελλήνων, ο βασιλιάς των Μακεδόνων και ο κυρίαρχος όσο μπορείς περισσότερων βαρβάρων. Αν πράξεις έτσι, όλοι θα σου χρωστούνε χάρη: Οι Έλληνες για τις ευεργεσίες σου, οι Μακεδόνες που τους κυβερνάς ως βασιλιάς και όχι σαν τύραννος· και όλοι οι άλλοι οι λαοί που θα τους απαλλάξεις από τη δεσποτική κυριαρχία των βαρβάρων και θα τους προσφέρεις την προστασία των Ελλήνων.» (154)

Το κίνητρο του Ισοκράτη είναι βαθύτατα πατριωτικό. Επιθυμεί να δει την Ελλάδα δοξασμένη και ισχυρή. Αισθάνεται ότι έχει αναλάβει ιερή αποστολή, πως οι ίδιοι οι θεοί επιθυμούν να αποκαταστήσουν τη φήμη της Ελλάδας και να την απαλλάξουν από τη δυστυχία. Οι θεοί, λέει, δεν επεμβαίνουν οι ίδιοι στις ανθρώπινες υποθέσεις, αλλά εμπνέουν τις κατάλληλες σκέψεις στον καθένα, ώστε να λάβει τη μία ή την άλλη απόφαση και στην περίπτωση αυτή ο ρήτορας είναι εκείνος που παροτρύνει με τα λόγια και ο Φίλιππος εκείνος που θα θέσει σε εφαρμογή το θεϊκό σχέδιο. Είναι η ώρα να αναλάβουν δράση, ώστε οι Έλληνες να σταθούν στο ύψος που τους αρμόζει.
«Ακόμα σκέψου τι φοβερή ντροπή είναι για μας να επιτρέπουμε να είναι πιο ευτυχισμένη η Ασία από την Ευρώπη και οι βάρβαροι να είναι πιο εύποροι από τους Έλληνες· να αφήνουμε να ονομάζονται Μεγάλοι Βασιλιάδες αυτοί που κληρονόμησαν την εξουσία από τον Κύρο ―που η μάνα του τον πέταξε στους δρόμους― και να προσαγορεύονται με ταπεινότερα ονόματα οι απόγονοι του Ηρακλή ― που ο πατέρας του τον ύψωσε στη θέση των θεών για τη μεγάλη του αρετή. Από αυτά τίποτα πια δεν πρέπει να παραμείνει όπως είναι· όλα πρέπει να ανατραπούν, όλα να αλλάξουν.» (132)

Αυτή την εποχή, ο Δημοσθένης έρχεται αντιμέτωπος με τον Αισχίνη, τον οποίον κατηγορεί πως δωροδοκήθηκε από τον Φίλιππο, όταν είχαν πάει στην Πέλλα για διαπραγματεύσεις μαζί του. Με την «ειρήνη του Φιλοκράτη» η Αθήνα είχε επιτρέψει στον Φίλιππο να πατήσει το πόδι του στην Κεντρική Ελλάδα. Έχουν σωθεί οι λόγοι και των δύο ρητόρων που εκφωνήθηκαν στο δικαστήριο, με τον τίτλο «Περί της παραπρεσβείας». Το 343, ο Αισχίνης αθωώνεται με μικρή πλειοψηφία και ο Υπερείδης κατορθώνει να καταδικαστεί ο Φιλοκράτης σε θάνατο, ο οποίος για να γλιτώσει την ποινή εγκαταλείπει την πόλη.  Ο Δημοσθένης, που έχει καθιερωθεί ως ικανός πολιτικός ηγέτης, μέσα στα επόμενα 2 χρόνια θα τιμηθεί από τους Αθηναίους δύο φορές με το χρυσό στεφάνι.

Το  339  ο Ισοκράτης, σε ηλικία 97 ετών, γράφει τον «Παναθηναϊκό» με σκοπό να εκθέσει την άποψή του για το ιδανικό πολίτευμα και να κάνει έναν απολογισμό της παρουσίας του στον πνευματικό χώρο της Αθήνας.
Περιγράφοντας τον μορφωμένο άνθρωπο, αμφισβητεί την επάρκεια της επιστημονικής κατάρτισης, θεωρώντας πως σε τίποτα δεν ωφελεί από μόνη της την διάπλαση ενάρετου χαρακτήρα.
Πραγματικά μορφωμένος άνθρωπος είναι εκείνος που χειρίζεται με επιτυχία τα καθημερινά ζητήματα εκμεταλλευόμενος με έξυπνο τρόπο τις περιστάσεις προς το συμφέρον του.
Μορφωμένος είναι ο αξιοπρεπής και δίκαιος, ο υπομονετικός και ήπιος άνθρωπος που χειρίζεται με καλοσύνη τις δυσκολίες στη συναναστροφή του με τους άλλους.
Αισχίνης
Μορφωμένος είναι εκείνος που δεν παραδίνεται στις ηδονές, αλλά διακρίνεται από αυτοσυγκράτηση, όπως αρμόζει στην ανθρώπινη φύση.
Μορφωμένος είναι αυτός που δεν επαίρεται για κάτι που απέκτησε από τύχη, αλλά απολαμβάνει περισσότερο αυτά που απέκτησε με τον κόπο και την εξυπνάδα του. Αυτός που ξέρει να προσαρμόζεται με λογικό τρόπο σε κάθε τέτοια κατάσταση.
Σε αυτό το σημείο ο Ισοκράτης διαφοροποιείται από τον Πλάτωνα, ο οποίος θεωρεί τη φιλοσοφία ως τον μόνο δρόμο για τη μόρφωση και την αρετή. Ο Ισοκράτης είναι πραγματιστής και θεωρεί ότι η φιλοσοφία αποξενώνει τον μαθητή από την αληθινή ζωή και την καθημερινότητα, και στο ζήτημα αυτό μένει πιστός στο πρόγραμμα της σοφιστικής. Δεν υπάρχει απόλυτη γνώση, αλλά μονάχα γνώμες και ο μαθητής του Ισοκράτη μαθαίνει να επιλέγει εκείνη που είναι η καταλληλότερη για κάθε περίσταση.
 Όσον αφορά το πολίτευμα, ο Ισοκράτης είναι οπαδός της δημοκρατίας όπως αυτή καθιερώθηκε από τον Σόλωνα και τον Κλεισθένη. Μια δημοκρατία στην οποία επιλέγονται στα δημόσια αξιώματα οι καλύτεροι, οι άριστοι  και όχι όποιος να’ναι, όπως συνέβαινε με τις κληρώσεις.

Ο Αριστοτέλης εγκατέλειψε την Αθήνα το 347, όταν οι πολιτικές εντάσεις κορυφώνονται και οι αντιμακεδονική παράταξη του Δημοσθένη δεν έβλεπε με καλό μάτι τους φίλους των Μακεδόνων. Ταξίδεψε μαζί με τον μαθητή του Θεόφραστο στην Άσσο της Μ. Ασίας και στη Λέσβο, για να καταλήξει στην Πέλλα, όπου ανέλαβε τη μόρφωση του διαδόχου του μακεδονικού θρόνου, του Αλεξάνδρου από το 343 έως το 340 περίπου. Έμεινε μερικά χρόνια ακόμα στη Μακεδονία και εμφανίζεται και πάλι στην Αθήνα το 335 όπου ίδρυσε τη σχολή του στο γυμναστήριο κοντά στο ιερό του Λυκείου Απόλλωνα και ονομάστηκε γι’αυτό Λύκειο, ενώ οι μαθητές του απέκτησαν και την ονομασία Περιπατητικοί, εξαιτίας των περιπάτων που έκαναν στο στεγασμένο μέρος της εγκατάστασης.
Η «Ρητορική» του κυκλοφορεί αναθεωρημένη και ολοκληρώνει τα «Πολιτικά», ένα σύνολο οκτώ βιβλίων γραμμένα σε διάφορες εποχές. Όταν στο έργο αυτό, γράφει πως η Παιδεία είναι το μεγαλύτερο όπλο που έχει η πόλη να προφυλάξει το πολίτευμά της, μορφώνοντας πολίτες που θα μπορούν να ζουν σύμφωνα με τις αρχές που έχει αποδεχτεί, η ιδιότητα του πολίτη στην πραγματικότητα δεν υφίσταται πλέον. Ο Αριστοτέλης δεν ενδιαφέρεται, όπως ο Πλάτων, να παρουσιάσει τον τύπο της ιδανικής πολιτείας, αλλά προσπαθεί να βρει τρόπους επίλυσης των προβλημάτων της εποχής του μέσω της επαγωγικής σκέψης. Και αναζητά τις λύσεις αυτές σε όλο το φάσμα του επιστημονικού πεδίου, προσφέροντας με το έργο του μια ενοποιημένη εικόνα της επιστήμης.


Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

4ος αιώνας π.Χ, ένας κόσμος που αλλάζει - 3. Ως τη φιλοκράτειο ειρήνη (Μέρος Δ)

Αριστοτέλης

Ο Αριστοτέλης  (384-322). Όταν η Ρητορική αναζητά την αλήθεια.

Ο Αριστοτέλης έφυγε από την πατρίδα του τα Στάγειρα σε ηλικία δεκαεπτά ετών και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα την εποχή που ο Πλάτων πραγματοποιούσε τη δεύτερη επίσκεψή του στον Διονύσιο της Σικελίας. Παρακολούθησε τα μαθήματα της Ακαδημίας έως τον θάνατο του δασκάλου του, του Πλάτωνα το 347, ο οποίος έχει αφιερώσει αυτά τα τελευταία χρόνια στη συγγραφή του «Τίμαιου», του «Κριτία», του «Φίληβου» και των «Νόμων». Στο διάστημα αυτό, ο Αριστοτέλης αναλαμβάνει και διδακτικό έργο με θέμα τη Ρητορική Τέχνη και τότε γράφει και τα τρία βιβλία του έργου του «Τέχνη Ρητορική», το οποίο αναθεωρήθηκε αρκετά χρόνια αργότερα. Ορίζει τη Ρητορική ως την "ικανότητα να ανακαλύπτουμε θεωρητικά αυτό το οποίο είναι, σε κάθε περίπτωση, ικανό να πείσει"

Στο πρώτο βιβλίο εξετάζει τα είδη των λόγων, τη θεματολογία τους και τον σκοπό που εξυπηρετούν. Εντοπίζει τις διαφορές ανάμεσα στον δικανικό, τον συμβουλευτικό και τον επιδεικτικό λόγο. Ο πρώτος ασχολείται με το δίκαιο και το άδικο, ο δεύτερος με το χρήσιμο και το βλαβερό και ο τρίτος με το ωραίο και το άσχημο.
Στο δεύτερο βιβλίο ορίζει τη ρητορική ως την τεχνική που χρειάζεται να καλλιεργήσει ένας αγορητής ώστε να είναι αποτελεσματικός. Το εργαλείο που προτείνει ο Αριστοτέλης είναι τα «ενθυμήματα», δηλαδή οι αναλογίες, οι παρομοιώσεις και δυνατές εικόνες και κάθε είδους επιστημονικός συλλογισμός, τα οποία σε συνδυασμό με τη γνώση της ψυχολογίας των ακροατών, καθιστούν τον ρήτορα ικανό να αποδείξει ότι κάτι είναι πιθανό, συναρπάζοντας ταυτόχρονα το κοινό του. Μόνο ένας ομιλητής με οξυδέρκεια, ευχάριστη διάθεση και ηθική ακεραιότητα μπορεί να οδηγήσει τους ακροατές του στην ψυχική κατάσταση που αυτός επιθυμεί. Είναι λοιπόν απαραίτητο να μελετήσει τα ανθρώπινα πάθη και τις αιτίες που τα προκαλούν. Πώς γεννιέται στην ανθρώπινη ψυχή ο φόβος, η ζήλια, η ευσπλαχνία κ.τ.λ. και πώς επηρεάζεται αυτή η διαδικασία από την ηλικία, η καταγωγή του και η οικονομική του κατάσταση; Εξετάζει επίσης τους τρόπους με τους οποίους η χρήση των ενθυμημάτων μπορεί να γίνει πιο αποτελεσματική, οδηγώντας τους ακροατές στα επιθυμητά συμπεράσματα και πώς αναιρείται επιτυχώς η γνώμη του αντιπάλου. Ο Αριστοτέλης δεν παραλείπει να διευκρινίσει πως η αξία της ρητορικής  έγκειται στο γεγονός ότι πρόκειται για αναζήτηση της αλήθειας, όπως είχε περιγράψει και ο Πλάτων στον «Φαίδρο» του. Ο σκοπός είναι, το ακροατήριο να κατανοήσει τις αντίθετες πλευρές του θέματος που εξετάζεται και αυτό απαιτεί ικανότητα στην ανάπτυξη της επιχειρηματολογίας. Έτσι, τονίζει πως "η ιδιαίτερη λειτουργία της δεν είναι να πείσει, αλλά να δει τους τρόπους πειθούς που περιλαμβάνονται σε κάθε ζήτημα"

Πλάτων και Αριστοτέλης - Φλωρεντία
Στο τρίτο βιβλίο εξετάζει τα ζητήματα που αφορούν το ύφος και της δομής του λόγου. Συμβουλεύει τους επίδοξους ρήτορες να δανειστούν τεχνικές από το επάγγελμα του ηθοποιού, ώστε να μάθουν πώς να κάνουν την παρουσία τους ενδιαφέρουσα και ελκυστική. Πρέπει ακόμα να μάθουν πώς να κάνουν τον λόγο τους απλό και κατανοητό και να τον εκφέρουν με χάρη και πρωτοτυπία. Μεγάλη βοήθεια σε αυτό προσφέρει η χρήση των μεταφορών, που δίνουν ζωντάνια στον λόγο και ακονίζουν την ικανότητα του κοινού να προβαίνει σε συγκρίσεις γεγονότων και απόψεων. Τέλος, τονίζει την αναγκαιότητα της ορθής χρήσης των ελληνικών, της καθαρής σύνταξης και της ενσωμάτωσης στον λόγο χαριτωμένων εκφράσεων και γνωμικών, που διευκολύνουν την απομνημόνευση και την μάθηση. Το έργο κλείνει με το ασύνδετο σχήμα: «Εἴρηκα, ἀκηκόατε, ἔχετε, κρίνατε», παρόμοιο με εκείνο που χρησιμοποίησε ο Λυσίας αρκετές δεκαετίες νωρίτερα ολοκληρώνοντας τον λόγο του «Κατά Ἐρατοσθένους» (ἀκηκόατε, ἑωράκατε, πεπόνθατε, ἔχετε• δικάζετε).

Ο Αριστοτέλης επιχείρησε με το έργο αυτό να συστηματοποιήσει την τέχνη της αγόρευσης και να την θέσει στην υπηρεσία της αλήθειας και του δικαίου. Αργότερα, στα «Πολιτικά» του, θα υπερασπιστεί ένα μετριοπαθές, μικτό πολίτευμα δημοκρατίας και αριστοκρατίας, το οποίο όμως δεν θα μπορούσε να πια να εφαρμοστεί εντός των ορίων της αυτοκρατορίας του Αλεξάνδρου. Παρ'όλα αυτά, η ρητορική αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων και υπήρξε αντικείμενο διδασκαλίας.

Τα τελευταία χρόνια του Ξενοφώντα και το τέλος του Ιερού Πολέμου. 

Κύρος Β΄
Ο Ξενοφών, από την εποχή που εγκαταλείπει τον Σκιλλούντα κι εγκαθίσταται στην Αθήνα ή την Κόρινθο,   φαίνεται πως έγραψε τα περισσότερα έργα του, μεταξύ των οποίων είναι η «Λακεδαιμονίων Πολιτεία», μία περιγραφή του πολιτεύματος του Λυκούργου και των ηθών της πόλης, πάνω στα οποία θεμελιώθηκε η μεγάλη της δύναμη, και ο «Αγησίλαος», ένας έπαινος του ανδρός τον οποίον θαύμαζε απεριόριστα και παρουσιάζει ως παράδειγμα προς μίμηση για εκείνους που επιδιώκουν την καλλιέργεια της προσωπικής τους ηθικής. Στο είδος της πολιτικής βιογραφίας ανήκει και η «Κύρου Παιδεία», μία μελέτη για τα χαρακτηριστικά του ιδανικού ηγέτη και το πρώτο ιστορικό μυθιστόρημα. Λίγο μετά το 355, γράφει το έργο «Πόροι», που είναι μία πρόταση για την οικονομική εξυγίανση της Αθήνας, θέμα που την ίδια εποχή απασχολεί, όπως είδαμε, και τους ρήτορες.  Τα «Απομνημονεύματα» είναι μία συρραφή διαφόρων αφηγήσεων για τον Σωκράτη, ο οποίος παρουσιάζεται ως  πρότυπο αρετής. Ο Ξενοφών αποκρούει την κατηγορία εναντίον του δασκάλου του και παρουσιάζει την ηθική του διδασκαλία, διανθισμένη με πολλές παραπομπές από ποιητές και μύθους, όπως τον μύθο του Προδίκου για τον Ηρακλή στο σταυροδρόμι.

Ο Ξενοφών πέθανε γύρω στο 350, στην Κόρινθο ή στην Αθήνα. Είναι η εποχή που οι Φωκείς, αφού έχασαν τον πόλεμο, καταδικάστηκαν με υψηλό ετήσιο πρόστιμο προκειμένου να αποκατασταθούν οι ζημιές που είχαν προκαλέσει. Επιπλέον, τους αφαιρέθηκαν οι δύο ψήφοι που είχαν στο συμβούλιο της ιερής αμφικτυονίας και δόθηκαν στον Φίλιππο.
Ο καταστροφικός αυτός Ιερός πόλεμος, που διήρκεσε από το 356 έως το 346, ρήμαξε ηθικά και υλικά τις ήδη ταλαιπωρημένες ελληνικές πόλεις και έδωσε την ευκαιρία στον Φίλιππο να αναμειχθεί ενεργά στις υποθέσεις τους. Η Αθήνα θα αναγκαστεί τελικά να συνάψει με τον Φίλιππο την βραχύβια Ειρήνη του Φιλοκράτη, η οποία αποδείχτηκε αναποτελεσματική.


Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2013

Ibn Khaldun - Ο ορθολογιστής του Ισλάμ

Ο Ibn Khaldun καταγόταν από το  Hadhramawt, της νοτιοανατολικής Υεμένης, αλλά γεννήθηκε και ανατράφηκε στην Τύνιδα, όπου εγκαταστάθηκε η οικογένειά του μετά την κατάληψη της Ιβηρικής χερσονήσου από τους Χριστιανούς το 1248. Γεννήθηκε το 1332 και έλαβε την κλασική ισλαμική εκπαίδευση. Στα 17 του, η πανδημία πανώλης (Μαύρος Θάνατος) έφτασε στον τόπο του και του στέρησε τους γονείς του και πολλούς από τους δασκάλους του. Τρία χρόνια αργότερα ξεκινά τη σταδιοδρομία του στην Αυλή του κυβερνήτη της Τύνιδας και αργότερα, αναλαμβάνει καθήκοντα Γραμματέα και Δικαστή στην Αυλή του σουλτάνου του Μαρόκου, το κεντρικό πνευματικό κέντρο της βορειοδυτικής Αφρικής. Μετά από παραμονή μερικών ετών στην Ανδαλουσία και στην Αλγερία, όπου ανέλαβε καθήκοντα πρωθυπουργού (χάτζιμπ) του εμίρη Αμπού Αμπντάλα, επιστρέφει στην Τύνιδα για να αφιερώσει τη ζωή του στη μελέτη και την έρευνα.  Το 1348 εγκαθίσταται στο Κάιρο και υπηρετεί ως δικαστής, αποκτώντας εξαιρετική φήμη ως πολέμιος της διαφθοράς και της ευνοιοκρατίας. Εκεί ολοκλήρωσε το διασημότερο έργο του, το Muqaddemah (=προλεγόμενα), το οποίο του χάρισε τον τίτλο του πρωτοπόρου της σύγχρονης ιστοριογραφίας, της κοινωνιολογίας.

Κοινωνία και Πολιτική

Ο Khaldun εξετάζει τα αποτελέσματα της σκληρής ανατροφής και βίαιης αντιμετώπισης γενικότερα, των παιδιών από τους γονείς, των υπαλλήλων από τους εργοδότες του ή των αρχομένων από τους ηγέτες. Οι ποιότητες του χαρακτήρα αναπτύσσονται μέσα από την ομαλή επικοινωνία των μελών της κοινότητας και όταν αυτή εμποδίζεται, το άτομο χάνει την ενεργητικότητά του, γίνεται δειλός και καταφεύγει στην αναζήτηση ισχυρού προστάτη. Αυτή η παθητικότητα επεκτείνεται και στον ηθικό τομέα, ώστε το άτομο δεν είναι ικανό να αγωνιστεί για την απόκτηση της αρετής. Έτσι καταλήγουν οι λαοί που έχουν υποστεί μακροχρόνια καταπίεση από σκληρούς κατακτητές.
Στο επίκεντρο της πολιτικής του σκέψης βρίσκεται η Asabiyah, δηλαδή, η δύναμη συνοχής στις ομάδες που στη σύγχρονη ορολογία θα αποκαλούσαμε αλληλεγγύη. Αυτή η δύναμη είναι εγγενής και σχετίζεται με τη συλλογική συνείδηση και την πορεία προς την επίτευξη κοινού σκοπού, ενώ όταν ενισχυθεί με κάποια θρησκευτική πίστη, μπορεί να γίνει ακατανίκητη. Αν και δεν της αποδίδει φυλετικό χαρακτήρα, θεωρεί ότι είναι πιο ισχυρή στις νομαδικές κοινότητες και βαίνει μειούμενη καθώς η ομάδα μεγαλώνει και ενδυναμώνεται.
Πιο συγκεκριμένα, κάθε ομάδα εμπεριέχει εκτός από την Asabiyah, και τα κοινωνικά και ψυχολογικά στοιχεία από τα οποία θα προκύψει η παρακμή της. Οι ομάδες που πρόκειται να καταλάβουν κάποια στιγμή την εξουσία, είναι αυτές με την πιο ισχυρή συνοχή και αναπτύσσονται μακριά από το κέντρο της υπάρχουσας εξουσίας και σε συγκρινόμενες με την κατεστημένη τάξη, θεωρούνται βάρβαροι. Όταν τα καταφέρουν και βρεθούν στην πολυπόθητη θέση εξουσίας, αρχίζουν να υιοθετούν τα πολιτιστικά στοιχεία και τις συνήθειες των κατακτημένων και προσηλώνουν την προσοχή τους στο πώς θα διατηρήσουν την εξουσία και τον νέο τρόπο ζωής. Καταλήγουν έτσι σε μία κατάσταση πιο παθητική, χάνουν την πειθαρχημένη τάξη τους και οι εσωτερικοί δεσμοί χαλαρώνουν, μέχρι που αρχίζουν και δημιουργούνται υποομάδες, φατρίες που επιδιώκουν η κάθε μία τα δικά της συμφέροντα. Όταν φτάσει σε αυτό στο στάδιο, είναι η ώρα που μια άλλη, περιφερειακή ομάδα με ισχυρή Asabiyah θα αρχίσει μια νέα, πανομοιότυπη αναρρίχηση προς την εξουσία. 


Οικονομία

Στην πρώιμη οικονομική θεωρία του Khaldun, κεντρική θέση έχει η άποψη, που θα τύχει πολλών αναλύσεων στους επόμενους αιώνες,  πως κάθε προϊόν που παράγεται αποκτά μια προστιθέμενη αξία από παράγοντες όπως η ώρες εργασίας και η εξειδίκευση του εργαζόμενου. Αντιλαμβάνεται δε την οικονομική διαδικασία με έναν τρόπο εντυπωσιακά φιλελεύθερο για την εποχή του.
Η οικονομία, ισχυρίζεται, αναπτύσσεται όταν οι επιχειρηματίες αισθάνονται ότι αξίζει τον κόπο να εργαστούν σκληρά. Αυτό απαιτεί χαμηλή φορολόγηση. Όταν όμως η κοινωνία αρχίσει να ευημερεί και να παράγει πολλά αγαθά, τότε αυξάνεται η επιθυμία για είδη πολυτελείας, αυξάνουν οι απαιτήσεις και μαζί τους τα έξοδα του κράτους. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον  οι κυβερνήσεις αυξάνουν σταδιακά τη φορολογία, μέχρι που κάποια στιγμή το βάρος γίνεται ασήκωτο για τους φορολογούμενους.
Έτσι οι επιχειρηματίες αποθαρρύνονται, η παραγωγή μειώνεται και τα έσοδα από τους φόρους επίσης. Συχνά, οι κυβερνώντες κάνουν το λάθος, προκειμένου να καλύψουν αυτή τη μείωση στις εισπράξεις των φόρων, να αυξάνουν το ποσοστό των φορολογικών συντελεστών, με αποτέλεσμα να μην μένει πια κανένα κέρδος στον επαγγελματία και επηρεάζει σταδιακά ολόκληρη την κοινότητα. Ο μόνος τρόπος να ενισχυθεί η οικονομία σε μια χώρα είναι, η κυβέρνηση να επιβάλλει όσο το δυνατόν χαμηλότερους φόρους, ώστε ο επιχειρηματίας να μπορεί να αποβλέπει στην επίτευξη κέρδους.


Ελληνική Φιλοσοφία

Στο πρώτο κεφάλαιο του Muqaddima, ο Ibn Khaldun ισχυρίζεται πως «ο άνθρωπος είναι πολιτικός από τη φύση του», αναδιατυπώνοντας την άποψη του Αριστοτέλη πως ο άνθρωπος είναι «ζώον πολιτικόν». Στη συνέχεια, καθώς εξετάζει τη κοινωνική δομή, δίνει έμφαση στη συνεργασία και την αλληλεξάρτηση μεταξύ των μελών της κοινότητας, θυμίζοντας την ανάλυση στα Πολιτικά του Αριστοτέλη, για τον οίκο, το χωριό και την πόλη. (Πολιτικά : 1252 a1-1253 a3).
Στο έκτο βιβλίο του ίδιου έργου, αφιερώνει ένα κεφάλαιο στην κριτική εναντίον της φιλοσοφίας (της ελληνικής ειδικότερα), καθώς θεωρεί ότι η μεγάλη επιρροή που έχει ασκήσει στους μουσουλμάνους στοχαστές, έβλαψε μάλλον το Ισλάμ, παρά το ωφέλησε. Αν και αναγνωρίζει την ποιότητα και την ευφυΐα των φιλοσόφων, καταλήγει στο συμπέρασμα πως η ενασχόληση με τη φιλοσοφία εμποδίζει την ανάπτυξη της αγνής πίστης. Πολλούς αιώνες πριν, την ίδια ανησυχία είχε εκφράσει και απόστολος Παύλος προς τους Κολοσσαείς :"Βλέπετε μὴ σᾶς ἐξαπατήσῃ τις διὰ τῆς φιλοσοφίας και τῆς ματαίας ἀπάτης, κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων, κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων καὶ οὐχὶ κατὰ Χριστόν" (β' 8)
Ο Khaldun αμφισβητεί την άποψη του Αριστοτέλη για τη δυνατότητα του ανθρώπου να αποφαίνεται για το καλό και το κακό με τη χρήση της λογικής του, αφού η πίστη βασίζεται σε δόγματα τα οποία δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτά με λογικό τρόπο. Εκφράζει επίσης τις αντιρρήσεις του για την άποψη πως η ευδαιμονία σχετίζεται με τη γνώση, η οποία κατακτάται μέσω της αντίληψης των πραγμάτων και της επεξεργασίας τους μέσω της διαλεκτικής. Με λίγα λόγια, η νόηση είναι το εργαλείο που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος για να εντοπίσει τις αρετές και να τις αναγνωρίσει ως τον μόνο δρόμο προς την ευδαιμονία, χωρίς να χρειάζεται θρησκευτική καθοδήγηση και θείους νόμους. Ο Khaldun όμως, υποστηρίζει πως ο μόνος τρόπος για να ευτυχήσει ο άνθρωπος είναι να αφαιρέσει το πέπλο που οι αισθήσεις απλώνουν ανάμεσα στην ψυχή και τον κόσμο των μη αισθητών, χρησιμοποιώντας μια παρομοίωση του Πλάτωνα. Η νόηση λειτουργεί εντός πεπερασμένων ορίων και δεν μπορεί να του φανεί χρήσιμη στην περίπτωση αυτή.
Στην πραγματικότητα θεωρεί τις δυνάμεις του νου ως εμπόδια για την αντίληψη των νοητών πραγμάτων. Αν θέλουμε να φτάσουμε στο υπερβατικό, θα πρέπει να ξεφορτωθούμε αυτές τις δυνάμεις, να μάθουμε να αντιλαμβανόμαστε με τη δύναμη της ψυχής και όχι του νου. Οι φιλόσοφοι, κατά τη γνώμη του, υπερεκτιμούν τις διανοητικές μας δυνατότητες.
Είναι φανερό πως ο Ibn Khaldun, όταν αναφέρεται στους φιλοσόφους, εννοεί τον Αριστοτέλη και τους νεοπλατωνικούς, και όχι το σύνολο των φιλοσόφων. Παρά τις αντιρρήσεις και την κριτική που ασκεί, αναγνωρίζει την χρησιμότητα της επιστήμης της Λογικής, ως εργαλείο που ακονίζει το μυαλό και το εκπαιδεύει στην παραγωγή επιχειρημάτων, διαδικασία απαραίτητη στην έκθεση απόψεων. Για τον ίδιο τον Αριστοτέλη, γράφει: « Βελτίωσε τις μεθόδους της Λογικής και συστηματοποίησε τα προβλήματα και τις λεπτομέρειές της. Έδωσε στη Λογική τη θέση που της αναλογεί, ως πρώτη φιλοσοφική αρχή και εισαγωγή στη φιλοσοφία. Γιαυτό αποκαλείται ο Πρώτος Δάσκαλος» . Ενώ η μεθοδολογία που εισηγήθηκε ο Αριστοτέλης είναι το εργαλείο που χρησιμοποιεί και ο Khaldun για να αναπτύξει την επιχειρηματολογία του, η έλλειψη αναφοράς στα συγκεκριμένα πολιτικά συστήματα που ανέλυσε ο Σταγειρίτης φιλόσοφος, μας επιτρέπουν να αμφιβάλλουμε για το αν είχε μελετήσει τα ίδια τα έργα του ή γνώριζε μόνο όσα ήταν διαθέσιμα από τις εργασίες Αράβων στοχαστών που τα παρέδωσαν μεταφρασμένα και σχολιασμένα.
Οπωσδήποτε το έργο του Khaldun ανήκει στην ισλαμική ιστοριογραφία, έλκει όμως την καταγωγή του από την ορθολογική σκέψη του Αριστοτέλη, με οδηγό την οποία εντοπίζει και εξετάζει τα κοινωνικά και οικονομικά φαινόμενα. Οι παρατηρήσεις του που αφορούν τη συνοχή των ομάδων, εξακολουθούν να έχουν ενδιαφέρον και στις μέρες μας, καθώς καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε ζητήματα σχετικά με το πολυπολιτισμικό μοντέλο σύστασης κοινοτήτων, όπου η συνοχή είναι μια πραγματική πρόκληση.
Ο Ibn Khaldun πέθανε εν ώρα εργασίας, στο Κάιρο το 1406.


Πηγές: Stephen Frederic Dale (2006). “Ibn Khaldun: The Last Greek And The First Annaliste Historian”,
International Journal of Middle East Studies
Ibn Khaldūn, Muqaddimah: An Introduction to History, tansl. Franz Rosenthal ,Princeton University Press 1967